Tabs: Blog | About Us |

16.4.07

Η αποβάθρα

10.00 μ.μ.

ΓΥΝΑΙΚΑ: “Σήμερα έκλαψα αλλά δεν το μαρτύρησα σε κανέναν. Θ’ άρχιζαν οι ίδιες και οι ίδιες κουβέντες: «Πάλι; Τι θα κερδίσεις μέσα στην μαυρίλα;» Έτσι είναι οι φίλοι. Αν δουν την κατηφόρα σε προειδοποιούνε. Κι αν δουν ότι μόνος του ο άνθρωπος κατρακυλά, τον μουντζώνουν. Κι εμείς τα ίδια κάνουμε.

Έκλαψα, λοιπόν. Για λίγο, όχι για πολύ. Θυμάμαι παλαιότερα, είχα το κουράγιο να κλαίω για μέρες, όπως εκείνες οι ατελείωτες βροχές που έκαναν την Αττική να μοιάζει μ’ ένα τεράστιο ξεχειλισμένο πιάτο.

Έκλαψα, λοιπόν και ήταν ένα διάλειμμα μέσα σ’ αυτήν την αναίτια χαρά που με περικλείει τους τελευταίους καιρούς, βέβαια δεν είναι και τόσο αναίτια, απλά μάλλον οι λόγοι της χαράς μου είναι πολύ εφήμεροι... Ναι, σαφώς...την πολλή χαρά κάπου την βαριέσαι. Πέρα από το αίσθημα της ευφορίας δεν σου προσφέρει τίποτε άλλο. Ενώ ο πόνος, ανοικτός μαγαζάτορας με παντός καιρού προϊόντα. Έμπνευση-πρέπει να τελειώσω και κείνο το καταραμένο το κεφάλαιο, γαμώτο! Να πάρω τα λεφτά, έχω μείνει άφραγκη και το νοίκι της στρίγγλας παραμένει απλήρωτο. Τί άλλο; Α, ναι! Δημιουργικότητα, σοφία, εμπειρία και την μελαγχολία του κουλτουριάρη, διαβατήριο για τη δουλειά μας.»

10.05 μ.μ.

ΑΝΔΡΑΣ: «Κατέβηκε τις σκάλες, προχώρησε μέσα στους διαδρόμους του Μετρό με τους πλαστικούς τοίχους και τις διαφημίσεις. Την πήρα απ’ το κατόπι και ευτυχώς δεν με πήρε χαμπάρι. Στήθηκε στην αποβάθρα, δίπλα στην έξοδο σαν να περίμενε κάτι. Εγώ έκανα τα συνηθισμένα. Έκατσα σε μια θέση, έβγαλα το βιβλίο μου και άρχιζα να διαβάζω. Οι αποβάθρες των σταθμών έχουνε μια γοητεία... Είναι σαν δεύτερο σπίτι μου. Κάθομαι εκεί και όταν βαρεθώ τις τόσες καινούργιες φάτσες, πηγαίνω σπίτι.»

10.30 μ.μ.

ΓΥΝΑΙΚΑ: “Έτσι είχαμε πει. Το θυμάμαι. Στάση Πανεπιστημίου, στην αποβάθρα προς Δάφνη, κατά τις 10. Μα που στο καλό είναι; Γιατί αργεί; Λες να έπαθε τίποτα;”

10.45 μ.μ.

ΑΝΔΡΑΣ: «Πηγαινοερχότανε από τη μια άκρη της αποβάθρας στην άλλη. Ανά πεντάλεπτο τα τρένα φτάνουν. Ξερνάν ανθρώπους και στιγμιαία η αποβάθρα μοιάζει με λαοθάλασσα. Γέλια, φωνές, κλαμένα μωρά, παρέες, γυναίκες που ισορροπούν πάνω σε τακούνια με τις σακούλες στα χέρια, όλα μαζί ένα συνοθύλλευμα που κατευθύνεται προς τις εξόδους. Θέλουν να φύγουν απ’ τα υπόγεια της γης. Να βγουν στον ουρανό. Σαν άδειασε τελείως η αποβάθρα, δύο απομείναμε. Ανέκαθεν μου άρεσε να βλέπω ποιοι παραμένουν στις αποβάθρες. Αφού το τρένο φεύγει, είμαστε σαν συνομότες. Μια φορά, θυμάμαι, Χριστούγεννα πρέπει να ’ταν πρόπερσι στο Μοναστηράκι, είχα ξεμείνει μ’ έναν Ιταλό που κρατούσε μια κιθάρα. Δεν ξεκόλλαγε κι αυτός από τη θέση του κι έκανε χάζι τους περαστικούς. Ξάφνου, άρχισε να παίζει ένα περίεργο σκοπό και τραγουδούσε στα ιταλικά. Αδιαφορούσε για τον κόσμο που έμπαινε κι έβγαινε στα τρένα. Άλλοι νομίζανε ότι ζήταγε λεφτά και του πετάγανε κέρματα μα αυτός το έκανε για το κέφι του. Κάθε φορά που του έδιναν, αυτός σταμάταγε τη μουσική του, σηκωνότανε και τους τα γύριζε πίσω. Ωραίος τύπος. Θυμάμαι, τον κοίταζα για καμιά ώρα. Είχε καταλάβει το χόμπι μου με τα περίεργα βράδια στους σταθμούς και δεν απορούσε. Μετά είχαμε πιάσει την κουβέντα ώσπου έκλεισε ο σταθμός και μας διώξανε. Τώρα όμως είναι εκείνη που έχει απομείνει μαζί μου! Πιο ανήσυχη από πριν. Είναι όμορφη, και ...ωχ! Γαμώτο! Το βιβλίο μού έφυγε απ’ τα χέρια...Με κοιτάει, αλλά είναι εκνευρισμένη. Αυτό πρώτη φορά μου συμβαίνει! Συνήθως περνώ απαρατήρητος!»

11.00 μ.μ.

ΓΥΝΑΙΚΑ: “Μα που είναι; 11 πήγε η ώρα! Κάθομαι σαν το βλάκα και τον περιμένω. Μάλλον έπεσα διάνα και οι λόγοι της χαράς μου είναι όντως εφήμεροι και περαστικοί σαν αυτούς τους επιβάτες...Ήταν τύφλα στο μεθύσι χθες, αλλά μου το πε ξεκάθαρα...θέλει να με δει. Το ξέχασε; Νομίζω ότι μ’ έχει αρρωστήσει αυτή η κατάσταση. Γιατί να θες να επιστρέψεις στις ίδιες περσινές καταστάσεις; Τον σιχαίνομαι αυτόν τον σταθμό. Όλοι με κοιτάνε κι απορούνε. «Ποιον περιμένει τόση ώρα;». Αλήθεια, ποιον; Κάποιον που ενώ σε πληγώνει, εσύ σα βλάκας συνεχίζεις να πιστεύεις και να δικαιολογείς...Κι αυτό το ρημάδι το τηλέφωνο, γιατί δεν το σηκώνει; Άλλη μισή ώρα θα περιμένω...Και ήθελα τόσα να του πω. Για το βιβλίο που τελειώνει, για το πόσο καλά περνάω στο καινούργιο διαμέρισμα-εντάξει, δεν είναι αλήθεια αυτό, αλλά θέλω να του δείξω πως είμαι καλά και πως δεν τον έχω ανάγκη. Όταν μέναμε μαζί θυμάμαι, συνεχώς του γκρίνιαζα για τους χώρους του διαμερίσματός του. Θέλω να τον εκδικηθώ, να υποφέρει και αυτός όσο εγώ. Χθες , όμως, ήταν τόσο φιλικός, και δεν μου πήγαινε η καρδιά...Που είναι; Και αυτός εκεί με το βιβλίο στο χέρι, γιατί με κοιτά σα χάνος;”

11.20 μ.μ.

ΑΝΔΡΑΣ: «Θα της μιλήσω! Το αποφάσισα! Μπορεί να μην περιμένει κανέναν και να αράζει και αυτή στους σταθμούς όπως εγώ! Θα της πω να πάμε καμιά βόλτα. Έχει κάτι που μου αρέσει...έχει αυτήν την αγωνία πάνω της. Θα με περάσει σίγουρα για τρελό! Όμως έρχεται το τρένο σε λίγο...Ίσως να ναι καλύτερα μετά. Θα χουν φύγει οι πολλοί και θα μείνουμε πάλι οι δυο μας.»

11.28 μ.μ

ΓΥΝΑΙΚΑ: “Θα φύγω. Δεν αντέχω άλλο. Ίσως να ‘ναι και καλύτερα έτσι. Να μην τον ξανασυναντήσω ποτέ, να φύγει και η χαρά, να ‘ρθει ο πόνος, να τελειώσω το βιβλίο, να γυρίσω στη βάση μου και πάλι στα ίδια...Να! Τώρα!”

11.30 μ.μ.

ΑΝΔΡΑΣ: «Έφυγε.»



Παπαρούνα

Ετικέτες


Permalink για το "Η αποβάθρα"

30.3.07

Η γιαγιά


Όταν μου ζήτησες να γράψω κάτι για το ‘Φιλοξενείο’ – και έχουν περάσει σχεδόν δυο μήνες από τότε, με ανησύχησες και με προβλημάτισες. Ποτέ μου δεν είχα σκεφτεί αν κάποια στιγμή θα ‘έκλεινα’ το blog μου και ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν με είχε απασχολήσει η διάρκεια του, παράλληλα ο τίτλος ‘Φιλοξενείο’ χωρίς να το θέλω με στέλνει σε αναμνήσεις από ‘ενοικιάζονται δωμάτια’ των παιδικών μου καλοκαιριών κάπου στις αρχές του 60.

Έτσι λοιπόν αποφάσισα να ξεκινήσω κάτι που το σκέφτομαι έντονα τα τελευταία τρία χρόνια και που δεν ξέρω αν θα συνεχίσω και πολύ περισσότερο αν θα το τελειώσω. Είναι η ιστορία της γιαγιάς μου που υπεραγαπούσα και που έφυγε με την γέννηση της Δάφνης, είναι η ιστορία που θα ήθελα η Δάφνη να ξέρει και που πολλές φορές το χαμόγελο της μικρής μου πριγκίπισσας μου θυμίζει το χαμόγελο της γιαγιάς που μου λείπει τόσο πολύ. Κάτι σαν ...φιλοξενείο συναισθημάτων. Ελπίζω να σας μεταδώσω κάτι από αυτά τα συναισθήματα.

Μια αυγουστιάτικη ανάμνηση

‘Πρόσεξε το σκαλοπάτι, θα πέσεις!’ Ήταν η τρίτη φορά που η φωνή της με αυτή τη στριγγλιά ηχώ επαναλάμβανε ακριβώς την ίδια φράση. Τις δύο προηγούμενες μόλις διαβήκαμε την πόρτα της αυλής και τη δεύτερη στο διάδρομο του σπιτιού που η γιαγιά μου είχε νοικιάσει δωμάτιο για τρεις βραδιές.

‘Πρόσεξε εδώ είναι το σκαλοπάτι!’ Γύρισα αγριεμένος να την κοιτάξω και φυσικά δεν κατάλαβα ότι το περίφημο σκαλοπάτι ήταν εδώ, έτσι ...βρέθηκα ξαπλωμένος μπρούμυτα στο πάτωμα με τη σακούλα με τους γερμάδες να λιώνει από το βάρος μου και την ταχύτητα της πτώσης. Η γιαγιά μου με κοίταζε έντονα.

Το πρόσωπό μου έγινε κατακόκκινο, κάτι από πασχαλινό αυγό και τα αυτιά μου αρχίσανε να τρέμουν. Το παθαίνω αυτό, όταν βρίσκομαι σε συναισθηματική ένταση ακόμα και τώρα που μεγάλωσα. Βέβαια κανένας δεν το παραδέχεται ότι τα αυτιά μου κουνιούνται, ούτε δείχνουν να θέλουν να το καταλάβουν, ούτε οι φίλοι μου, ούτε οι δύο γυναίκες που παντρεύτηκα ... σε διαφορετικούς χρόνους!

‘Άντε, σήκω τώρα και σκουπίσου, μια χαρά είσαι!’ και δύο τρομάρες, μία από τη πτώση και μια από το βλέμμα της γιαγιάς μου που ένιωθα στην πλάτη μου, αλλά δεν είχα κανένα σκοπό να το συζητήσω αυτή τη στιγμή. Βέβαια από στιγμή σε στιγμή θα ερχόταν το ‘στο ‘πα εγώ!’ αλλά ήμουν αποφασισμένος να πάρω τα πράγματα ψύχραιμα και να κρατήσω ζωντανή την λίγη αξιοπρέπεια που μου είχε μείνει από τα ζουμιά που τρέχαν στο μπλουζάκι μου.

‘Στο ‘πα για το σκαλοπάτι!’ Ε βέβαια, ποιος μπορούσε να συγκρατήσει την κυρά Μαρίκα και την στριγγλιά φωνή της από το να το πει. Ήμουνα σίγουρος ότι δεν θα την έβγαζα καθαρή μ’ αυτήν τη γυναίκα.

Αποφάσισα να μην ασχοληθώ μαζί της, και προσπαθώντας να αποφύγω το βλέμμα της γιαγιάς μου, σηκώθηκα όσο πιο προσεκτικά μπορούσα από το πάτωμα, πήρα τις δυο μπλε σακούλες του μανάβη που κουβάλαγα από τον Πειραιά και προχώρησα προς τον πάγκο που ήμουνα σίγουρος ότι αντιπροσώπευε την κουζίνα.

‘Τακτοποιηθείτε εσείς κι ‘γω πάω να σας φέρω πετσέτες.’ Έκλεισε τη δίφυλλη πόρτα πίσω της και έσυρε τις χοντρές παντόφλες της στο διάδρομο. Φρίκη. Αλλά ήμουνα αποφασισμένος, θα δείξω υπομονή.

Με τη γιαγιά μου πέρναγα πάντα καλά, όπου και να πηγαίναμε, και πάντα κάπου πηγαίναμε ή θα πηγαίναμε. Άλλωστε με τη γιαγιά μου έμενα τις περισσότερες μέρες μου, και τα βράδια. Οι γονείς μου... αλλά ας το αφήσουμε αυτό γιατί είναι μια τελείως διαφορετική ιστορία και έχει τη γεύση πικραμύγδαλου ακόμα.

Η γιαγιά μου λοιπόν, η μητέρα της μητέρας μου ήταν μια πολύ ασυνήθιστη γυναίκα, τουλάχιστον σε σχέση με τις περισσότερες γιαγιάδες που γνώρισα στη ζωή μου.

Η Αργυρώ, αυτό είναι το όνομά της, τα είχε δει όλα! Πολέμους, προσφυγιά, διωγμούς, φτώχια, θανάτους, καταστροφές, πείνα, χηρεία και ορφάνια. Κι όλα τα είχε δει με αυτό το αχνό χαμόγελο που είχε η ματιά της. Όλα μαζί της είχαν δώσει μια ατελείωτη κατανόηση και υπομονή για τους πάντες και τα πάντα. Και μια ιδιαίτερη σοφία. Η γιαγιά μου έλεγε συχνά πως η ζωή έχει μέσα της όλες τις απαντήσεις, εσύ το μόνο που έπρεπε να κάνεις ήταν να περιμένεις σιωπηλά να την ακούσεις. Βέβαια εγώ από μικρός έκανα πολύ φασαρία και δεν άφηνα κανένα να ακούσει τι ψιθύριζε η ζωή και γι αυτό έκανα και πολλά λάθη, αλλά όπως λέει και η γιαγιά μου και τα λάθη κομμάτι της ζωής είναι.

Αυτές τις μικρές και μεγάλες σοφίες φρόντιζα πάντα να τις κρατάω και σε στιγμές μεγάλης λύπης ή χαράς τις φέρνω μπροστά μου, μαζί με το αχνό χαμόγελο στη ματιά και τότε νιώθω λίγο πιο ...ανάλαφρος. Πολλές φορές στη συνέχεια είδα πραγματικά την ίδια τη ζωή με τον πιο μαγικό τρόπο να δίνει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο τις δικές της λύσεις και στα πιο δύσκολα προβλήματα.

Βέβαια εκείνη τη στιγμή τη λύση την έδωσε η κυρά Μαρίκα που εισέβαλε στο δωμάτιο σέρνοντας τις παντόφλες της, τεράστια και μυρίζοντας άρωμα λεμόνι μπερδεμένο με ιδρώτα και μια γαλάζια σκληρή πετσέτα. Εγώ προσπάθησα να την σταματήσω απλώνοντας μπροστά τα χέρια μου, αλλά πολύ αργά. Τα τεράστια χέρια της τυλιγμένα με τις δύο άκρες της πετσέτας μου καθαρίζαν άγαρμπα, πρόσωπο, χέρια και μπλούζα ταυτόχρονα.

Να το πάλι αυτό το βλέμμα. Την ένιωθα εκεί δίπλα στο διπλό κρεβάτι την ώρα που ξεδίπλωνε τα ρούχα μας για να τα βάλλει στη ντουλάπα, να με κοιτάει και να χαμογελάει. Έπαιρνε την εκδίκησή της από την απροσεξία μου και με άφηνε να καθαρίσω και να τιμωρηθώ μόνος μου από τα χέρια της κυρά Μαρίκας.

Α! Μην το ξεχάσω, εγώ ήμουνα μόλις έξη χρονών όταν συνέβαιναν όλα αυτά!

‘Εντάξει κυρά Μαρίκα μου, φτάνει, θα τον βάλω να κάνει ένα μπάνιο και ν’ αλλάξει. Νομίζω ότι αυτή είναι η καλύτερη λύση.’ Φαίνεται κατάλαβε ότι τιμωρήθηκα αρκετά.

‘Άντε να πάω κι εγώ, γιατί σήμερα είχαμε πολλούς νοικάρηδες, να ‘ναι καλά η Μεγαλόχαρη!’ έκανε το σταυρό της και χωρίς να περιμένει καμία απάντηση, έσυρε τις παντόφλες της στο διάδρομο αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Κρατώντας την αξιοπρέπειά μου ακόμα όρθια και την μπλούζα μου τσαλακωμένη, προχώρησα προς τη πόρτα για να την κλείσω.

‘Ας την ανοιχτή να ξεμυρίσει λίγο. Μυρίζει τσιγαρίλα εδώ μέσα.’ Συνηθισμένος από τον πατέρα μου που ήταν αιώνια με ένα τσιγάρο στο στόμα δεν ένιωσα τη διαφορά, ήταν βέβαια και η μυρωδιά της κυρά Μαρίκας... αλλά τώρα που το είπε είχε δίκιο. Η μυρωδιά του τσιγάρου είχε τρυπώσει παντού σ’ αυτό το δωμάτιο και με την Αυγουστιάτικη ζέστη μύριζε ακόμα χειρότερα.

Είχα μείνει με το χέρι στο πόμολο, όταν άκουσα και μια άλλη φωνή από τον διάδρομο που μου κίνησε την περιέργεια και με έκανε να βγάλω το κεφάλι μου να κοιτάξω.

‘Δεν θέλω να μείνω εδώ!’ Η φωνή ήταν επιτακτική, πεισματάρα και ήταν το κοριτσάκι με τα κοτσιδάκια που κοιτούσα και με κοιτούσε στο σαλόνι του πλοίου. Εγώ διάβαζα ένα Μίκυ Μάους κι εκείνη κάτι άλλο. Δηλαδή έκανα πως διάβαζα γιατί τα περισσότερα δεν τα καταλάβαινα, αλλά μπορούσα να κάνω ιστορίες με τις εικόνες που έβλεπα.

Όλοι λέγανε ότι ήμουνα πολύ καλός σ’ αυτό και με καμαρώνανε όταν έπιανα την εφημερίδα του πατέρα μου και προσποιόμουνα πως διάβαζα. Το πιο καλό μου σημείο ήταν πως έβγαζα και επιφωνήματα θαυμασμού ή λύπης κάθε τόσο. Αυτό βέβαια γινόταν όσο ήμουνα σίγουρος ότι υπήρχε ακροατήριο, μετά η εφημερίδα έπαιρνε διάφορες μορφές, όπως αεροπλάνο, βάρκα και άλλα χρήσιμα πράγματα.

Χμ, το κοριτσάκι έκανε τα αυτιά μου να κουνηθούν αλλά κάνοντας τον αδιάφορο, αφού σιγουρεύτηκα ότι με είχε δει κι εκείνη, μπήκα μέσα. Λοιπόν τα κοριτσάκια σ’ αυτή την ηλικία είναι μία πολύ περίεργη ανακάλυψη. Εκτός από λίγες εξαιρέσεις, η ξαδέρφη μου μία από αυτές, κάνανε μόνο για νοσοκόμες. Δηλαδή στους καουμπόηδες και ινδιάνους. Κι’ εκεί που η μάχη βρισκότανε στη πιο καλή της φάση αυτές αντί να κοιτάζουν τους πληγωμένους ταΐζανε τις κούκλες τους ή φτιάχνανε τσάι και ανταλλάσσανε επισκέψεις. Μάλιστα! Επισκέψεις! Οι Ινδιάνες στις καουμπόισσες. Εμείς σκοτωνόμαστε στη μάχη και αυτές ανταλλάσσανε επισκέψεις.

Για όλους αυτούς λοιπόν τους πολύ σημαντικούς λόγους, για την εξέλιξη της ιστορίας του πολέμου και του πολιτισμού μας, αποφασίσαμε όλη η παρέα να μην ξαναβάλουμε κορίτσια στα παιχνίδια μας. Μέχρι που υπήρξαν κλάματα και η επέμβαση της θείας μου και της μάνας του Κωνσταντίνου και της Μάγδας και κάτω από την πίεση αποφασίσαμε να ξαναπαίξουν τα κορίτσια.

Αλλά εκεί πια ήταν που μπερδευτήκαμε τελείως, γιατί τα κορίτσια αποφασίσαν ότι είχαν βαρεθεί να παίζουν τους καουμπόηδες και προτιμούσαν να παίξουν τις μαμάδες και για να μας τιμωρήσουν δεν θα μας παίζανε! Άντε τώρα να βγάλεις άκρη μαζί τους. Μετά όμως ήταν κι αυτή η περίεργη ανατριχίλα που νιώθαμε όταν βρισκόμαστε κοντά στα κορίτσια και το καμάρι μας όταν μερικές φορές παίζαμε τους μπαμπάδες. Βέβαια το νανούρισμα του μωρού δεν συγκινούσε κανέναν από εμάς και το κάναμε με μεγάλη δυσκολία και προσπαθώντας να σκεφτούμε δεκάδες δικαιολογίες για να το αποφύγουμε, αλλά νιώθαμε όμορφα όταν βγάζαμε βόλτα την «οικογένειά μας».

Η γιαγιά μου τοποθέτησε προσεκτικά τα ρούχα μας στη δίφυλλη ντουλάπα, τα εσώρουχα στο συρτάρι και τέλος έβγαλε τις δικές μας πετσέτες, αφράτες, μαλακές και με τη γλυκιά μυρωδιά λεβάντας και τις πήγε στο μπάνιο.

‘Θα ξαπλώσω λίγο να ξεκουραστώ και μετά που θα πέσει πιο πολύ ο ήλιος θα πάμε να φάμε κάτι. Ξάπλωσε και συ λίγο να ξαποστάσεις από το ταξίδι.’ Η τελευταία παρατήρηση είχε και κάποιο υπονοούμενο.

Η θάλασσα δεν ήταν και δεν είναι το καλύτερό μου. Βασικά ότι κουνιότανε δεν ήταν το καλύτερό μου. Είχα αρχίσει να νιώθω ναυτία από το ταξί που μας έφερε από το Παγκράτι στον Πειραιά. Το πρωινό γάλα και το παξιμάδι το έβγαλα στον Πειραιά, είχα φάει ένα πολύ ελαφρύ πρωινό μιάς και το πρόβλημα, ήταν γνωστό. Την τυρόπιτα που είχα επιμείνει να πάρω στο Πειραιά, την έβγαλα κοντά στο Σούνιο, και τα πατατάκια λίγο μετά την Μακρόνησο.

Αυτό το παιχνίδι συνεχίστηκε σε όλη τη διαδρομή που κρατάει πέντε ώρες γεμάτες. Η γιαγιά μου αγόραζε ή μου έδινε κάτι από τη τσάντα της και εγώ το έβγαζα μετά από λίγη ώρα. Έκανα ένα διάλειμμα είκοσι λεπτών και προχωρούσα στο επόμενο μπούκωμα και ξανά από την αρχή.

Στα ενδιάμεσα ασχολιόμουνα με τα περιοδικά μου, που είχα πάρει από το σπίτι και το περίπτερο στο λιμάνι και έριχνα και μια ματιά στη γενικότερη κίνηση στο σαλόνι. Όπως τι στάμπα είχε το μπλουζάκι που φόραγε ένα αγοράκι που συνέχεια έκλαιγε ή τι κούκλα κρατούσε το κοριτσάκι που με κρυφοκοίταζε.

Δεν ξέρω αν ήμουνα πραγματικά όμορφο παιδί, αλλά επηρεασμένος από όσα έλεγε η γιαγιά μου, η θεία μου και όλοι μας οι γνωστοί και συγγενείς ήμουνα το πιο όμορφο αγοράκι στον κόσμο, πράγμα που σήμαινε ότι ήταν πολύ φυσιολογικό να με κοιτάζει το κοριτσάκι εντυπωσιασμένο. Έτσι τις λίγες στιγμές που ήμουνα καλά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, κορδωνόμουνα, έσφιγγα το σώμα μου για να φαίνομαι ψηλός, ή ΄διάβαζα’ αδιάφορα.

Για τα αποτελέσματα δεν ήμουνα και απόλυτα σίγουρος, μιας και κάθε τόσο μια τεράστια καφέ σακούλα έκρυβε το πιο εντυπωσιακό κομμάτι της προσωπικότητάς μου, τα πράσινα μάτια μου! Αυτή ήταν κουβέντα που είχα ξεσηκώσει από την θεία μου την Ντίνα.

Για τη Θεία μου την Ντίνα δεν σας έχω μιλήσει ακόμα. Η αγαπημένη μου! Η μικρή διαφορά ηλικίας που έχουμε, για ανιψιό και θεία, με έκανε να μην καταλαβαίνω τις διαφορές μας. Κάποια στιγμή μάλιστα, στη σοβαρή ηλικία των πέντε σκεφτόμουνα να την παντρευτώ και να βάλω τη σχέση μας σε κάποιο πιο σοβαρό δρόμο. Δυστυχώς ή ευτυχώς στη συνέχεια ανακάλυψα και άλλες γυναίκες και αποφάσισα ότι ο γάμος δεν ήταν ότι ακριβώς ήθελα από τη ζωή μου. Προτιμούσα τις φίλες. Φαντάζομαι δραματικό ρόλο στην απόφαση μου έπαιξε και μια κούπα τηγανισμένο λάδι που μου έδωσε ένα πρωί κατά λάθος πιστεύοντας ότι είναι γάλα. Πικρή εμπειρία και γεύση που ακόμα την θυμάμαι.

Tο αργότερα της γιαγιάς μου, ήρθε με πολύ αργούς ρυθμούς. Έτσι γίνεται πάντα τα μεσημέρια. Στην αρχή έριξα μια ματιά στα βιβλία μου, αλλά βαρέθηκα γρήγορα, ακολούθησε μία μάχη μεταξύ δύο ινδιάνων και ενός ιππότη με ένα καουμπόη σε άλογα, με την συνοδεία ενός φορτηγού και ενός λεωφορείου. Τέλος ζωγράφισα με αόρατα μελάνια σύννεφα στο ταβάνι και κάνοντας τον πιλότο κάτω από το σεντόνι με πήρε ο ύπνος.

Γενικά δεν είμαι γκρινιάρης. Πιθανώς λίγο παραπονιάρης, το λέει και η γυναίκα μου, αλλά γκρινιάρης ποτέ. Εκτός. Εκτός από το ξύπνημα μετά από μεσημεριανό ύπνο. Αυτό ισχύει και σήμερα γι αυτό και το εχω κόψει. Δεν μπορώ το ξύπνημα από το μεσημεριανό ύπνο. Όλα μου φταίνε. Ο καιρός, ο αέρας, η φωνή μου, οι φωνές των άλλων, τα τελευταία χρόνια και ο πονοκέφαλος. Σηκώθηκα αργά αργά και προσπάθησα να συνειδητοποιήσω αν ήταν μέρα η νύχτα.

Το Αυγουστιάτικο απόγευμα, σε χρώματα μελιτζανί πλημμύριζε το μπαλκόνι, εγώ καθόμουνα στο τριζάτο ράντζο που ήταν το κρεβάτι μου και προσπαθούσα να συνέλθω, όταν το άκουσα...

‘Τον ετοιμάζω, ετοίμασε κι’ εσύ τη Γιωργίτσα και πάμε για φαγητό μαζί!’ Γύρισα τόσο απότομα που ζαλίστηκα. Η γιαγιά μου ήταν στη πόρτα και ερχόταν προς εμένα.

‘Η Γιωργίτσα; Πάμε για φαγητό; Ποια Γιωργίτσα;’ Είχα καμιά εικοσαριά ερωτήσεις ακόμα, αλλά δεν είχα χρόνο και προσπαθώντας να συνέρθω θύμισα στον εαυτό μου ότι ήταν απλώς ένα κοριτσάκι που στο τέλος θα έκανε κάτι στραβό. Η τελευταία σκέψη σταμάτησε για λίγο μιας και έβαζα ανάποδα το μπλουζάκι μου. Η γιαγιά μου με βοήθησε να βγάλω το μπλουζάκι μου, από την καλή αυτή τη φορά , οι κάλτσες μπήκαν γρήγορα και με μία μικρή βοήθεια δεθήκαν τα κορδόνια των παπουτσιών μου, πρέπει να σημειώσω ότι ήταν κάτασπρα και ολοκαίνουργια, και ήμουνα έτοιμος.

Τα παπούτσια είχαν αγοραστεί πριν από δύο μέρες και ήταν ακριβώς τα ίδια με αυτά που φορούσε ο Νίκος. οχι ο απέναντι, ο άλλος που μένει πιο κάτω. Ο πιο κοντός. Καλά τι σας λέω τώρα.

Τα ξέρετε τα ταβερνάκια στη Τήνο; Βέβαια τα ξέρετε. Μπλε ψάθινες καρέκλες, ξύλινα τραπεζάκια με το ένα πόδι πάντα πιο κοντό για να χύνεται πάντα το νερό ή στη δικιά μου περίπτωση η πορτοκαλάδα χωρίς ανθρακικό και όχι από το ψυγείο, και χάρτινο τραπεζομάντιλο με μπλε βαρκούλες και μεγάλα γράμματα, ‘εξοχική ταβέρνα ο Γιώργος’.

Κάτσαμε όλοι μαζί. Εγώ και η Γιωργίτσα δίπλα-δίπλα. Η γιαγιά μου και η κυρία Μαρία δίπλα δίπλα. Οι διαπραγματεύσεις για το φαγητό είχαν γίνει πριν καν βγούμε από το δωμάτιο. Οι τηγανητές πατάτες είχαν απαγορευτεί. Το μπιφτέκι είχε απαγορευτεί και μπροστά στην εύνοια της τύχης να φάω δίπλα στην Γιωργίτσα αρκέστηκα στις γεμιστές ντομάτες, σαλάτα και... πρέπει να είχα φορέσει το πιο πετυχήμενο μου παραπονιάρικο ύφος γιατί τελικά εμφανίστηκαν και οι τηγανητές πατάτες. Μια μερίδα για μένα και μια για την Γεωργίτσα. Κρίνοντας βέβαια από το παστίτσιο που βρισκόταν μπροστά από την Γιωργίτσα ήμουν σίγουρος ότι ανάλογες διαπραγματεύσεις είχαν προηγηθεί της αναχώρησης τους από το ‘ενοικιάζονται δωμάτια’, περίεργο όνομα για ξενοδοχείο.

Γιατί όλα τα παιδιά τρελαίνονται για πατάτες τηγανητές; Μυστήριο. Πολλές φορές κοιτάζω παιδιά στις σημερινές ταβέρνες, οι καρέκλες βέβαια δεν είναι πια ψάθινες αλλά το τραπέζι συνεχίζει να έχει το ένα πόδι πιο κοντό, να τρώνε πατάτες με ένα βλέμμα που γυαλίζει και... Και δεν καταλαβαίνω τίποτα. Εγώ δεν τρελαίνομαι πια για πατάτες τηγανητές. Μ’ αρέσουν στον φούρνο, σαν πουρέ, ο’γκρατέν αλλά τηγανητές; όχι ευχαριστώ!

Η κυρία Μαρία ζούσε στον Πειραιά και είχε άντρα ναυτικό που ταξίδευε όλο τον χρόνο και κάθε Αύγουστο ερχόταν στην Μεγαλόχαρη, τάμα, για να τον κρατάει γερό και δυνατό. Αυτά τα είχε πει απνευστί ρίχνοντας στον τέλος και έναν αναστεναγμό.

Εδώ πρέπει να σας εξηγήσω κάτι. Η γυναίκα μου είναι ξένη. Ξένη, όχι από τη Θράκη ή από κάποιο νησί. Αλλά ξένη. Από χώρα βόρεια και παγωμένη. Τα πάντα της φαίνονται καινούργια και πολλές φορές αστεία, ξέρετε τώρα τι ιδιόρρυθμο χιούμορ έχουν αυτές οι ξένες. Λοιπόν, εκείνη με έκανε να παρατηρήσω ότι στην Ελλάδα, κάθε φορά που οι γυναίκες λένε κάτι πολύ προσωπικό τους, στο τέλος αφήνουν και ένα αναστεναγμό.

Ο αναστεναγμός αυτός έχει τελείως δικό του ήχο και ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους αναστεναγμούς. Αυτή είναι μία άλλη παρατήρηση της γυναίκας μου. Ότι έχουμε χιλιάδες ήχους, αναστεναγμούς και επιφωνήματα, που πολλές φορές λένε πιο πολλά απ’ όσα οι λέξεις που χρησιμοποιούμαι. Λοιπόν ο συγκεκριμένος αναστεναγμός απαιτεί ελαφριά εισπνοή και ύστερα αργή εκπνοή γεμάτης ποσότητας αέρα, ο ήχος προαιρετικός. Μην το δοκιμάσετε όταν είσαστε μόνοι σας στο σπίτι.

Στον δεύτερο αναστεναγμό είχα αρχίσει να έχω πρόβλημα με την καρέκλα. Στον τρίτο έκοψα κομμάτι από το χάρτινο τραπεζομάντιλο και στον τέταρτο μου έπεσε το πηρούνι. Τώρα οι αναστεναγμοί ερχόντουσαν στερεοφωνικά.

Η Γιωργίτσα δεν μίλαγε καθόλου. Λερώθηκε λίγο με μία ντομάτα που τις έπεσε στο κατακίτρινο φορεματάκι αλλά κατά τα άλλα η απόλυτη σιωπή. Ούτε καν λοξές ματιές. Στην αρχή προσπάθησα σπρώχνοντας το ψωμί μου προς το μέρος της να τραβήξω την προσοχή της, αλλά τίποτα. Ήταν απορροφημένη με το διπλανό τραπέζι.

Όταν έπεσε το πηρούνι μου έριξε μία απορημένη ματιά, ‘Μα πως τα κατάφερες;’ ή ‘την έκανες πάλι!’ και δεν με ξανακοίταξε! Οι αναστεναγμοί συνεχιζόντουσαν, η Γιωργίτσα δεν με κοίταζε και ξέσπασε και ο πόλεμος!

Χα, σας έπιασα! Ποιος πόλεμος; Ο μεγάλος, ο ένας, ο μοναδικός. Αυτός που εκείνη την εποχή οι λίγοι τον λέγαν φωναχτά ο παγκόσμιος και οι πολλοί σιωπηλά και συνωμοτικά, το αντάρτικο και η γιαγιά μου με την κυρία Μαρία άρχισαν να θυμούνται και σαν να γέμισε δάκρυα το αυγουστιάτικο φεγγάρι της Τήνου.

**************************

Στη φωτογραφία όταν το Παγκράτι είχε ακόμα χωματόδρομους και ο υπογράφον φορούσε ακόμα κοντά παντελονάκια!!!

**************************

Την ιστορία την αφιερώνω στη Δάφνη φυσικά, στην Ντίνα και τον Γιάννη, ίσως κάποια μέρα που τα δάκρυα θα σταματήσουν να μου θολώνουν τα μάτια ίσως να συνεχίσω!




Ovi

Ετικέτες


Permalink για το "Η γιαγιά"

20.3.07

ΤΟ ΞΟΡΚΙ ΤΗΣ ΠΡΕΣΑΣ

Είναι αρχές Δεκέμβρη, έχω μόλις χωρίσει, είμαι άνεργη, και σ’ ένα μήνα γίνομαι σαράντα. Γυρνάω σπίτι μετά από ένα ακόμα επεισοδιακό, κυριακάτικο, οικογενειακό γεύμα, όπου φυσικά το κεντρικό θέμα του τραπεζιού ήταν η αφεντιά μου και το χάλι της. Ονειρεύομαι μόνο το κρεβάτι και το παπλωματάκι μου. Να χωθώ, να κουκουλωθώ και να τα ξεχάσω όλα.

Η απόσταση από το πατρικό στο σπίτι μου είναι-δεν είναι δέκα λεπτά με τα πόδια. Περπατάω γρήγορα αλλά μου είναι αδύνατο να προχωρήσω σε μιάν ευθεία. Αλλάζω συνέχεια πεζοδρόμιο και κάνω σλάλομ ανάμεσα από σκάμματα, μηχανάκια, σκουπίδια, πατημένα σκατά σκύλων και αμάξια-οδοφράγματα.
.
Στο δρόμο μόνο ξένοι. Μαύροι, κούρδοι, αλβανοί, ρουμάνοι. Ξενιτεμένη κι εγώ στην ίδια μου τη γειτονιά. Σα να με κοιτάνε όλοι με μισό μάτι, μια παρείσακτη στη δικιά τους πόλη. Στρίβοντας στον πεζόδρομο του σπιτιού μου αποφεύγω στο φτερό την ιπτάμενη μπάλα που σκαει με δύναμη στο αμάξι που κλείνει την είσοδό του.

«Γαμώ την τρέλα μου γαμώ, πόσες φορές έχουμε πει ότι εδώ δεν είναι γήπεδο ρε κωλόπαιδα;» βρυχώμαι πιάνοντας στον αέρα τη μπάλα που κάνει γκελ αφού άφησε μια καθόλου ευκαταφρόνητη γούβα στο καπό του παράνομα παρκαρισμένου αμαξιού.
«Φέρε μου εδώ τη μπάλα, θα τους εξηγήσω εγώ, τώρα» πλησιάζει ο φίλος μου ο Μάικ από τη μονοκατοικία απέναντι, κραδαίνοντας ένα κουζινομάχαιρο.
Τα «κωλόπαιδα» άφωνα κοιτάνε μια εκείνον μια εμένα.
«Τους είχα προειδοποιήσει αγάπη μου, την επόμενη φορά που θα επαναληφθεί, η μπάλα κατάσχεται και εκτελείται έπ’αυτοφόρω. Έχω πιο σοβαρούς λόγους για να με πάνε δεμένο στου Σινούρη!» ορμάει ο Μάικ και πριν προλάβω ν’ αντιδράσω ακούγεται το σκάσιμο της μπάλας συνοδευμένο από τις θρηνητικές ιαχές των μούλτι-εθνικ πιτσιρικάδων.
«Μάικ αυτό με ξεπερνάει, βγάλτα πέρα μόνος σου, δε μπορώ. Πάω να ξαπλώσω. Χάλια τα νεύρα μου, χάλια» μουρμουράω ξέπνοα και προχωράω προς την είσοδο του σπιτιού μου, αφήνοντάς τον περικυκλωμένο από τους αλαλάζοντες λιλιπούτειους εχθρούς μας.

Τα σκαλιά είναι γεμάτα γαριδάκια και πατημένα τσιπς, παρέα με το περιτύλιγμά τους σε μορφή κομφετί. Καθώς προσπαθώ να κάνω λίγο χώρο να πατήσω για να γυρίσω το κλειδί της εξώπορτας που έχει σφηνώσει, η πόρτα ανοίγει έξαφνα παρασέρνοντάς με προς τα μέσα. Γλιστράω στα υπολείμματα απ΄ τα πατατάκια και προσγειώνομαι φαρδιά-πλατιά μπροστά στον ημίτρελο, ογδοντακοντούτη ιδιοκτήτη του 2ου που με κοιτάει αποσβολωμένος.
«Είστε καλά δεσποινίς Άννα;» με ρωτάει με το μελείχιο, ψυχανώμαλο ύφος του χωρίς να κουνηθεί ρούπι από τη θέση του. Και την ώρα που σηκώνομαι παραζαλισμένη προσθέτει, όπως πάντα αθώα, τη φαρμακερή μπηχτή του «Θα αναγκαστώ να σας επιστήσω δια μίαν ακόμη φοράν την προσοχή σας στην ορθή χρήση της θυρός του ανελκυστήρος. Παρακαλώ όπως ενημερώνετε τους επισκέπτας σας δια την ιδιομορφίαν της καθότι μένει ημιανοικτή μόνον στον όροφό σας και γνωρίζετε πως...»
«Να αλλάξετε τις πόρτες στο γκαντεμοασανσέρ σας λοιπόν και να πάψετε να χώνετε τη μύτη σας στο ποιος μπαινοβγαίνει σπίτι μου» σφυρίζω σα θανατηφόρα οχιά μέσα απ’ τα δόντια μου και ορμώντας μ’ ένα σάλτο στο πλατύσκαλο, μπουκάρω σφαίρα στο ασανσέρ.

Φτάνω στον 3ο και οι φόβοι μου επιβεβαιώνονται. Με υποδέχεται η γνωστή, κολλώδης αιθαλομίχλη από τα σάπια (sic) τηγανητά ψάρια που αποτελούν την αγαπημένη σπεσιαλιτέ των μαύρων του ισογείου τις Κυριακές και σχόλες και η οποία έχει τη μαγική ιδιότητα να συγχρωτίζεται στους πάνω ορόφους του κτιρίου. Ξεκλειδώνω αστραπιαία την πόρτα και μπαίνω σπίτι σαν κυνηγημένη.
Βγάζω μπουφάν και μπότες, η γάτα μου με βλέπει κι αλλάζει δρόμο, περνάω απ’ το μπάνιο και πλένω τα χέρια μου. Ούτε λόγος για νήμα και βουρτσάκι κι ας μου πέσουν όλα μου τα δόντια, όπως με απειλεί ο Νίκος.

Ανοίγω την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Είχα αφήσει τη μπαλκονόπορτα ανοιχτή για ν’ αεριστεί το δωμάτιο και μια ανέλπιστη φρεσκάδα κυριαρχεί. Πετάω τα ρούχα στην πολυθρόνα κι επιτέλους πραγματοποιώ το πολυπόθητο μακροβούτι στο κρεβάτι και τυλίγομαι στο αγαπημένο μου πάπλωμα από την κορφή μέχρι τα νύχια.
Τι ευδαιμονία είναι αυτή!
Κλείνω τα μάτια και κάνω βαθιές εισπνοές-εκπνοές προσπαθώντας να διώξω όλες τις πρόσφατες εφιαλτικές στιγμές και όσες μαύρες σκέψεις με στοιχειώνουν. Ξου η ζούγκλα της Αθήνας, ξου οι γιορτές, ξού οι κάρτες που χρωστάω κι ο λογαριασμός στην τράπεζα που πιάνει πάτο, ξου κι ο Τάκης που μου’ κανε 3 χρόνια μαύρη τη ζωή. Ξου, ξου, ξου... ξου...

...Είμαι δίπλα σε μια λίμνη, μόλις έχει βρέξει, όλα μοσχομυρίζουν κι έχει βγάλει ήλιο. Κάθομαι σ’ έναν κήπο γεμάτο λουλούδια και δένδρα, με τραπέζια και καρέκλες κάτω από ένα υπόστεγο... είναι σπίτι ή μαγαζί; Τα πουλιά κελαηδάνε, έντομα ζουζουνίζουν, τι ήρεμα, τι όμορφα που είναι! Κάποιον μάλλον περιμένω και πίνω τσάι με γάλα και ζάχαρη και μυρωδικά σαν αυτό που έπινα στην Ινδία αλλά δεν είμαι στην Ινδία... Που είμαι; Κάτι σα να ακούγεται στο βάθος. Ένας ήχος... ρυθμικός; Έχει μύλο κάπου εδώ κοντά, ένας μεταλλικός περιοδικός ήχος... Μα τι είναι; ...Πλησιάζει;

Ανοίγω τα μάτια. Είμαι στο κρεβάτι μου κι από κάπου ακούγεται ένας γαμημένος, επαναλαμβανόμενος ήχος που εισέβαλε και μου διέλυσε το υπέροχο όνειρο. Ανακάθομαι. Έχει νυχτώσει. Το ρολόι δείχνει 17.10. Παίρνω ένα βιβλίο που έχω αρχίσει εδώ και δυο μέρες για να ξεγελάσω την προσοχή μου με κάτι άλλο πέρα απ’ τον καταραμένο ήχο. Αδύνατον! Προσπαθώ να καταλάβω από που κι από τι μπορεί να προέρχεται. Είναι σίγουρα μεταλλικός αλλά δεν έχει τη ρυθμικότητα και τη συχνότητα ενός μηχανικού ήχου. Υπάρχει η ασυμμετρία της ανθρώπινης παρεμβολής.
Αρχίζω να παρανοώ και παίρνω τηλέφωνο την κολλητή μου για συμπαράσταση. «Η κλήση σας προωθείται». Εμ βέβαια, κοτζάμ ερωτευμένη γυναίκα, αγκαλιά με τον νεόκοπο αγαπημένο της, τι να την κάνει την κλήση μας;

Φοράω μια φόρμα, παίρνω τα κιάλια, σβήνω το φως και βγαίνω στο μπαλκόνι. Ο ακάλυπτος όπου δίνει το μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας ορίζεται από τις πίσω προσόψεις των πολυκατοικιών τεσσάρων δρόμων. Ένα παραλληλόγραμμο αποτελούμενο από εκατοντάδες διαμερίσματα. Το σταυροδρόμι του χάους! Η απόλυτη ανωνυμία προστατευμένη από ατελείωτους τόνους μπετόν. Εστιάζω το βλέμμα μου στα φωτεινά σημεία. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά. Δεν κουνιέται φύλλο κι όμως αυτός ο ίδιος ήχος συνεχίζεται. Ασύμμετρα περιοδικός, εμφανίζεται ξανά εκεί που νομίζω ότι χάνεται.

Βάζω τα κιάλια. Μου παίρνει κανένα πεντάλεπτο να τα ρυθμίσω. Σαρώνω σχολαστικά τα πάντα σε κάθε μήκος και πλάτος. Πρώτη η διεφθαρμένα οξεία ακοή μου όμως προσανατολίζεται κάπου στα χαμηλά. Μέσα από κάτι ισχνά δέντρα εντοπίζω μια μεγάλη φωτεινή εστία στο βάθος του ακάλυπτου. Είναι η βεράντα, σαν αυλή σχεδόν ενός διαμερίσματος 1ου η 2ου ορόφου από τις απέναντι πολυκατοικίες.
Τέντες, πλαστικά προστατευτικά πλαϊνά, φυτά, πλαστικές πολυθρόνες και τραπέζια.. Απλώστρες και σκοινιά με απλωμένα ρούχα, γυναικεία, ανδρικά, παιδικά. Και ω του θαύματος, κοντά στη τζαμόπορτα στο βάθος της βεράντας κάτι κινείται στο μικρό αυτό αυθαίρετο αστικό βασίλειο. Αργά αλλά σταθερά ο ήχος και η εικόνα συντονίζονται και μέσα από το κενό της τέντας και των ξερόκλαδων, η οπτασία μιας ακέφαλης γυναίκας που σιδερώνει ψυχαναγκαστικά την ατελείωτη μπουγάδα της με μια πρέσα, Κυριακή, πεντέμισι η ώρα το απόγεμα σ’ έναν κοινόχρηστο, ακάλυπτο χώρο παίρνει σάρκα και οστά. Η πληροφορία φτάνει στον εγκέφαλό μου, αυτός όμως παθαίνει μπλακ-αουτ και δε μπορεί να την επεξεργαστεί. Αρνείται. Σα να χτυπήθηκε ο σκληρός.

Μπαίνω μέσα κεραυνοβολημένη. Ανάβω το φως, αφήνω τα κιάλια κάθομαι στο κρεβάτι και προσπαθώ να διαλογιστώ καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο. Ας της έρθει βαγγελίστρα μου η θεία φώτιση να σταματήσει την πρέσα. Ας την φωνάξει ο άντρας της να δει κάτι στην τηλεόραση, ας κόψει το παιδί της το δάχτυλό του να πάει να του βάλει οξυζενέ και ιώδιο, ας της καεί το ψητό στο φούρνο να πάει να το σώσει. Ας την πιάσει έστω ένα τσιρλιό να πάει στην τουαλέτα.
Όχι. Όλες οι ικεσίες μου πάνε στο βρόντο και η καταραμένη πρέσα συνεχίζει να μου κουρελιάζει και τους τελευταίους νευρώνες που μου έχουν απομείνει.
Δεν έχω άλλη λύση. Ή ταν ή επί τας. Και επειδή οι ηρωικές εποχές έχουν περάσει κι η καταγωγή μου είναι απ’ τη Ρούμελη κι όχι απ’ τη Σπάρτη, η λύση είναι μία: κλεφτοπόλεμος.
Στην ιδέα και μόνο αναθαρρεύω ασκαρδαμυκτί και ορμάω στην κουζίνα για πολεμοφόδια. Ψάχνω για ληγμένα. Κάπου ήταν μια γλυκόξινη που πρέπει να έχει επιζήσει τουλάχιστον δυο μετακομίσεων. Να τη. Κοιτάω το μπουκάλι, λήξη 13/05/2001. Ότι πρέπει!
Γυρνάω στην κρεβατοκάμαρα, σβήνω το φως και βγαίνω στο μπαλκόνι. Η μελωδία της δυστυχίας συνεχίζεται κανονικά. Κοιτάω γύρω-γύρω να βεβαιωθώ πως δε θα υπάρξουν κακεντρεχείς μάρτυρες, πλησιάζω στην ευθεία του στόχου και ζυγίζω το μπουκάλι στο χέρι μου. Ποτέ δεν υπήρξα καλή στο σημάδι, μόνο κατά λάθος ή όταν δεν έπρεπε πετύχαινα συνήθως το στόχο μου. Ένα, δύο, τρία και το μπουκάλι εκσφενδονίζεται στην τέντα της ακατονόμαστης, ξεσηκώνει όλα τα ξερά φύλλα που’ χουν σωριαστεί, κάνει γκελ και σκαει στο βάθος του ακάλυπτου. Σαματάς κανονικός δηλαδή, όχι αστεία. Με την καρδιά να παίζει ταμπούρλο και το σφυγμό παλαμάκια στ’ αυτιά χώνομαι πίσω στην κρεβατοκάμαρα και περιμένω εναγωνίως την αντίδραση του εχθρού. Σιωπή.
Ξανά σιωπή. Είναι σαφές ότι δεν ελέγχω την κατάσταση. Τι διάολο γίνεται; Κι εκεί που πάω να ξεμυτίσω γιατί μ’ έχει φαει η περιέργεια... Ξαναρχίζει η πρέσα!!!

Θέλω να βάλω τα κλάματα απ’ τη λύσσα μου, ν’ αρχίσω να ουρλιάζω, να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο μέχρι να τον γκρεμίσω, να θυσιάσω τη γάτα μου στο Μανιτού και να χορέψω το χορό του πολέμου, να πουλήσω τη ψυχή μου στο διάολο για να με κάνει γεράκι της ερήμου, θέλω...
Μαζεύω τα κομματάκια μου και ξαναγυρνάω στην κουζίνα. Ο καλός παίκτης πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξέρει να χάνει. Μακαρόνια, μαυρομάτικα, μια αιωνόβια κονσέρβα με γάλα καρύδας. Αηδίες. Σιρόπι σφενδάμου; Το μπουκάλι έχει το κατάλληλο μέγεθος και βάρος. Ημερομηνία λήξεως σωστή, το υγρό παχύρρευστο, καφετί και τι στο καλό, σιρόπι είναι αυτό, θα κολλάει κιόλας. Τώρα θα σου πω εγώ πότε θα ξαναπιάσεις πρέσα στα χέρια σου μαντάμ!

Αυτήν τη φορά τέρμα τ’ αστεία. Και αστέρι στο σημάδι είμαι και την ευχή της μάνας μου έχω και το δίκιο με το μέρος μου είναι και πίσω και σας έφαγα! Ένα, δύο, τρία και ναι, ναι, ναι είναι τρίποντο αγαπητοί ακροατές! Ταμπλό στην τέντα ξυστά και μέσα καλάθι στη βεράντα και τα υπόλοιπα έξω κι έγινε ο τόπος γης μαδιάμ κι η μπουγάδα πάει ξανά για πλύσιμο. Θαυμάζω το κατόρθωμά μου για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου και σπεύδω να τρυπώσω στο δωμάτιο γιατί αυτή τη φορά ξέρω ότι επίκειται θύελλα πολλών μποφόρ.

Και ωιμέ, πριν προλάβω να πάρω θέση δίπλα στη μπαλκονόπορτα να χαρώ κι εγώ το έργο σαν άνθρωπος, σκαει η πρώτη ατάκα της μαντάμ:
«Ποιος πούστης πέταξε τον καφέ να του γαμήσω το μουνί που τον πέταγε;»
Οποία λεπτότης. Καλά, που είναι τα σεπτά ήθη και έθιμα της αθάνατης ελληνικής φυλής;
«Ποιος να το κάνει; Η Κατερίνα είναι από πάνω, οι άλλοι λείπουνε, αυτή η ξεκωλιάρα η αλβανίδα από τον 3ο το’ κανε. Τα βάλαμε και σπίτι μας τα βρομόσκυλα και να τώρα.»
Να τα μας, να τα μας. Έλεγα κι εγώ.
«Να πας να της χτυπήσεις την πόρτα τώρα Δημήτρη, τώραααααααα»
Α πα πα, ούτε αυτηνής τα νεύρα είναι σε καλή κατάσταση. Χάλια, χάλια!
«Μην πατάς Μαρία, χριστέ μου, τι σου είπα είναι όλο γυαλιά, μπες μέσα γρήγορα θα σε τσακίσω»
Έτσι μπράβο, να έρθουμε στα ίσα μας, πατρίς, οικογένεια, θρησκεία.
«Δεν είναι καφές ρε Μαρία, λικέρ είναι παιδί μου, πως το λένε καλούα; Αφού κολλάει ο τόπος σου λεω»
Γάτα η δικιά σου. Μέσα σ’ όλα η μαντάμ, τι σου είναι αυτός ο πρωινός καφές!
«Δεν απαντάει ε; Καλά, θα της δείξω όμως εγώ της παλιοπουτάνας, τα φυλάω εγώ τα γυαλιά και θα τα πάω για αποτυπώματα, δουλεύει ο κουμπάρος της Λίτσας εκεί, θα του τα δώσω, να δω τι θα πει μετά; ποιος θα γελάσει τελευταίος»
Τύφλα να’ χει ο Ευαγγελάτος, τέτοιο αστυνομικό δαιμόνιο...
«Δε μιλάει κανείς σας ε; Ε βέβαια δεν έχει κανείς αρχίδια εδώ πέρα, όλοι αδερφές είσαστε παλιοπούστηδες»
Εντάξει, τώρα καλύφθηκα.
Κλείνω ανακουφισμένη την μπαλκονόπορτα και αυθόρμητα χωρίς να το καταλάβω πιάνω τον εαυτό μου να σιγοτραγουδάει το «Αλληλούια».

Συννεφούλα

Ετικέτες


Permalink για το "ΤΟ ΞΟΡΚΙ ΤΗΣ ΠΡΕΣΑΣ"

15.3.07

Ο Άντρας και η Γή. (Ένας υποθετικός μονόλογος)

Ένας Άντρας κάθεται σε ένα τραπέζι. Κρατάει στο χέρι του ένα ποτήρι του κρασιού με κόκκινο υγρό μέσα- αίμα. Το φέρνει στο στόμα του και αρχίζει να το πίνει. Σταματάει για λίγο, κοιτάει το κοινό και συνεχίζει. Σηκώνει το ποτήρι, ετσι ώστε να φαίνεται οτι πίνει την τελευταία γουλιά. Αφήνει κάτω το ποτήρι, σηκώνεται και κοιτάει το κοινό..

«Την τελευταία της σταγόνα. Σέ ένα ποτήρι, η ψυχή της όλη. Η ψυχή της όλη σε ένα ποτήρι. Την βρήκα, την πήρα, την ήπια. Για να μην μου φύγει ποτέ, για να είναι πάντα μέσα μου, δικιά μου. Το αίμα της, στο αίμα μου, η ψυχή της στην ψυχή μου. Σε ένα ποτήρι, η ψυχή της όλη. Η ψυχή της όλη σε ένα ποτήρι.»

Προχωράει προς το κοινό, και τους κοιτάει στα μάτια

«Μην με κοιτάτε έτσι, η αγάπη θέλει πόνο, θέλει ολοκληρωτική παράδοση. Μέχρι την τελευταία της σταγόνα. Να την πιώ πρέπει, να την φυλακίσω. Ναι, ναι. Να την φυλακίσω, για να μην μου φύγει. Όπως την πρώτη φορά. Χιλιάδες χρόνια πίσω.
Φίλοι μου, αυτή είναι μια ιστορία παλιά, πιο παλιά κι απο τον Χρόνο. Τότε, πρίν γεννηθεί ο Χρόνος, και φυσικά πολύ πριν εμφανιστεί στα σπλάχνα της γης ο Χώρος, υπήρχε αυτή, κι εγώ. Ψέμματα, αυτή δεν υπήρχε κάν. Λές ψέμματα. Δεν θυμάσαι λοιπόν;»
Γυρνάει και λέει στον εαυτό του.
«Δέν θυμάσαι;»
Παίρνει ένα μαχαίρι, ανεβάζει το μπράτσο του και κόβεται. Σκύβει και γλύφει το αίμα του.
«Να δούμε τώρα, άν θα θυμηθείς...
Ήμουν νέος τότε, περίπου 369 χρονών. Η γή ήταν ακόμα όλη ξανθιά και πράσινη. Όπου έφτανε το μάτι σου έβλεπες αποχρώσεις ξανθιές και πράσινες. Ήχοι, τίποτα. Ένα γλυκό τίποτα, ένα τίποτα μόνο δικό μου, και της γής. Οι στιγμές, δεν είχαμε μέρες λεπτά και ώρες τότε, ούτε χρόνια φυσικά, περνούσαν, και η Γή άλλαζε. Δεν μου μιλούσε, δεν με πλησίαζε. Σαν να της είχα κάνει κάτι και να την είχα πειράξει. Σαν να μην την είχα σεβαστεί. Κάθε φορά που πήγαινα να της μιλήσω, να την πλησιάσω, εκείνη τίποτα. Μου γυρνούσε τα όμορφα ξανθά και πράσινα μάτια της, και άπλωνε μια παγωμένη ομίχλη γύρω από τη ζωή μου. Μια φορά μόνο κατάλαβα πως η Γή ήταν πληγωμένη. Δεν την είχα θυμώσει, την είχα πληγώσει. Και όλοι ξέρετε τι γίνεται άμα πληγώσεις τη Γή, έτσι δεν είναι; Καταστροφές, άγριες καταστροφές προμηνύονται. Διότι η Γή, όπως κάθε γυναίκα όπως έμαθα αργότερα, έχει ενα κύκλο. Ένα συγκεκριμένο τρόπο που ξεπερνάει ή καλύτερα αντιμετωπίζει μια πλήγή. Στην αρχή έρχεται η στεναχώρια. Μετα πλησιάζει η νηνεμία, η απραγία. Στη συνέχεια έρχεται ο θυμός, και τελευταία, πιο γλυκεία και πιο θανατηφόρα έρχεται η εκδίκηση.
Και η εκδίκηση, φίλοι μου... Δεν ξέρεις ποτέ που μπορει να φτάσει μια γυναίκα που θέλει να εκδικηθεί.
Και έτσι, ανυποψίαστος προσπαθούσα να σκαρφιστώ τρόπους να πλησιάσω την Γή, την καλυτερη και μοναδική μου φίλη, για να την κάνω να αισθανθεί καλύτερα. Να ημερέψει, να μου μιλήσει. Ρώτησα τον Ουρανό, και μου γύρισε και αυτός την πλάτη.
Μα γιατί, τι είχα κάνει; Τον παρακάλεσα 'Ουρανέ μου, εσύ με καταλαβαίνεις, τι συμβαίνει, πές μου. Η Γή είναι η φίλη μου, και δεν μπορώ να την πλησιάσω πια...'
Ο Ουρανός, δεν ξέρω, με λυπήθηκε, και ένα βράδυ που η Γή κοιμότανε και ο Ουρανός αγρυπνούσε, μου ψιθύρισε. 'Να φοβάσαι πάντα τον θυμό της γυναίκας που σε αγάπησε, και δεν πήρε αγάπη πίσω.'
Και μ'αυτό ξεκίνησαν τα βάσανά μου.»

Κάνει ένα βήμα πίσω στο τραπέζι, γυρνάει την πλάτη στο κοινό, βάζει το ένα χέρι στο τραπέζι, αναστεναζει, κοιτάει πάνω, γυρνάει και συνεχίζει

«Η γή δούλευε κρυφά τις νύχτες, τότε που νόμιζα οτι κοιμάται, κρυφά, ύπουλα, υποχθόνια, κακά, δυσοίωνα. Αναδευόταν, ρευόταν, πορευόταν, ντρεπόταν, μα συνέχιζε. Συχνά κόκκινοι καπνοί ξεπετάγονταν από τα μάτια της, έντονες μυρωδιές ξεχύνονταν από τα μαλλιά της. Δεν ήταν πια όλα ξανθα και πράσινα. Ήταν γκρί, κόκκινα, μαύρα, ξένα, αφιλόξενα. Δεν ήξερα πια τι να κάνω, που να κρυφτώ. Δεν έκανα προσπάθειες να πλησίασω την γή, να της μιλήσω. Είχα χάσει τον μόνο σύντροφο μου στην ζωή, και δεν είχα σε ποιόν να στραφώ. Ήθελα κάποιον τόσο πολυ να του μιλήσω.. μια παρέα. Ο κόσμος είναι τόσο άδειος άμα είσαι μόνος. Οι στιγμές τόσο ανούσιες αν δεν έχεις να της μοιραστείς με κάποιον. Κι εγώ ήμουν έτσι ακριβώς, άδειος ανούσιος. Η γή το ήξερε. Είμαι μοναχικός άνθρωπος, και όμως με άφησε έτσι, χωρίς να μου πεί τίποτα, μόνο, μοναχικό, μοναχικό και μόνο. Και σιγά σιγά άρχισα να την μισώ. Να την μισώ με ένα μίσος στην αρχη σιγανο, χαμηλο, ενοχλητικό αλλά όχι και ασήκωτο. Περνούσαν οι μέρες όμως και εγώ πιο μόνος, πιο μοναχικός, πιο μοναχικός, πιο μόνος.
ΕΣΥ ΕΦΤΑΙΞΕΣ ΓΙΑ ΟΛΑ.» ουρλιάζει κοιτώντας πάνω από τα κεφάλια του κοινού, ξαφνικά, να τους τρομάξει. Αμέσως μετά η φωνή του ηρεμεί.

«Και δεν υποπτέυτηκα τίποτα. Μόνο το μίσος μου μεγάλωνε, αυτό μου κρατούσε παρέα τις στιγμές που δεν ήξερα πού να ακουμπήσω τις σκέψεις μου. Πού να ξεκουράσω το κεφάλι που ήταν γεμάτο διαδρόμους, διαδρόμους που δεν ήθελα κάν να γνωρίσω. Μόνο που το πρόβλημα με το μίσος είναι, όπως τώρα πια ξέρουμε όλοι, οτι σε τυφλώνει. Έτσι κι εμένα, με τύφλωσε. Με τύφλωσε και δεν καταφέρα να διαβάσω πίσω από τα μάτια της, τα μάτια της Γής, πίσω από το χαμογελό της, το χαιρέκακο χαμόγελο του μίσους μου.
Ώσπου άξαφνα, όπως το συνηθίζει, γιατί δεν προειδοποιεί κανέναν και για τίποτα, η γή σταμάτησε να γεφυσά, να ξερνά, να μουρμουρά, να ανταπαντά και να ουρλιάζει ασταμάτητα. Χαχα. Ξέρω τι θα πείτε. 'Καί δεν σε έβαλε σε σκέψεις αυτη η ηρεμία;'
Όχι.. Την μισούσα και δεν με ένοιαζε.
Στιγμές ολήκληρες, μιλιούνια από στιγμές μετά, η Γή σιώπησε εντελώς. Και είδα μια σιλουέτα. Δεν κατάφερα να δώ πολλά στην αρχή, γιατί ένα εκτυφλωτικό φώς εμπόδιζε τα δυστυχισμένα μου μάτια να δουν λεπτομέρεις. Ήταν ένα όραμα. Μια μορφή τυλιγμένη σαν σε φλόγες, σέ ένα πέπλο κεντημένο με χιλιάδες ακτίνες του Ήλιου. Έκλεισα τα μάτια μου, σίγουρος οτι θα φύγει. Μετα από λίγο άνοιξα το ένα δειλά δειλά. Μετά άνοιξα και το άλλο, γιατι το θέαμα ήταν πολύ μοναδικό για να το χαρεί το ένα μου μάτι μόνο.
Μπροστά μου ήταν η Γυναίκα. Το δερμα της ήταν ρόζ, ήταν κίτρινο, ήταν γαλάζιο, ήταν πορσελάνινο, ήταν γυάλινο. Τα μαλλιά της ήταν κόκκινα, ήταν πορτοκαλί, ήταν ροδακινί. Τα μάτια της ήταν μαύρα, ήταν γκρί, ήταν πράσινα. Με κοίταξε με τα μεγάλα μαύρα, γκρί, πράσινα μάτια της, με ακούμπησε με το ρόζ, κίτρινο, γαλάζιο πορσελάνινο, γυάλινο δέρμα της. Ανεξήγητα, σαν να με τράβηξε μια αόρατη κλωστη, έπεσα στα γόνατα και άρχισα να τις φιλάω τα ξυπόλητα πόδια. Τα δακρυά μου έβρεχαν το ροζ κίτρινο γαλάζιο πορσελανινο γυάλινο παγωμενο δέρμα των ποδιών της. Εκείνη ακόμα δεν είχε ανοίξει το στόμα της. Ξαφνικά ένα γέλιο ακούστηκε μακριά, ένα υπόκωφο κακάρισμα, ένα έξαλλο γέλιο, σχεδόν τρομαχτικό. Την ίδια στιγμη Εκείνη με έπιασε απο το χέρι και με σήκωσε. Το άγγιγμα της έκανε τους διαδρόμους στο μυαλό μου να σκοτεινιάσουν, και το γέλιο ξεχάστηκε μονομιάς. Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε 'Είμαι δικιά σου'.
Χωρίς δεύτερη σκέψη την πήρα στα χέρια μου, και την έβαλα στην ζωή μου. Χωρίς ερωτήσεις. Ποιά είσαι, πώς βρέθηκες εδώ, τι γυρεύεις, που πας.. Τίποτα, σαν να μην είχε σημασία. Τα σωματά μας ενώθηκαν, και ταιριάζαμε όπως δυο κομμάτια ενός πάζλ. Αυτό είναι συνήθως η πρώτη ένδειξη οτί κάτι δεν πάει καλά. Κανείς δεν μπορεί να ταιριαζει έτσι με κανέναν. Δεν είμαστε φτιαγμένοι να γινόμαστε ένα. Να ταιριάζουμε, ναι, άλλα όχι απόλυτα. Κάτι διαβολικό συμβαίνει άμα η ύπαρξή μας ολοκληρώνεται τελείως με κάποιον.
Από αυτό και μόνο έπρεπε να καταλάβω.
Ηταν για πάντα η ζωή μου. Ηταν για πάντα, τα πάντα για μένα.

Δεν έπρεπε να το έχεις δείξει ρε.. εκεί έκανες το μεγάλο λάθος.
Κι ύστερα Εκείνη, όπως ήρθε, έτσι έφυγε.
Ξαφνικά. Σε μια στιγμή. Σε ένα κλείσιμο του ματιού.
Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Μήπως δεν υπήρξε καθόλου;

Και τότε θυμήθηκα τα γέλια. Τα γέλια της εκδίκησης. Την ευτυχία του πόνου. Την έψαξα παντού. Μέσα μου, δίπλα μου, στο Θάνατο, στον Ουρανό. Τα γέλια εκείνα ήταν η μόνη μου παρέα.

ΕΣΥ;;; ΓΙΑΤΙ;;» φώναζε στην Γη.

«Για να δεις τι θα πει πραγματικός πόνος. Για να δεις τι θα πει απώλεια, τι θα πει αγάπη, έρωτας, μίσος, ελευθερία, μοναξιά. Τι θα πει ζωή και τι θα πει θάνατος» ήρθε η απάντηση από την γυναίκα Γη.

«Και τώρα που τα έμαθες, πάρε τη ζωή μου και πιες την, γιατί εγώ είμαι εκείνη, εγώ είμαι εσύ, εγώ είμαι ο Θάνατος, εγώ και η ζωή»


loulou

Ετικέτες


Permalink για το "Ο Άντρας και η Γή. (Ένας υποθετικός μονόλογος)"

24.2.07

Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων

Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων η μουσική παίζει τις νύχτες – οι παλιές αγάπες αναβιώνουν – οι στίχοι γράφονται στους τοίχους... για ένα βράδυ, μόνο για ένα βράδυ ο καθένας, στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων.

Πώς έφτασες δεν είναι σίγουρο, μόνο κοιτάς αφηρημένα το κορίτσι που σου προτείνει τα κλειδιά για κάποιο δωμάτιο που δε θυμάσαι να ζήτησες.
- Σας έβαλα στο 201.
Και σου κλείνει το μάτι συνομωτικά. Τα χείλη της – συνειδητοποιείς καθώς απομακρύνεσαι από τη ρεσεψιόν – δεν άνοιξαν ποτέ. Διατήρησαν το σχήμα τους – σαν κόκκινη λεπτή γραμμή - το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου – από την πρώτη ματιά μέχρι την τελευταία. Κι όμως θυμάσαι τον αριθμό του δωματίου ξεκάθαρα και τη φωνή της να αντηχεί στα αυτιά σου.

Πριν βάλεις το κλειδί στην πόρτα – μπρούτζινα γράμματα που αντανακλούν στο φως του διαδρόμου – νιώθεις το παιδί με τις βαλίτσες πίσω σου. Έφερες βαλίτσες; Από πού; Καθώς του δίνεις ένα μικρό φιλοδώρημα – ό,τι βρήκες στις τσέπες του παντελονιού σου – σε ενημερώνει επί του ορόφου
- Απέναντι σας μένει πάντα ο Τζιμ Μόρισον. Δεν δίνουμε ποτέ το δωμάτιο του σε επισκέπτες. Τους ενοχλεί, ξέρετε, όλη νύχτα απαγγέλει ποιήματα. Αν δεν μπορέσετε να κοιμηθήτε ειδοποιήστε την ρεσεψιόν σας παρακαλώ.
Τον ευχαριστείς με ένα νεύμα – αβέβαιος πώς μπορείς να απαντήσεις.

Παρακολουθείς τα πάντα μουδιασμένα, από μια σκοτεινή γωνία – κρυμένη κάπου στις πτυχές της δειλής σου ύπαρξης. Ακόμα και τον εαυτό σου που κλείνει την πόρτα απαλά. Κρυφοκοιτάς το σκουρόχρωμο κορμί, τον τρόπο που περπατάς κάπως σκυφτός, κάπως όρθιος – ενδιάμεσα. «Η ζωή σου κρίθηκε στα ημίμετρα», σιγοτραγουδάει το χαιρέκακο κομμάτι σου καθώς ανοίγεις τις κουρτίνες και χαζεύεις ένα δάσος σκοτεινό, ριγμένο κάπως άτακτα πέρα από τις μαρμάρινες αυλές και το μισογεμάτο συντριβάνι. Τα βατράχια στήνουν χωρό στα ξεχασμένα νερά.

Στο τραπέζι περιμένει ένας δίσκος με φαγητό – μήπως το παρήγγειλες και δεν το θυμάσαι; Δεν πεινάς, πείθεις τον εαυτό σου, και μπαίνεις στο μπάνιο. Στο καθρέφτη, το κορμί σου φαίνεται θολό μέσα από τους υδρατμούς, κι αυτή την ουλή στο στήθος σου δεν τη θυμάσαι καθόλου. Περνάς τα δάχτυλα σου πάνω από το ροζ σημάδι, από το λαιμό σου, στη θηλή σου, στα πλευρά σου, μία γραμμή λεπτή – πολύ λεπτή – όπως τα χείλη του κοριτσιού στη ρεσεψιόν – το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου.

Στάλες νερό στολίζουν το χαλί καθώς τινάζεις τα μαλλιά σου πίσω. Στον καθρέφτη ρίχνεις μια φευγαλέα ματιά και καθώς έρχεται το αναμενόμενο χτύπημα στην πόρτα σηκώνεις το αριστερό σου φρύδι.... «Στα ημίμετρα!» – ψιθυρίζει το επίμονο κομμάτι σου καθώς βάζεις το χέρι σου στο πόμολο και το γυρνάς αργά.

Το χέρι της είναι ακόμα στον αέρα, το στόμα της είναι μισάνοιχτο – επιτέλους ένας κύκλος παρά μια κόκκινη γραμμή – και τα μάτια της κοκκινίζουν σχεδόν αστραπιαία. Αυτόματα θυμάσαι, βγαίνεις σαν μισοπνιγμένος από την ομίχλη και βάζεις το χέρι σου στο στόμα της.
- Χωρίς ονόματα. Αν το πεις χάθηκα.
Και την τραβάς μέσα... «Σαν εραστής σε κακοπαιγμένη ταινία», φωνάζει το κομμάτι σου που παρακολουθεί με μανία.

Στα λινά σεντόνια το δέρμα της είναι ακόμα το ίδιο τρυφερό, το ίδιο σκούρο, το ίδιο... με το δικό σου. Κλαίει ονειρικά στην αρχή, κυλάνε αλμυρά δάχτυλα στον τρυφερό λαιμό της. Χωρίς κουβέντα – την κρατάς αγκαλιά από πίσω, σαν παιδί, την ασφαλίζεις ανάμεσα στα πόδια σου και δένεις τα χέρια σου μπροστά στο στήθος της.

Τη γαμάς απλά και γρήγορα. Δεν υπήρχε άλλωστε ποτέ καλύτερο κρεβάτι μεταξύ σας. Και τραβάς νοητή γραμμή κάτω από την πρόταση. Ποτέ καλύτερο κρεβάτι. Γραμμή. Λεπτή και κόκκινη - το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου.

Φιλάς τα άγια της δάχτυλα και κλείνεις τα μάτια της με το χέρι σου, καθώς κοιμάται. Τα τσιγάρα είναι στην τσέπη σου – δεν είχες σκεφτεί το κάπνισμα μέχρι τώρα – και ο αναπτήρας αφημένος σε ένα από τα τραπεζάκια του δωματίου. Ανοίγεις την πόρτα αλλά δεν κοιτάς πίσω – ξέρεις, πολύ βαθιά και πολύ σίγουρα, ότι το κορμί δεν είναι πια εκεί αν και η μυρωδιά παραμένει.

Στέκεσαι στο παράθυρο του διαδρόμου, τα φώτα κάπως χαμηλωμένα και καθώς ο καπνός σου στροβιλίζει στον αέρα οι μπότες του Τζιμ Μόρισον αντηχούν στο διάδρομο και η φωνή του μελωδικά διώχνει το φως. Από τις σκιές του διαδρόμου σε ρωτάει νυσταγμένα:
- Ακόμα εδώ;
- Ακόμα.
- Ήρθε;
- Κι έφυγε ήδη.

Απλώνει το χέρι του μέσα από το σκοτάδι και σε χτυπάει στον ώμο.

Σηκώνεις το τσιγάρο στα χείλη σου και η μυρωδιά της – που έχει μείνει στα δάχτυλα σου – εισβάλει βίαια και γρήγορα και ανατινάζει το σώμα σου.

- Είναι κρίμα που δεν γράφεις μουσική – ψιθυρίζει ο Τζιμ Μόρισον από τις σκιές – ίσως να περνούσε ο καιρός γρηγορότερα, και απομακρύνεται απαγγέλωντας το Shaman’s Blues.

Εσύ, ο Τζιμ Μόρισον και ο Μαρά – γεμάτοι ουλές που έκλεισαν εδώ και χρόνια, μόνιμοι κάτοικοι στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων. Ο Τζιμ δέχτηκε την επίσκεψη του πολύ πριν φτάσεις και δεν μιλάει ποτέ για αυτήν. Ο Μαρά σου είπε μια νύχτα μεθυσμένος ότι ο επισκέπτης άφησε καινούριες ουλές στον τρυφερό Καλιφορνέζο ποιητή. Άλλες λεπτομέρειες δεν έμαθες. Ο Μαρά ακόμα περιμένει τη δική του – αιώνες μετά. Υποπτεύεσαι καμιά φορά, τις λευκές νύχτες της ανίας, ότι η επίσκεψη του ήρθε και πέρασε αιώνες πριν ενώ αυτός χασομερούσε κάπου πνιγμένος στο ποτό και τις τύψεις.

Όλοι οι άλλοι περνάνε και φεύγουν. Άλλοι μια νύχτα, άλλοι δύο. Εσύ σταμάτησες να μετράς εδώ και καιρό. Περίμενες χωρίς αιτία, μπεκρόπινες με τους ποιητές της επανάστασης και συζητούσες στίχους και γυναίκες με την ίδια απάθεια.

Τώρα που ήρθε κι έφυγε η επίσκεψη σου – σε μια στιγμή κατάλαβες, σε μια στιγμή απόκτησες, σε μια στιγμή έχασες. Θα περιμένεις. Εσύ... επισκέπτης στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων. Μόνιμος κάτοικος. Στο μεταίχμιο, στο μεταξύ, στο ημίμετρο. Στη λεπτή και κόκκινη γραμμή - το σύνορο μεταξύ Κόλασης και Παραδείσου.
Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων η μουσική παίζει τις νύχτες – οι παλιές αγάπες αναβιώνουν – οι στίχοι γράφονται στους τοίχους... για ένα βράδυ, μόνο για ένα βράδυ ο καθένας, στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων.

--------------------------------------------------------

Ετέθη επί χάρτου εν Λονδίνο την 30η του Ιανουαρίου, το σωτήριον έτος 2007. Ετέθη επί ψυχής εν Μεταίχμιον – όσοι επήγαν ξεύρουν.
Σοφία


Digital-era

Ετικέτες


Permalink για το "Στο ξενοδοχείο των φαντασμάτων"

19.2.07

Adherel





"Με το φεγγάρι του Δεκέμβρη ξαναγεννιέμαι και πεθαίνω"

Τη λέγανε Adherel κι ήταν κόρη του φεγγαριού. Γεννήθηκε ένα βράδυ του Δεκέμβρη με πανσέληνο, σαν η σελήνη έριξε τ’ ασημένιο φως της στα γυάλινα νερά της λίμνης, έγλυψε τα νούφαρα που τη χαϊδεύανε απαλά, τα παραμέρισε διεκδικητικά και εισέβαλε μέχρι τα άδυτα του βυθού της. Είχε κόκκινα κυματιστά μαλλιά που πάνω τους σκαλώνανε τ΄αστέρια, μάτια γκρίζα, μακριά κρινοδάχτυλα, κορμί ελαφιού κι ασημιά φτερά πεταλούδας καρφωμένα στις ωμοπλάτες. Φίλοι της ήταν τα πουλιά και φύλακας άγγελός της το πούμα.Την είδε ο ήλιος σαν ξεπρόβαλε γυμνή πρώτη φορά απ’ τη λίμνη. Την ομορφιά της ζήλεψε. Την καταράστηκε να μην μπορεί ποτέ να βγει στο φως της μέρας, να καίγεται το δέρμα της στην πρώτη αχτίδα και μιλιά να μη βγει ποτέ απ΄τα γλυκά της χείλη. Μόνη να ζει και να πλανιέται μες το σκοτεινό το δάσος, νύχτα, με συντροφιά το μαύρο πούμα και τ΄ άστρα που σκαλώναν στα μαλλιά της. Μόνο κάθε πανσέληνο Δεκέμβρη τα μάγια ίσως να τα λύσει, αν βρει το ταίρι της την ώρα που όλοι θα κοιμούνται.Κι έβγαινε κάθε που θα νύχτωνε γεμάτο το φεγγάρι του Δεκέμβρη, σαν αμαζόνα το μαύρο πούμα καβαλούσε και ξεκινούσε το κυνήγι. Κι όργωνε το δάσος με τα πουλιά στο διάβα της κι άστραφταν τ΄αστέρια στα μαλλιά της δίπλα στο φως της λίμνης. Τριγύριζε στου blogspot το μικρό χωριό και κλεφτά παρατηρούσε τα ζευγάρια που κοιμόντουσαν σφιχτά αγκαλιασμένα απ΄τα μισάνοιχτα παράθυρα τις νύχτες, έκλεβε τις ανάσες τους και τα φιλιά τους ζήλευε, τα μοιρασμένα οράματα καθώς γερνούσανε μαζί. Στεκόταν πάνω απ΄τις κούνιες των μωρών και τρύπωνε κάτω απ’ τα σφαλιστά τους βλέφαρα, θέρμη γλυκιά να πάρει απ’ τα όνειρά τους. Και κάθε Δεκέμβρη με πανσέληνο, σύντροφο έψαχνε να βρει για να λυθούν τα μάγια. Κι έλιωνε σαν το κερί κάθε που ξημέρωνε, γιατί ήξερε πως δεν θ’ αντέξει ως τον επόμενο Δεκέμβρη. Παρήγγειλε λοιπόν και κάλεσαν όλα τα ζωντανά του δάσους. Μαζεύτηκαν μια νύχτα με πανσέληνο για να τους αποχαιρετήσει και χρυσοποίκιλτα μικρά πουγκιά τους έδωσε με ρόδια και μια μπούκλα απ’τα πορφυρά μαλλιά της μ’ ένα αστέρι στον καθένα. Κάνανε κύκλο γύρω απ’ τη φωτιά κι ενώσανε τα χέρια και τότε μόνο η κόρη η μουγκή μίλησε σε όλους με τα μάτια. Και είδανε τον πόνο της και όσα έκρυβε η καρδιά της τόσα χρόνια και δάκρυσαν που μπόρεσαν τη σκέψη της να νιώσουν. Και κύλησαν τα δάκρια και παγωμένα γίνανε ρουμπίνια και διαμάντια που γυάλιζαν απόκοσμα στο φως της φλόγας. Και τότε αυτή σηκώθηκε και φρενιασμένα χόρεψε μέσα στον κύκλο, πετώντας από πάνω της το πέπλο που φορούσε. Κι η γύμνια της τους τύφλωσε τόσο όμορφη που ήταν και τα πουλιά φτερούγισαν στης μουσικής τον ήχο. Το πούμα μόνο βόγκηξε με κόκκινα τα μάτια, που ένιωσε πως θα ‘χανε για πάντα την κυρά του. Πάνω απ΄τη φωτιά εκείνη αιωρήθηκε για λίγο, το βλέμμα της πλανήθηκε υγρό τριγύρω και ξάφνου βούτηξε στις φλόγες χωρίς μιλιά να βγάλει. Το μόνο που ακούστηκε στη σιγαλιά του δάσους, ήταν ο ήχος από φτερά ασημένια που τσακίσανε και πορφυρά μαλλιά που μύρισαν καμμένα. Κανείς δεν είπε τίποτα, μόνο κλαίγαν από μέσα τους όπως κι εκείνη τόσα χρόνια. Σαν έσβησε η κόρη, σύννεφα κάλυψαν τη σελήνη δακρυσμένη, τ΄αστέρια εξαϋλώθηκαν και το δάσος του blogspot σκεπάστηκε με ασημένια φεγγαρόσκονη.


* Το κολλάζ είναι της candyblue
Nosyparker

Ετικέτες


Permalink για το "Adherel"

3.2.07

Intercity ...


Έτσι ειμ’ εγώ, ταξιδεύω από μέρος σε μέρος, δε μένω πουθενά πολύ καιρό. Τελευταία δούλευα στα Πυρηναία, στα σύνορα με τη Γαλλία, χιόνια – you know. Σερβιτόρα είμαι, σερβιτόρα… Μια εδώ, μια εκεί… δε μου αρέσει να μένω στο ίδιο μέρος… Σε όλη την Ευρώπη έχω πάει, αλλά από Ασία μονάχα στην Ταϋλάνδη. Εκεί το έκανα το τατουάζ, χαχαχα…

I know, μιλάω δυνατά και γελάω ακόμα πιο δυνατά… οι άνθρωποι με κοιτάνε περίεργα… Αλλά, πολύ σοβαροί δεν είναι; Να αυτές οι κυρίες πίσω, πολύ σοβαρές… δε γελάνε ποτέ; Μπα, εσύ δεν είσαι σοβαρός, είσαι ok, χαχαχα…

Κάνει κρύο, κι εγώ είμαι μ’ αυτό το μπλουζάκι… ευτυχώς έχω το σάλι… σε πειράζει να βάλω τις κάλτσες μου; Γράθιας… Στην Ιμπίθα, έκανε ζέστη… you know, από την Ιμπίθα είμαι, εκεί είναι το σπίτι μου, η μαμά μου… πήγα και τους είδα… και τηλεφώνησε η φίλη μου από Σαλόνικα, μαζί δουλεύαμε στα Πυρηναία, you know - και μου λέει γιατί δεν έρχεσαι τώρα που δεν έχει δουλειά να περάσουμε μαζί καμιά δεκαριά μέρες; Θα γυρίσουμε σε διάφορα μέρη… όχι δεν τα ξέρω, δεν έχω ιδέα που θα πάμε, χαχαχα…

Αχ, γιατί να απαγορεύεται το τσιγάρο σ’ αυτό το τραίνο, χαχαχα… καπνίζω πολύ… αυτά είναι ρουμάνικα τσιγάρα, μου τα έδωσε ένας φίλος από Ρουμανία και θυμήθηκα, η φίλη μου κάνει συλλογή από πακέτα, θα της το πάω… Αλλά πρέπει κάποτε να το κόψω, είναι όμως δύσκολο, you know… Πρέπει να σταματήσω να πίνω κιόλας, με είδες πριν, έπινα μπύρα… Είμαι πια είκοσι οχτώ, δεν είμαι κοριτσάκι, you know

Όχι, σπάνια κλαίω… είμαι γελαστό παιδί, δε σκέφτομαι και πολύ… Για μένα έχει σημασία η ελευθερία και η ανεξαρτησία, όπως σ’ όλες τις κοπέλες, you know, όχι ρομάντζα και λουλούδια και αηδίες… Μόνο μια φορά I was in love, πάνε τέσσερα χρόνια… αλλά αυτό κρατάει λίγο καιρό, έτσι δεν είναι;

Αχ, ωραία η μπύρα, thanks… αλλά κάποτε πρέπει να σταματήσω να πίνω… θέλω να κάνω κι ένα παιδί, in the future… με περιμένουν, μου είπε η Μάρθα, θα κάνουμε πάρτυ απόψε, you know, αλλά δεν ξέρω αν θα με κρατάνε τα πόδια μου γιατί το πρωί ταξίδεψα με τραίνο ως τη Μπαρθελόνα, μετά πήρα το αεροπλάνο για Ατένα και μετά τραίνο για Σαλόνικα… αλλά είμαι συνηθισμένη στα ταξίδια, you know…

Λες να προλάβω να καπνίσω το τσιγάρο στη Λαρίσα; Να πάω εκεί, ανάμεσα στα βαγόνια; Λες να με πετάξουν από το τραίνο; Θα τους πω πορφαβόρ, σπανιόλα λόκα είμαι, χαχαχα… Άσε, θα περιμένω τη Λαρίσα… Να πιούμε μια μπύρα ακόμα, τι λες;

Πάνος Ζέρβας

Ετικέτες


Permalink για το "Intercity ..."

29.1.07

Τσίκα Κολιμπρί


Έτσι ονομάζουν τα καλά παιδιά οι Περουβιανοί, τις κοπέλλες που έχουν παραπάνω από ένα γκόμενο και αυτή η φράση μου θύμισε τότε που μάζευα λεφτά για να πάω στο Περού. Γουελ αυτό ήταν μεγάλη βλακεία γιατί κανείς δεν μαζεύει λεφτά για να πάει ταξίδι. Πάει κι ότι γίνει.
Ενιγουέιζ στα καλά καθούμενα βρέθηκα να δουλεύω σε μπαρ κάτι το οποίο είχε τα καλά του δε λέω. Ποτά, λεφτά και γυναίκες που περίμεναν με το κλείσιμο. Τι ωραία που ήταν τότε! Υπήρχαν κορίτσια που πήγαιναν μόνο με μπάρμαν άλλες μόνο με πορτιέρηδες και άλλες μόνο με ντι τζέυς. Αλλά όταν λέμε μόνο, Μόνο! Δεν είχες ελπίδα αν ανήκες σε κάποια άλλη συνομοταξία. Οι απατεώνες οι μπάρμαν έφευγαν πάντα με τις καλύτερες τις πιό καλοντυμένες και τις πιό ενθουσιώδεις γιαυτό και δεν τους χώνεψα ποτέ. Ένα σφηνάκι, δύο σφηνάκια, ένα σέικερ και βουαλά another happy cintroen.
Σε εμάς τους κακομοίρηδες τους βινυλιομάχους ερχόταν οι πιό ιντελεκτουά με τα μαλλιά βαμένα στα πιό απίθανα χρώματα και έπιναν τα πιό ανώμαλα ποτά: baileys με σόδα, blue curacao με σαμπούγκα πάντα κάτι που να ταιριάζει με το απιθανέ μαλλί. Άσε που μας τα έκαναν τσουρέκια με τις απαιτήσεις τους για κομμάτια σε ώρες που εμείς είμασταν κομμάτια.

Ώσπου ερχόταν η Πέμπτη! ΧΑ! Thank god is Πέμπτη. Αυτή την ευλογημένη μέρα έπαιζε μπασκετ ο Άρης (όταν ήταν στις καλές του πριν 6,500 χρόνια) και όλος ο ανδρικός πληθυσμός έβλεπε μπασκετ. Γουαουά. Αιδιοκαταιγίδα στην κορομηλα. Κάθε είδους λαιμοί, γάμπες, μαλλιά παρέλαυναν μπροστά μας, μπαινόβγαιναν στα μπαρ σα τα κολιμπρί του τίτλου και αποζητούσαν το ημερήσιο φλερτ που δεν κατέληγε πάντα αναγκαστικά σε σεξ (λέμε τώρα).
Μια τέτοια θεϊκή Πέμπτη δωροδόκησα, εκβίασα και γαργάλεψα με καλαμάκια ριγέ (από τα χοντρά) το μπαρμάνι και τελικά τον έπεισα να αλλάξουμε θέσεις για 2-3 ώρες. "Ρε μαν δεν είναι τίποτα θα σου βάλω μια κασέτα κι εσύ θα κάνεις πως αλλάζεις δίσκους (δεν του είπα βέβαια ότι κι εγώ το ίδιο έκανα) μέχρι να έρθει η Τσίκα που θέλω". Οκ.. Αυτός τα βόλεψε μια χαρά ενώ εγώ πάλευα με τα παγάκια, τα ποτήρια και τα μπουκάλια πρσπαθώντας να ικανοποιήσω το πλήθος με την ακόρεστη δίψα.
Κι ενώ τα είχα κάνει αιδοίον μέσα στο μπαρ με τα παγάκια να λυώνουν, ζάχαρη χυμένη στο πάτωμα και αλάτια στη μπάρα μπήκε! Ναι! Η ευκαιρία της ζωής μου. Μπήκε και πήγε κατευθείαν στον πραγματικό μπαρμαν που έκανε τον dj. AAAAAAAA! Δεν είναι δυνατόν. Εγώ είμαι ο μπαρμαν ρε! Άρχισα τα κόλπα με τα μπουκάλια μήπως και δεν κατάλαβε ποιος είναι ο μπάρμαν αλλά τίποτα, νάδα, πάπαλα.
Πλησιάζω στο σημείο που καθόταν και τα έλεγε με το σκουλήκι τον μπαρμαν και τι να δώ? Ο βλακέντιος αντί να βάλει δίσκους όπως του είπα εκείνος είχε αραδιάσει σφηνάκια πάνω στο πλατώ με τεκίλες. Τα νεύρα μου. Πάει η Τσίκα, πάω κι εγώ στο περίπτερο να πάρω τα απαραίτητα. Ο περιπτεράς μεγάλη πουτάνα κατάλαβε με τη μία ότι κάτι τρέχει. "Μόνος μαν? μ-ό-ν-ο-ς?" " Ναι ρε σπαζοκλαμπάνια μόνος και Πέμπτη i know αλλά τι να σου λέω τώρα δεν θα καταλάβεις. γουελ δώσε ένα πλευμπόι ένα χάστλερ μια κις και μια σοκοφρέτα" "να βάλω και σπόρια?" "και δεν βάζεις?" " καληνύχτα και καλούς απογόνους".



Dark Angel

Ετικέτες


Permalink για το "Τσίκα Κολιμπρί"

22.1.07

το κίτρινο μπαλόνι και η φυσαρμόνικα




Κοιτάς τα βιβλία στα ράφια. Ψάχνοντας, το δάκτυλό σου ακουμπά για λίγο κάτι του Ντε Σαντ αλλά συνεχίζεις καθώς το μάτι σου πάει προς τα πίσω· προς το τελευταίο βιβλίο ενός μεγάλου μάστορα, το φυλλομετράς για λίγο, και το μάτι σου πέφτει πάνω σ’ ένα χαρτάκι παγιδευμένο ανάμεσα σ’ ένα βιβλίο και το ράφι. Διαβάζεις το περιεχόμενό του· μένεις άφωνος.

«Τι λέει;»

Δεν απαντάς. Κοιτάς γύρω σου μήπως σε είδε κανείς. Κρύβεις βιαστικά το σημείωμα στο σακάκι σου. Φυλλομετράς ξανά αδιάφορα το βιβλίο, το τοποθετείς στο ράφι. Βγαίνεις από το βιβλιοπωλείο.

Δεν πιστεύω πιστέ αναγνώστη, ότι ψάχνεις ακόμα την περιπέτεια. Εσύ, που μαζί της επισκέφθηκες το Παρίσι, τη Ρώμη και την Αγία Πετρούπολη. Ήρθες αντιμέτωπος με ληστές, παντρεμένους, χωρισμένους, έφερες στον κόσμο παιδιά, ζήσατε το ταξίδι του μέλιτος, δημιουργήσατε σχέσεις, γεράσατε και πεθάνατε μαζί. Όταν όμως εκείνη χαμογελά, αναρωτιέσαι αν πρόκειται για χαμόγελο. Τι είναι αυτό που φαίνεται στο μακρινό ορίζοντα. Γιγάντιοι ανεμόμυλοι; Μίλα φιλόσοφε!

Δεν είναι περιπέτεια αυτό που ψάχνεις φίλε αναγνώστη, αλλά ασφάλεια. Την ασφάλεια του βάρους στην απαλότητας ενός βότσαλου κουρνιασμένου στη σφιχτή σου παλάμη. Κάποια πράγματα προσφέρουν τη βεβαιότητα της σιγουριάς, νιώθεις το βάρος τους. Ανασφάλεια νιώθεις αγγίζοντας μια μπούκλα από τα μαλλιά της.

ημερολόγιο
«Ψιθύρισα κάτι στο τσιγάρο και φύσηξα τον καπνό κατευθύνοντάς τον προς μία γυναίκα που καθόταν στα μπροστινά τραπέζια. Το μήνυμά μου όμως έφτασε προς έναν άνδρα που γύρισε το βλέμμα του αλλού δυσανασχετώντας. Η ορχήστρα ανέβαινε σιγά - σιγά στη πίστα. Έβγαλα απ’ τη θήκη την φυσαρμόνικα, ανέβηκα όρθιος πάνω στην καρέκλα και έπαιξα μία μόνο νότα κρατώντας την όσο περισσότερο άντεχαν τα πνευμόνια μου. Οι θαμώνες έκπληκτοι με κοίταζαν γεμάτοι απορία. Τραπεζομάντιλα και πετσέτες άρχισαν να αιωρούνται πάνω από τα τραπέζια. Δύο σερβιτόροι κινήθηκαν απειλητικά προς το μέρος μου. Πήδηξα κάτω. Κατευθυνόμενος προς την έξοδο· δεν παρέλειψα να προσφέρω μια γρήγορη υπόκλιση προς το ακροατήριό μου. Άφησα το μπαρ με τη νότα να βουίζει στ’ αυτιά μου.»

…………………………………….

Εκείνη
Είναι ξαπλωμένη ανάσκελα με το δεξί πόδι σηκωμένο να σημαδεύει το ξύλινο ταβάνι. Το κίτρινο μπαλόνι προσγειώνεται αργά από το πολύφωτο φτάνοντας στην ανοιχτή σαν βεντάλια παλάμη της που απαλά το ωθεί παίρνοντας και πάλι ύψος. Σε κοιτά και γυρνά στο πλάι. Το βλέμμα σου ταξιδεύει ανέμελα από τα γυμνά της στήθη στο βιβλίο που διαβάζεις. Το κίτρινο μπαλόνι αιωρείται περιμένοντάς την να γυρίσει και πάλι ανάσκελα, να πέσει στο πρόσωπό της.

Γυμνή. Αναρωτιέται αν θα της διαβάσεις κάτι.

Κοιτάς το μοναχικό χαρτάκι που βρήκες στο βιβλιοπωλείο και σκύβοντας, της το τραγουδάς στ’ αυτί. Ξανά, λέει ανυπόμονα. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα, σκύβεις ξανά και επαναλαμβάνεις το τραγούδι. (στο αριστερό αυτί τώρα). Εκείνη σε αγκαλιάζει και σε τραβά επάνω της κλοτσώντας το μπαλόνι μακριά βλέποντάς το να αιωρείται τώρα πια έξω από το παράθυρο. Απολαμβάνεις τη βαρύτητα του σώματός σου πάνω στο δικό της καθώς σκίζεις το χαρτάκι, ψιθυρίζοντας το τραγούδι ξανά και ξανά, κάθε φορά πιο τρυφερά.

…………………………………….

ημερολόγιο
«Εδώ είμαι πάλι, χωρίς δράμα ή μελόδραμα. Πήρα την φυσαρμόνικα, έκλεισα τα μάτια, και έπαιξα τη συμφωνία μου, κρατώντας την μία εκείνη νότα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, νιώθοντας τη βιασύνη του νερού και του αέρα να μου αγκαλιάζει το σώμα. Ανοίγοντας τα μάτια είδα το λιμάνι κάτω μου. Ψάρια, καπέλα, παγκάκια, άνθρωποι, ποδήλατα, άνθρωποι σε ποδήλατα, να κυκλώνουν τα περαστικά σύννεφα. Ένα κίτρινο μπαλόνι πέρασε κουνάμενο από μπροστά μου και το άρπαξα. Είδα τον γέρο με τα πόδια του να σημαδεύουν τα ουράνια κρατώντας με τα δυο του χέρια σφιχτά τα σίδερα του μπαλκονιού. Ο άνεμος ξήλωσε με βία το ημερολογιό μου, οι σελίδες του σκορπάνε σαν φθινοπωρινά φύλλα στον αέρα.

Η συμφωνία μου (έργο ζωής!) είναι γραμμένη σε εκείνες τις σελίδες.»



-------------------------------------------
.
άλλα κείμενα του Ροΐδη που μπορείτε να διαβάσετε στο "ο άλλος Ρο" και "Ροΐδη Εμμονές"

Ετικέτες


Permalink για το "το κίτρινο μπαλόνι και η φυσαρμόνικα"