Tabs: Blog | About Us |

26.1.07

Η επιταγή ...

Ήταν δεν θάταν Νοέμβρης του ’91. Του 1891. Ο Αγγελής, γιος του πιο γνωστού κατσικοκλέφτη της νοτιανατολικής Πελοποννήσου το ‘χε πάρει καιρό πριν απόφαση. Η φαμελιά είχε στόματα και η γη των ορεινών σκληρή. Στα βουνά του Πάρνωνα το ψωμί μόνο καθημερινή υπόθεση δεν ήταν. Ένας συντοπίτης είχε κάνει την αρχή περνώντας με τις καραβιές των εξαθλιωμένων τον ωκεανό. Τα γράμματα που ο Αγγελής ψιλοσυλλάβιζε στη αλαφιασμένη γυναίκα του μετανάστη -σαν έφταναν βέβαια στις αητοφωλιές της Αρκαδίας, μίλαγαν για ένα άλλο ‘κόσμο’˙ «γη της επαγγελίας», την αποκαλούσε ο παπάς.

Δεν χρειάζονταν περισσότερα o ονειροπόλος νιος για να οδηγηθεί στο μπάρκο. Περνώντας από το, φοβερό για τους μεσογειακούς μετανάστες, Ellis Island, το Καστριγγάρι των Ρωμηών, ο έφηβος γνώρισε δύο παιδιά μεσόγειοι κι αυτοί, ξαδέρφια από τη νότιο Ιταλία -ο ένας ήταν σα φυματικός από την πείνα και με χίλια ζόρια μπήκε στη χώρα. Γίνανε αμέσως φίλοι, κι ο Αγγελής με τη βοήθεια ενός σύντεκνου πλαστογράφησε ένα ιατρικό χαρτί για πάρτη του μικρού Ιταλιάνου. Μεγάλο πράγμα. Πολύτιμη γνωριμία για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν..

Στη συνέχεια, και μετά από μια σύντομη όσο και μάταιη περιπλάνηση στο Μεγάλο Μήλο, βρήκε το δρόμο για την Άγρια Δύση. Στην αρχή έσπαγε πέτρες για το σιδηρόδρομο-δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη το αμερικάνικο όνειρο. Η κατάκτηση της Δύσης από τους carpet-buggers συνεχιζόταν. Και οι ανάγκες πολλές. Δουλειά σκληρή και εξοντωτική για άντρες ψημένους, πόσο μάλλον για ένα μάλλον λεπτοκαμωμένο πιτσιρικά που κοιμόταν και ονειρευόταν τα βουνά της πατρίδας του. Σε σχολειό φυσικά δεν πήγε -αλλά τη γλώσσα για να συνεννοηθεί την έμαθε τσάτρα πάτρα. Δεν υπήρχαν συμπατριώτες στο κλιμάκιο που δούλευε, μόνο κάτι Καλαμπρέζοι -οι λοιποί κάτι ντερέκια! σκληροτράχηλοι Ιρλανδοί και κάτι λίγοι Κινέζοι.

Τη νύχτα που ονειρεύτηκε στα αγγλικά, τρόμαξε. Ορκίστηκε στον εαυτό του πως ποτέ δε θα λησμονούσε την πατρίδα. Και παρά τις δυο δεκαετίες και βάλε που ξόδεψε στα ξένα, ποτέ δεν έμαθε καλά αγγλικά..

Κατόπιν, ήρθε το Κλοντάϊκ-πολυυύ μακριά. Ο μικρός είχε καταλάβει πως δεν θα την πάλευε για πολύ στα τραίνα. Ένας γερμανός παλιός χρυσοθήρας του μίλησε για κάτι κοιτάσματα χρυσού, που είχαν πρόσφατα ανακαλυφθεί στην παγωμένη Αλάσκα. Γυρεύανε, λέει, χέρια εκεί για την επεξεργασία. Και πληρώνανε καλά. «Και αν ήσουνα τυχερός»..

Τα πράγματα φυσικά δεν ήσαν έτσι. Τα μεροκάματα καλά, αλλά οι συνθήκες άγριες. Και είχε να στείλει και στο σπίτι: ο πατέρας στη μπουζού- μετά από μια αποτυχημένη ‘επιχείρηση’ σε μια πλούσια στάνη -ίσως και τη μόνη. Η μάνα με φουσκωμένη κοιλιά και ένα αδελφό στην κούνια όταν έφυγε, συν τους παππούδες ε.., βασιζόταν πάνω του. Γνώριμες ιστορίες. Μα εκείνος δεν τους διέψευσε τότε. Ούτε και μετά, όταν πήρε στην καμπή πια του αιώνα τα αδέρφια του μαζί. Να πάνε σχολείο και να αναστηθούν στην πλούσια χώρα. Ο πόθος του ακάματου Μωραϊτη..

Περιπλανήθηκαν, φαίνεται, αρκετά. Ποτέ δεν μάθαμε όλη την αλήθεια. Ο παππούς-γιατί για αυτόν μιλάω τόση ώρα.., είχε φτιάξει κομπόδεμα. Άλλος λέει, βρήκε ένα σβώλο στη στοά και τον κράτησε, άλλος πάλι ισχυρίζεται πως στην Καλιφόρνια κάτι εμπορεύτηκε το ‘07, (να ‘τανε στο Φρίσκο;) και έτσι ψιλο-φτιάχτηκε. Δεν ξέρω -αλλά, όπως και να ‘χει την επόμενη χρονιά εγκαταστάθηκαν στο Σικάγο. Είχε έρθει να τον βρει λίγο πριν ο Γιάννης -το ’10 θα αριβάριζε κι ο μικρός, ο Δήμος. Τον τρέμανε τότε τον παππού-ήτανε κι άπραγοι, βλέπεις.

Η οικογενειακή συνοχή δε διατηρήθηκε και πολύ: το ’12 η μικρά Ελλάς μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι της μοιρασιάς του καταρρέοντος οθωμανικού γίγαντα «με τα πήλινα πόδια». Ο Αγγελής, συντηρητικός μα βαθειά φιλόπατρις άνδρας είχε δώσει χρήματα από το υστέρημα του τα έτη που προηγήθηκαν, για την ενίσχυση του βασιλικού στόλου. Τα νέα για την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο τάραξαν τη βουερή και διαρκώς αναπτυσσόμενη γειτονιά των Ρωμηών στο κεντρικό Σικάγο. Ο παππούς δύο βράδια δεν κοιμήθηκε. Το τρίτο πρωί, σηκώθηκε αποφασισμένος.

Το μανάβικο στο Γιάννη, το φτενό εστιατόριο που με χίλια βάσανα και περισσότερα δανεικά είχε πρωτανοίξει, στο μικρό. Αναστατώθηκε η γειτονιά: «που πας Αγγελή στα 36 σου να πιάσεις όπλο; Ήξερες και χτες..;». Μα εκείνος ήταν αμετάπειστος. Σε μια εβδομάδα ήταν ήδη στο πλοίο της επιστροφής. Σαλπάροντας ο μεγάλος αδερφός, άφησε ευχή και κατάρα στους μικρούς να κοιτάξουν τις δουλειές τους, να μείνουν πάντα μονιασμένοι και να γυρίσουν σύντομα στην πατρίδα. Θα του ‘διναν λογαριασμό σα γύριζαν με το καλό, πίσω.

Κάπως έτσι, ο Αγγελής, από μαγαζάτορας στο Σικάγο βρέθηκε οπλίτης σε μάχιμη μονάδα, απ’ αυτές που έδωσαν δύσκολες μάχες στο Σαραντάπορο και αργότερα στο Μπιζάνι. Τα μακεδονικά βουνά, ωστόσο, δεν του άφησαν τις καλύτερες αναμνήσεις. Προς τα τέλη του Β’ Βαλκανικού, ο παππούς εισέπραξε ένα βαρύ τραύμα στον αριστερό μηρό. Πρόσκαιρα έμεινε σχεδόν κουτσός. Για τα υπόλοιπα εξήντα και βάλε χρόνια της ζωής του θα το κουβάλαγε μαζί του χωρίς ποτέ, καταπώς έλεγε ο ίδιος να το μετανιώσει. Το πόδι θα το ‘σερνε χάμω μα στο μυαλό δεν τον έπιανε κανείς! Παντρεύτηκε μια γυναίκα που του προξένεψαν από τα κοντινά χωριά -εκείνα που θα ιστορούσε αργότερα ο Βαλτινός στην Ορθοκωστά, και συν τω χρόνω νοικοκυρεύτηκε. Αράδιασε κουτσούβελα, αγόρασε γη και πρόσμενε τα αδέλφια του.

Ο Δήμος είχε ξεκινήσει παράλληλα με το μαγαζί να παρακολουθεί μαθήματα σε ένα τεχνικό κολλέγιο-μα δε φάνηκε να τον πολυσκοτίζει. Τα κατάφερνε περίφημα σε άλλα πράγματα: στο μπαρμπούτι, στα χαρτιά και πάνω απ’ όλα στις γυναίκες. Γιατί του αρέσανε οι Αμερικάνες! Ήταν κι ωραίος άντρας, το μαρτυρούν αδιάψευστες οι φωτογραφίες του.. Όταν δε κόλλαγε το μαλλί με τη μπριγιαντίνη και ντυνότανε ομορφονιός με κουστουμιές ατσάκιγες, ‘έγραφε’ στο South End. Εκεί εξάλλου μένανε και οι παρέες του. Κάτι Σιτσιλιάνοι ολκής. Εκεί έκαψε καρδιές και κάηκε κι η γούνα του. Μετά. Γιατί τα ζάρια ήτανε γλυκά -μα τα όβολα δεν ήσαν επαρκή..

Ο Γιάννης αρρώστησε βαριά -χρειάστηκε να νοσηλευτεί. Τα έξοδα πολλά. Κι ο Αγγελής απ’ την πατρίδα, τι να τον ορμηνέψει; Το μανάβικο σύντομα έγινε δίφραγκα για το τζόγο. Τον καιρό που η Λουζιτάνια βυθίστηκε και ο Θείος Σαμ βγήκε στον πόλεμο ενάντια στην κεντρική συμμαχία του Κάϊζερ, ο Δήμος φλερτάριζε με τη «στενή». Τ’ αγγλικά του άψογα, πέρναγε για ραντιέρης ή και για μπίζνεσμαν στους κύκλους που σύχναζε, αλλά ο κύκλος έκλεινε απειλητικά γύρω του. Τότε ήταν που γνώρισε από κοντά τον Giovanni Torrio.

Ο ‘Papa Johnny’ είχε μετακομίσει στο Σικάγο σχεδόν μια πενταετία πριν και είχε ήδη γίνει διάσημος από την εκτέλεση μελών της Μαύρης Χείρας που παρενοχλούσαν ένα θειό του-ονομαστό νονό της περιοχής. Ο Ιταλός, «First of the Gang Lords» τον αναφέρει η μεταγενέστερη βιογραφία του, φαίνεται πως δεν δυσκολεύτηκε να ταυτίσει το επώνυμο του λιμοκοντόρου, που επισκεπτόταν συχνά το πολυτελέστερο μπορντέλο της πόλης, με τον Ρωμηό που με προσωπικό του κίνδυνο τον ‘έσωσε’ στο Ellis Island είκοσι τόσα χρόνια πριν. Έχοντας μεγαλώσει στους δρόμους του Μπρούκλυν είχε πάρει για τα καλά τον άλλο δρόμο -αλλά το χρέος, χρέος..

Μέρος της Ομερτά.

Δεν θα ‘τανε δύσκολο για τον μπασμένο στα κόλπα ανερχόμενο μπόση της περιοχής να δείξει στο Δήμο πως του τη ‘στήνανε. Γούσταρε και το άνετο στυλ και το ανεπιτήδευτο λούστρο του Έλληνα. Και ο άλλος μάλλον δεν εφείσθη θαυμασμού.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν πρέπει να ζορίστηκε ο νεαρός για να πάρει το αίμα του πίσω. Με τη δεδομένη στήριξη του ισχυρού φίλου του, που διέθετε επίσης το παρανόμι ‘The Fox’, ο Δήμος ξεκίνησε φορτσάτα για τη ρεβάνς. Στα δυο χρόνια-μέχρι δηλαδή να επικρατήσει η Αμερική στο Μεγάλο Πόλεμο- ο Δήμος είχε τσιμπήσει –κυριολεκτικά- πίσω το μαγαζί του καθώς και ένα μεγάλο μπακάλικο στη γωνία της South Wabash Avenue με την 124. Στα ζάρια ασφαλώς.

Στα 1920 ξεκίνησε η Ποτοαπαγόρευση. Ο νόμος ήταν σαφής. Απαγορεύεται η παρασκευή, μεταφορά και πώληση οινοπνευματωδών-όχι και η κατανάλωση. Σοφή χώρα «εξαπανέκαθεν» η Αμερική! Και πάντες οι πορευόμενοι επ’ αυτής. Ο Δήμος άνοιξε κανα δυο μαγαζιά ακόμα: ένα κουρείο κι ένα δερματάδικο. Αλλά δεν παντρεύτηκε κι ας ήταν το καμάρι της συνοικίας. Τριγυρνούσε βέβαια με διάφορες-ποτέ Ελληνίδες. Κι όταν έπαιρνε γράμματα από την πατρίδα, απαντούσε μάλλον αόριστα πως ήθελε ακόμη κάποιο καιρό εκεί για να κλείσει κάποιες εκκρεμότητες. Εξάλλου ένιωθε μόνος. Ο Γιάννης εξασθενημένος από μια βαρειά πνευμονία, τα ‘χε μαζέψει από το ’18. Μα δεν έφτασε πίσω, έμεινε στη Λισαβώνα θύμα της ισπανικής γρίπης.. Ο πατέρας του ο Νικολής είχε πεθάνει χρόνια πριν -η μάνα του ας περίμενε λίγο ακόμη. Ποιά Ψωροκώσταινα κι αηδίες..

Στην πόλη του όλα πήγαιναν άψογα. Οι φίλοι του Ιταλοί κυριαρχούσαν παντού-ο Έλληνας είχε γνωρίσει εξαρχής και ένα αμίλητο νεοφερμένο παιδί με άσχημη φήμη ακόμα και ανάμεσα σε σκληρούς άνδρες στα βίαια σοκάκια του downtown, τον Αλ που όλοι φώναζαν «Σημαδεμένο». Γρήγορα ο Giovanni Torrio αναγόρευσε το νεαρό Καπόνε σε δεξί του χέρι. The age of affluence. Η ραγδαία αύξηση των κερδών συγκρινόταν μόνο με την χωρίς προηγούμενο κλιμάκωση της βίας. Καθώς εξελισσόταν η πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, το λαθρεμπόριο κάθε λογής αλκοόλ τράπηκε στο μεγάλο στοίχημα στο πλούσιο Ιλινόις. Ο Τόριο το ‘χε πιάσει για τα καλά το κόλπο. Τα πράγματα σκουρύνανε αναπόδραστα μετά από δυο απόπειρες κατά του Παπα-Τζόνυ, κι ο Ιταλός μέντορας έδωσε το χρίσμα στον αποδεκτό από τις υπόλοιπες οικογένειες Capone.

Πρόβλημα δεν ήταν μόνο η Αστυνομία -ήταν και οι Ιρλανδοί στα πέριξ. Ο Δήμος είχε σχεδόν ταυτίσει τη τύχη του με τους παντοδύναμους φίλους του. Σύχναζε καθημερινά στο θρυλικό Cotton Club και τα ‘χε μπλέξει με μια Πολωνέζα χορεύτρια του μαγαζιού, σωστή καλλονή. Βέβαια, τα πράγματα δεν ήσαν πάντα ήρεμα. Όταν δυο φορτηγάκια του κάηκαν μυστηριωδώς μια νύχτα, το ‘πιασε το μήνυμα. ‘Βαράγανε το σαμάρι για να ακούσει ο γάιδαρος’, λέγανε στα μέρη του. Βλέπεις, το μαγαζί με τα δέρματα ήταν στο Lincoln Park, στην περιοχή του Νorth Side μακριά από κάθε δυνατότητα ‘προστασίας’. Πολλές φορές είπε «να πουλήσει», έτσι δηλαδή έλεγε αργότερα, αλλά οι ‘φίλοι’ του θέλανε το βένιο [=venue], προκεχωρημένο φυλάκιο στην καρδιά των Ιρλανδών. «Πάντως, για όσα έγιναν στο σχεδόν διπλανό γκαράζ της SMC Cartage Company το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου 1929, δεν μιλούσε ποτέ», [έλεγε συχνά με δέος –πολυύ μετά- ο πατέρας].

«Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου», γιατί έτσι έμεινε στην ιστορία η αιματηρή συμπλοκή της συμμορίας του Καπόνε με το βασικό ανταγωνιστή του George Moran, για τους φίλους ‘Bugsy’, σήμανε το τέλος των Ιρλανδών στο Σικάγο-μα δε συνοδεύτηκε από ρωμαϊκό θρίαμβο. Ο Αλ, ωστόσο, δεν πρόκανε να τη χαρεί-σε δυο χρόνια βρισκόταν στο σκαμνί του Federal Court κυνηγημένος άγρια από τον Elliot Ness. Το Αλκατράζ τον ξέκανε σωματικά και ψυχικά-όχι όμως και τους γύρω του.

Το Οκτώβριο του 1929, το Κραχ στη Γουώλ Στρητ, διέλυσε για πάντα την εποχή της αθωότητας. Η οικονομική κρίση που προκάλεσε, σάρωσε τα μεσοαστικά στρώματα, εξαθλίωσε τους μισθωτούς και αφάνισε περιουσίες. Όπως μας έδειξε ο Τζων Στάϊνμπεκ, είχαμε πια στην ίδια τάξη «ανθρώπους και ποντίκια»..

Ο Δήμος σε εκείνη τη φάση έκλεινε είκοσι χρόνια στην ξενιτιά -μα πάλι δε φαινόταν πολύ πρόθυμος να γυρίσει.. Το Depression τσάκισε τις επιχειρήσεις και εξανέμισε τις -έχω λόγους να πιστεύω- παχυλές οικονομίες του. Τις ρέστες τις ρούφηξε η Πολωνέζα του -ο έρωτας της ζωής του. Στα σαράντα του βρισκότανε εκεί που ξεκίνησε, με λίγα κιλά παραπάνω και πολλές-πολλές γνώσεις. Για τη ζωή, ασφαλώς. Ξενοίκιασε το πολυτελές διαμέρισμα του στην πιο καλή γειτονιά, συγκέντρωσε όσα μπόρεσε από τα χρωστούμενα του, δηλαδή κάτι πάνω από το τίποτα. Ποιός είχε να του αποδώσει εκείνα τα χρόνια..? Και ξεκίνησε πάλι με τα βασικά κόζα στον καιρό της κοινωνικής απορύθμισης. Χαρτάκι, μπαρμπούτι -που, όσο να ‘ναι τα τσίμπαγε μαλακά τα οστά, και ‘παλιά μου τέχνη κόσκινο’...

Εδώ το πράγμα γίνεται κομματάκι δύσκολο στην παρακολούθηση. Γιατί αίφνης ο μελαχρινός άντρας με το ειρωνικό χαμόγελο βρέθηκε στον αφρό. Να ‘χε και άλλα φράγκα φυλαγμένα; Δύσκολο, μάλλον του κάθισε καλά η μπίλια στο Βέγκας. Ο Δήμος έφτασε στο Sin City στις 19 Μαρτίου 1931, την ημέρα των γενεθλίων του-το γράφει αυτό σε κάτι γράμματα που βρήκα πρόσφατα, και εκείνη την πρώτη νύχτα αποθέωσε το τραπέζι του μπλακτζακ. Κόμπαζε μετά, πως μόνο τα κορόιδα κάθονται στις ανήλιαγες αίθουσες πάνω από ένα μερόνυχτο και τα ‘κοτόπουλα’. Κάτι έτσι -κάτι αλλιώς, μάζεψε ένα καπιτάλι για να στήσει μια λέσχη στην πόλη του. Στο Σικάγο.

Την επόμενη χρονιά αποφάσισε, κανείς δεν ξέρει ακριβώς γιατί, να επισκεφτεί την Πατρίδα. Ίσως η μάνα που αργοπέθαινε, ίσως μια επιθυμία να δει τον τόπο που γεννήθηκε, δεν ξέρω, ήταν περίεργος άνθρωπος ο Δήμος. Με το που μπήκε το ‘τέρας’ της «Ηπειρωτικής» στο λιμάνι σφυρίζοντας, πρέπει να τα ‘δε όλα. Ή μάλλον όχι -τα είδε σαν κατόρθωσε με χίλια βάσανα να φτάσει στη γενέτειρα. Δεν είχε ειδοποιήσει κανένα- δεν τον περίμενε κανείς. Η οικογένεια είχε μετακομίσει στα πεδινότερα -προς την Αργολίδα. Τους βρήκε σε ένα μικρό χωριό που όριζαν ως τσορμπατζήδες. Έμεινε καμιά δεκαπενταριά μέρες. Με το ζόρι. Τι σχέση είχε αυτός με τους βοσκούς και τους σέμπρους στα χωράφια; Ο Αγγελής είχε φυσικά άλλη γνώμη. Ο παραδοσιακός στις ιδέες μεσόκοπος πια μωραϊτης δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί πως ο μικρός αδερφός είχε γίνει ένα ‘αμερικανάκι’. «Κείνα που κοροϊδεύαμε, γαμώ τον οβραίο μου..», έκραξε τη μόνη φορά που ύψωσε τον τόνο της φωνής του και έφτυσε με αηδία.

Έγινε ασφαλώς ο κακός χαμός. Μα εξίσου αναμενόμενα δεν άλλαξε κάτι. Ο Δήμος αποχώρησε το ξημέρωμα σιωπηλός. Φίλησε την κατάκοιτη μάνα, της άφησε και κάτι λεφτά. Της έταξε πως θα ξαναρχόταν το άλλο καλοκαίρι. Μόνιμα. Θα την έπαιρνε μαζί του στην Αθήνα-δεν ήταν δυνατό να ζούνε στο χωριό! Κάτι πήγε να ψελλίσει η γραία, μα δεν είχε και νόημα. Ας ερχόταν το παιδί. Το παιδί, ωστόσο, το είδε αλλιώς. Δεν ξέρω αν διαβαίνοντας τα σύνορα της περιφέρειας, έπιασε μαύρη πέτρα, το σίγουρο πάντως είναι πως έκτοτε δεν γύρισε πίσω ποτέ.

Στο Σικάγο αγόρασε καινούριο κάρο, το «ακριβότερο» έλεγε το γράμμα που διάβαζε ο πατέρας μου στη μάνα του. Πήρε και εξοχική κατοικία στο Βερμόντ. Πόθεν τα περισσεύματα; Ο Δήμος γυρνώντας έκανε το κόλπο γκρόσο. Η λέσχη πήγαινε καλά κι ο ίδιος διατηρούσε τις παλιές φιλίες έναντι αξιοπρεπών τιμημάτων-αυτές εξάλλου τον προστάτευσαν. Από τους ένστολους και τους λοιπούς οπλοφορούντες. Στα μέσα του ’30 έγινε το μπαμ. Οι λεπτομέρειες παραμένουν στο σκοτάδι. Σε ένα βράδυ, πάντως, βεβαιωμένα περιήλθε στην κατοχή του ένα εικοσαόροφο ξενοδοχείο. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, στα χαρτιά -όχι στα ζάρια. Ο ίδιος έλεγε πως στη συμφωνία περιλαμβανόταν και η γυναίκα του άλλου, αλλά ποτέ δεν τη ‘διεκδίκησε’. Ναι, το ΄χε μάλλον αυτό. Ήταν υπεράνω..

Τα υπόλοιπα ήσαν μάλλον εύκολα. Ο Δήμος ήταν πια ένας εξέχων εντερπρενέρ, a well-respected figure among his fellow-citizens. Πούλησε και τη λέσχη, δε βοήθαγε πια. Μάλιστα λένε πως ξέκοψε και από τους παλιούς φίλους. Αυτό φυσικά το πλήρωσε αργότερα -πάντα τα πληρώνεις αυτά, αλλά δε βαριέσαι.. Δυο νύχτες πριν το Περλ Χαρμπορ, αγόρασε και ένα μεγάλο εστιατόριο στη Νέα Υόρκη. Ο πόλεμος τον κράτησε στάσιμο -ίσως και να τον πήγε λίγο πίσω. Η ζωή του πάλι όδευε καλώς. Αν το ‘καλώς’ μπορεί να θεωρηθεί ένας δεύτερος γάμος, ένα δεύτερο διαζύγιο, δυο, τρεις, τέσσερις γκόμενες, άπειρες περιστασιακές, κλπ.

Γερνούσε όμως, γιαυτό το πάλευε διπλά. Κάτι οι διατροφές, κάτι οι κακές επιλογές στις μπίζνες, του ‘κατσε κάπως στραβά. Το χειρότερο βέβαια ήταν πως είχαν αλλάξει οι καιροί και οι συνήθειες. Οι νέες ομάδες στην πιάτσα δεν είχαν τη μπέσα των παλιών, οι μισοί γνωστοί του από κείνους τους κύκλους ήταν στο Σινγκ-Σινγκ και οι άλλοι μισοί κάτω απ’ το χώμα, είχε κι αυτός ‘αποστασιοποιηθεί’.. Το μεγάλο ρεστοράν στην Ν. Υόρκη πήρε φωτιά και η ασφάλεια δεν τον κάλυπτε. ‘Ήταν, λέει, δικό του λάθος’. Μαζεύτηκε στο Τσίκαγκο. Μισό αιώνα μετά την έλευση του στη νέα γη, ο ανιψιός του -γιος του Αγγελή που του είχε κόψει κάθε επαφή, ήρθε στην πόλη για μεταπτυχιακές σπουδές. Ο Φώτης είχε δει το μπάρμπα του μόνο μια φορά στα μικράτα του. Βοούσε ωστόσο το χωριό και η επαρχία ολόκληρη για τα κατορθώματα του -αν και όχι για τις περιορισμένες δωρεές του. Ο ανηψιός διατηρούσε μεταπολεμικά μια αραιή επικοινωνία με το θείο, αλλά μέχρις εκεί.

Έμεινε στο ξενοδοχείο του που –κοίτα σύμπτωση- φιλοξενούσε τη συμμορία του Μπάγκσυ Μοράν στο μεσοπόλεμο και ώρες διηγούνταν με τη σειρά του στο μικρό γιο του στα late ‘70s για τις απίστευτες πατέντες που είχε εκείνο το κτίριο. «Δυο κρυφά ασανσέρ, καταπακτές παντού, έξοδοι εξαερισμού που γίνονταν έξοδοι κινδύνου, κρυφές αποθήκες» και άλλα κι άλλα..

O Φώτης δεν ήταν άνθρωπος που θα ανεχόταν το δεσποτικό χαρακτήρα που ‘χε πια αναπτύξει ο μπάρμπας του. Μπήκε στη δουλειά δουλεύοντας σα σκυλί-για ψίχουλα Ήταν εργατικός, βλάκας από μπίζνες μα και ακέραιος όσο δεν πάει. Πήρε πρέφα τη μηχανή που γινότανε. Μια μέρα, του δειξε on the spot πως τον έκλεβαν η γυναίκα του και ο –από άλλο γάμο- γιος της, μα ο Δήμος στράβωσε. Τον γαμωσταύρισε, ‘δι’ ασήμαντον αφορμή’ κι ο Φώτης άσπρισε από την οργή του. Πήρε των ομματιών του και πήγε στη διπλανή φάμπρικα -παρασκεύαζε σοκολάτες γάλακτος. Από τότε του ‘μεινε το κουσούρι της σοκολάτας μέχρι τα τέλη της ζωής του.. Σπούδασε στο Καθολικό Πανεπιστήμιο Ιγνάτιος Λογιόλα και αποκαλούσε το θειό «γέρο-Ιησουίτη». Θα ΄χε τους λόγους του. Θυμίζω εδώ πως ο Δήμος δεν έδωσε ποτέ λογαριασμό για το μαγαζί και τα λεφτά που του άφησε ο Αγγελής σαν έφυγε κάποτε για την Ελλάδα. Και ο Δήμος πάντα απέφευγε αυτή την κουβέντα..

Μιλώντας στην οικογένεια του για τις εμπειρίες του στην Αμερική, ο Φώτης αναφερόταν στον υπέργηρο πια -μα ενεργητικό καθώς μαθαίναμε- Δήμο και στη ζωή του. Διατηρούσε κάτι τυπικές σχέσεις, κανα τηλέφωνο, κανα γράμμα. Κάπως έτσι (;) μάθαμε πως ο Δήμος παντρεύτηκε πάλι. Στα 87 του. Είδαμε κάπου και φωτο της εκτυφλωτικής ξανθιάς. Σαν τον παππού με την Πάμελα Άντερσον, ένα πράμα. Όλα καλά. Το μήνα που ανέβηκε ο Αντρέας στην εξουσία, ο Δήμος τα τίναξε. Τα κακάρωσε ρε παιδί μου. Στην εκκαθάριση της διαθήκης του αναφερόταν ένα ποσό που πλησίαζε οριακά τα πενήντα εκατομμύρια δολάρια. Στο σπίτι ήρθε δια κλητήρος ένα βροχερό πρωί μια επιταγή-με μια συνημμένη επιστολή από το δικηγόρο του θανόντος που ‘γραφε πως «ο διαθέτης απέδωκεν την νόμιμον μοίραν, εκπληρών το ηθικό χρέος του προς τους στενούς του συγγενείς». Η επιταγή έφερε πάνω της την ένδειξη ‘χίλια δολάρια’.

«Το μπάσταρδο», είπε ο πατέρας σχίζοντας την στο κατώφλι της εξώπορτας πριν τον προλάβει κανείς. «Το γερο-μπάσταρδο».

Και δεν ξαναμίλησε ποτέ γιαυτό.

ΥΓ. Τα ονόματα που αναφέρονται είναι παραλλαγμένα.

Δεν πρόκειται για μυθιστορία.

Suigenerisav

Ετικέτες


Permalink για το "Η επιταγή ..."

21 Comments:

Anonymous πάνος said...

Συμβαίνουν αυτά και εις τας καλυτέρας οικογενείας...
:-)

26 Ιανουαρίου 2007 - 12:58 π.μ.  
Blogger Αθήναιος said...

Ωραίος, ωρε εγγονέ του Αγγελή, σε διάβασα με τον πρωϊνό καφέ!

26 Ιανουαρίου 2007 - 7:11 π.μ.  
Blogger tifoeus said...

και γω με το πρωϊνό μου τσάι!

26 Ιανουαρίου 2007 - 10:30 π.μ.  
Blogger Αλεπού said...

κι εγώ με τον πρωινό καφέ σε διάβασα. Γλαφυρή περιγραφή!

26 Ιανουαρίου 2007 - 11:01 π.μ.  
Blogger Ιουδας Ισκαριωτης said...

κάτι τέτοιες ζωές-ιστορίες είναι να τις ζηλεύει κανείς!

26 Ιανουαρίου 2007 - 11:24 π.μ.  
Blogger Γιουτζίν said...

Τέτοια οικογενειακή ιστορία! -τύφλα να'χει ο ευγενίδης, i think αγαπητέ πως έχει ό,τι πρέπει: και σεξ και βία και τζόγο.
Τώρα, στην αρχή λέω από τον Αγγελή πήρε τούτος, αλλά τελικώς είναι σαφής η ομοιότητα με τον παππού-Δήμο. Εν αναμονή της ξανθιάς λοιπόν ;-)

26 Ιανουαρίου 2007 - 1:40 μ.μ.  
Blogger oistros said...

Ιστορία τριών αιώνων!
Κι ένα σόι που έχει "πάρε δώσε" με την μισή υδρόγειο. Στην αρχή η Γαρουφαλιά φοβήθηκε ακούγοντας για Σισιλιάνους αλλά της πετάξατε εκείνα τα Μωραϊτικα και ηρέμησε.
Σας ευχαριστούμε για το όμορφο "πεσκέσι" σας. :)

26 Ιανουαρίου 2007 - 2:45 μ.μ.  
Blogger Angelos said...

Τα 50 'μυρια ποιός τα πήρε τελικά? :-)
Εκπληκτικό το ποστ και δικαιολογεί περίτρανα την καθημερινή μου "αγωνία" να διαβάσω το καινούριο σου κείμενο!

Υ.Γ. Πότε μας έρχεσαι με το καλό? ;-)

26 Ιανουαρίου 2007 - 3:55 μ.μ.  
Blogger suigenerisav said...

@
πάνος

Πράγματι ..

@
μάγερας

Να 'σαι καλά κοντοπατριώτη.

@
τιφοεύς

εσύ παιδί μου όλο με τέϊο τη βγάζεις!

@
αλεπού

είστε πολύ ευγενική-μερσί

@
ισκαριώτης

ναι, εξαρτάται ασφαλώς από την 'οπτική γωνία', ε..?
αν την έχεις βιώσει στο οικογενειακό DNA σου, είναι αλλιώς..

@
γιουτζίν

είδες ;; εκεί το μυαλό μου :-).
Λες να 'πήρα' από το Δήμο τελικά, ε;

@
οίστρος
once more, ευχαριστώ για τη φιλοξενία!
Ναι, θα την καθησύχασαν -ελπίζω- τη Γ. τα μωραϊτικα :-)

@
άγγελος

φίλε μου πιστέ, σε ευχαριστώ!
Εύλογο το ερώτημα σου: τα 50 μύρια τα τσεπώσανε οι τρεις γυναίκες του [νυν και πρώην], οι δεκατόσες γκόμενες, κάτι υπάλληλοι του και νομίζω κάτι λίγα σε φιλανθρωπίες-να εξαγοράσει (;) τη σωτηρία του στας 'αιωνίους μονάς' .. LoL, LoL

Μετά τα 'τελευταία' δεδομένα, ίσως πρέπει να επισπεύσω την επίσκεψη μου στο Ν...shire!
:-)
Θα ξέρω λογικά μέχρι τα τελη του μήνα-ίσως λοιπόν να αρριβάρω μες στο Φλεβάρη..

26 Ιανουαρίου 2007 - 5:15 μ.μ.  
Blogger Rodia said...

Θυμήθηκα μια ιστορία που έλεγ' η γιαγιά μου για ένα θειο της παπά, που απέθανε στην Τσιντσινάτη (έτσι τό'λεγε!) και της άφησε μεγάλη ακίνητη περιουσία. Ηρθε πρόσκληση από δικηγόρο να πάει εκεί να κανονίσει την αποδοχή και τα λοιπά. Ελα όμως που σε λίγο μπήκαν οι γερμανοί στην Ελλάδα και πάει το ταξίδι, πάει κι η κληρονομιά...

26 Ιανουαρίου 2007 - 5:17 μ.μ.  
Blogger confused said...

Με κάτι τέτοιες ιστορίες τι να τις κάνεις τις ταινίες; Χμ;
(Κοίτα να δεις που καταλάθος έκανε και ρίμα.)

26 Ιανουαρίου 2007 - 7:02 μ.μ.  
Blogger Ιουδας Ισκαριωτης said...

σίγουρα όταν σε αφορά πονάει πιο πολύ...

27 Ιανουαρίου 2007 - 11:46 π.μ.  
Blogger Τίποτα said...

Τελικώς, ποτέ μη λες ποτέ! Γιατί, ποτέ δεν ξέρεις, πότε ένα "ανήσυχο" εγγόνι θα στο κάνει θρύψαλλα...
Συνεχίστε να τα σπάτε:)

27 Ιανουαρίου 2007 - 1:15 μ.μ.  
Blogger Μαύρος Γάτος said...

Τη νύχτα που ονειρεύτηκε στα αγγλικά

!!!!!!
Η ιστορία σου είναι ένα πλήρες σενάριο για μια εξαιρετική ταινία. Ποιός θα τη γυρίσει;

28 Ιανουαρίου 2007 - 3:38 μ.μ.  
Blogger suigenerisav said...

@
rodia

ναι, μάλλον 'έτσι' είναι αυτά..

@
confused

σκέψου πως παραλείπω και κάποια πράγματα, γιατί αλλιώς δεν θα καταλάμβανα 'σουίτα' στο Φιλοξενείο, θα έπρεπε να κλείσω όλο το συγκρότημα.. ;-)

@
ιούδας

ναι βέβαια-ποτέ δεν έχω διηγηθεί αυτή την ιστορία ολόκληρη σε κανένα ως τώρα.. κάτι φίλοι είχαν ακούσει κάτι λίγα, αλλά μέχρις εκεί.

@
τιποτα

I 'll keep breaking ..
:-)

@
μαυρος γάτος

προσφέρεσαι ;
Δεχόμεθα σοβαράς προτάσεις.
Δε βγάλαμε κανα φράγκο από την κληρονομιά, κάτσε μη βγάλουμε από το Hollywood..

28 Ιανουαρίου 2007 - 4:54 μ.μ.  
Blogger Μαύρος Γάτος said...

Ναι αλλά εγώ ποιόν να παίξω ;;;;;
Αν είναι να πάιξω τον Δήμο δέχομαι (πόσες φορές ειπαμε παντρεύτηκε;;;;;
Σ:))))

28 Ιανουαρίου 2007 - 8:54 μ.μ.  
Blogger suigenerisav said...

κατσε ρε Μαύρε Γάτε,
εδώ πέρα για σενάριο μιλάγαμε-θα μας φας και το 'ρόλο'..!
Μήπως πρέπει να μιλήσουν τα γονίδια ;
:-)))

ΥΓ. 3-4 φορές επισήμως..

28 Ιανουαρίου 2007 - 10:10 μ.μ.  
Anonymous Βλ. said...

εξαίσια αφήγηση...

29 Ιανουαρίου 2007 - 10:17 π.μ.  
Blogger Blogaki said...

Μ'αρέσει! (Αν το κάνετε ταινία, κι εγώ θέλω να παίξω!!:) )

29 Ιανουαρίου 2007 - 5:23 μ.μ.  
Blogger Idάκι said...

Σα διήγημα του Σουρούνη... με ταξιδέψατε, αγαπητέ In A Class of His Own :)

30 Ιανουαρίου 2007 - 3:36 μ.μ.  
Anonymous Cristalin said...

Oste sas ta fage i ksanthia ta lefta e?? 50 ekatomiria. Tha eprepe na pas na tis tin peseis, na tin pantrefteis, na perimeneis na pethanei k na ta ksanapareis oola piso :) Toso apla :)

12 Φεβρουαρίου 2007 - 7:47 μ.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home