Tabs: Blog | About Us |

21.5.07

Η καρπουζόφλουδα

Αφιερωμένο

στην Anna-Silia με χαρά και αγάπη και την ευχαριστώ για την πρόσκληση της!

στην κόρη της Μαρίας.

***

Συναντηθήκαμε τυχαία σ΄ένα παλιό βιβλιοπωλείο της Σανταρόζα που δεν υπάρχει πια, κοιταχτήκαμε στα μάτια κι εκείνη χαμογέλασε μ΄ένα χαμόγελο που έμοιαζε με φωταγωγημένο ανοιχτό γραμματοκιβώτιο.

-Μετά από δω θέλεις να περπατήσουμε μαζί?

Μου έγνεψε καταφατικά χωρίς να πει λέξη.

Βγήκαμε στο δρόμο και βαδίσαμε προς το Σύνταγμα.

Περάσαμε μέσα από την Πλάκα κατεβήκαμε τη Βεϊκου και συνεχίσαμε στη Θησέως με κατεύθυνση προς τη θάλασσα.

Περπατούσαμε χωρίς σκοπό, χωρίς ούτε μια στιγμή να ρωτήσει ο ένας τον άλλον που πάμε.

Μιλούσαμε ήρεμα και χαλαρά, για όλα και για τίποτα, γι΄απλα κι ασήμαντα και ήταν όλα πολύ ενδιαφέροντα.

Ήταν 20 χρόνων.

Σπούδαζε στο Παρίσι αρχιτεκτονική και μουσική, ήταν εδώ για διακοπές.

Μελαχρινή, ίσια πυκνά κατάμαυρα μαλλιά, ανοιχτόχρωμο δέρμα, μεγάλα μαύρα μάτια και δυο μεγάλα μαύρα φρύδια, τα οποία δεν είχαν έρθει ποτέ σε επαφή με το τσιμπιδάκι, που έμοιαζαν σαν δυο τεράστιες καλλιγραφικές περισπωμένες σε μια εποχή που το πολυτονικό ήταν στις μεγάλες του δόξες.

Φορούσε μόνο ένα μαύρο φουστάνι χωρίς μανίκια, με ανοιχτό μπούστο.

Περνώντας από την πλατειά Δαβάκη, η Μαρία, εγώ και ο ήλιος, σχηματίζαμε ένα ορθογώνιο, (πολύ)ανισοσκελές τρίγωνο.

Ο Αύγουστος είχε γυρίσει το διακόπτη του ήλιου στο 3, η άσφαλτος κάτω απ΄τα ποδιά μας είχε μαλακώσει πολύ κι έμοιαζε με λιωμένο μαύρο λίπος.

Ένοιωθα σα να περπατάμε πάνω σε μια γιγαντιαία φάλαινα η οποία κουβαλούσε το κόσμο στην ράχη της.

Συνεχίζαμε να πορευόμαστε ενώ ο ιδρώτας έτρεχε από κάθε πόρο του δέρματος μας, είμαστε σα δυο κινούμενοι ζωντανοί θερμοσυσσωρευτές.

Οι δρόμοι ήταν άδειοι από ανθρώπους, η πόλη σχεδόν έρημη και μόνο μερικοί κοπρίτες, καβατζωμενοι σε διάφορα επίσης σοφά επιλεγμένα σημεία, με τη γλώσσα έξω σαν τεραστία παντόφλα, ανάσαιναν βαριά και κοφτά προσπαθώντας με δυσκολία να εξασφαλίσουν μερικές μπουκιές οξυγόνου για εσωτερική κατανάλωση.

Μέσα σ΄αυτή την πλήρη άπνοια ήταν φυσικό: Δεν φυσούσε, ρουφούσε!

-Τι κόλαση είναι αυτή? ρώτησα.

-Είναι απλώς μια ζεστή μέρα στον παράδεισο!

Η φωνή της ήταν σιγανή, σχεδόν ψυθιριστή γεμάτη από γλυκεία ηρεμία.

Κατάλαβα ότι ήταν η πρώτη ηλίθια κουβέντα που είπα από όταν την γνώρισα κι ότι αυτό το κορίτσι, που βάδιζα δίπλα του, κουβαλούσε πολύ σοφία στα εσωτερικά του μπαγκάζια.

Βαδίζαμε στο αριστερό πεζοδρόμιο.

Στη συμβολή της Θησέως με τη Άκρα είχε στήσει το καρότσι του, ένα μικρό βουνό από καρπούζια που σχηματίζανε μια πράσινη πυραμίδα.

Είχε τοποθετήσει την καρεκλά του κάτω από μια ξεθωριασμένη ομπρελά δίπλα στην πυραμίδα του και καθότανε λοξά, σε μια στάση που φαίνεται να τον βόλευε, με το ένα πόδι πάνω στ΄άλλο.

Μ΄ένα μαντίλι λερό σκούπιζε συνεχώς τον ιδρώτα ο οποίος έτρεχε στο πρόσωπο του που είχε το βαθύ χρώμα της σοκολάτας.

Ήταν ο μόνος άνθρωπος που υπήρχε στο δρόμο και έμοιαζε να το απολαμβάνει.

Ο βασιλιάς της έρημης λεωφόρου!

Πλησιάσαμε, με μια κίνηση, χωρίς να πει λέξη, πήρε το μεγάλο μαχαίρι και τοχωσε σ΄ ένα μεγάλο καρπούζι που άνοιξε τρίζοντας.

Επανέλαβε την κίνηση, δυο φορές ακόμα, κι ύστερα στάθηκε μπροστά μας με φυσικότητα, σαν έμπειρος καρπουζοκαρδιοχειρουργος κρατώντας στα χέρια του τη ματωμένη καρδιά του καρπουζιού.

Μας κοίταξε με δυο μάτια που οι κόρες τους έμοιαζαν με ανάμενα καρβουνά, ύψωσε την καρδιά μπροστά μας και την προσέφερε στο κορίτσι.

Μετά ήλθε κι δική μου σειρά.

Η Μαρία έβαλε βαθιά στο στόμα της το δικό της κομμάτι κοιτάζοντας τον στα μάτια, ο χυμός πλημμύρισε απ΄ τα χείλη της, και ακολουθώντας τη διαδρομή από το σαγόνι ως το λαιμό, σαν μικρό κόκκινο ποτάμι χανόταν ανάμεσα στα στήθη της.

Ύστερα, με μια πολύ φυσική κίνηση, έσκυψε και κάθισε στο ρείθρο του πεζοδρομίου, χωρίς καμία ανησυχία για το μαύρο φουστάνι της.

Την μιμήθηκα κάνοντας το ίδιο, κάθισα δίπλα της.

Αυτός σηκώθηκε από την θέση του.

-Έλα να καθίσεις στην καρέκλα να ξεκουραστείς στη σκιά.

Ήταν η πρώτη κουβέντα που ειπώθηκε μεταξύ μας.

Εκείνη αρνήθηκε ευγενικά. Μετά, αυτός, πατώντας ένα πλήκτρο του μεγάλου ραδιοκασετόφωνου που ήταν στηριγμένο στην άκρη του καροτσιού γέμισε τη λεωφόρο του Αυγουστιάτικου μεσημεριού με μουσικές που για πρώτη φορά άκουγα:

Από το πάρκο στη Μυροβόλο

το μηχανάκι αστράφτει στο ήλιο

αντανακλά το χαμόγελο σου

και μ΄εκτινασει στο φως!

Τα΄αχτενιστα μαλλιά σου καλέ μου

χθες ήταν καλοχτενισμένα

κι οι μπότες που δε φοράς ποτέ σου

είχανε γίνει σύμβολο

Να πεις του μπαμπά σου όταν σε φιλάει

να μην φοράει τα μαύρα γυαλιά

γιατί σκιάζουν τα ωραία σου μάτια

και μες΄τη σκιά τους άλλους κοιτάς.

Από το πάρκο στη Μυροβόλο

το μηχανάκι αστράφτει στον ήλιο

αντανακλά το χαμόγελο σου

και με διαλύει στο φως!

Έγειρε προς το μέρος μου και κλείνοντας τα μάτια με φίλησε κρατώντας στο χέρι της την καρπουζοφλουδα.

Ο άνθρωπος με τα μάτια-κάρβουνο μας κοιτούσε μ΄ ένα όμορφο συναίσθημα ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του.

Σηκωθήκαμε, τον πλησίασε και τον φίλησε τρυφερά στο μάγουλο, τα καρβουνά σπιθοβολήσανε από ευτυχία.

-Κάνει πολύ ζεστή, γιατί δεν καθόσαστε να ξεμεσημεριασει?

-Όχι και τόσο πολύ, του απάντησα, είναι απλώς μια ζεστή μέρα στον παράδεισο!

Συνεχίσαμε την πορεία μας πάνω στη φάλαινα κατηφορίζοντας προς τις Τζιτζιφιές.

Δεν θέλαμε να …ξεμεσημεριασει!

Υ.Γ.

Η καρπουζοφλουδα αυτή στάθηκε το εμπόδιο ανάμεσα στη Μαρία και τις σπουδές της.

Ο δρόμος της άλλαξε, ή μάλλον δημιουργήθηκε μια παράκαμψη, αφού η κόρη της η Φαίδρα συνεχίζει από κει που αυτή είχε μείνει.

Αρχιτεκτονική και μουσική στο Παρίσι!

Τη γνώρισα πέρσι το καλοκαίρι (ίδια η μανά της).


Ο Θείος Ισίδωρος

Ετικέτες


Permalink για το "Η καρπουζόφλουδα"

9.5.07

Αδιάβροχος κόσμος

….Όμως πολύ αργότερα άρχισα να καταλαβαίνω.
Δεν ήταν ακριβώς στην πρώτη. Ούτε στη δεύτερη. Στήν τρίτη ήταν. Την πιο καλή.
Η καλή μου, η απλή μου, με δυσκόλεψε περισσότερο. Αυτή που, κατά πάσα πιθανότητα, είχε γλυστρήσει απ’ το μπαούλο.
Δεν την είχα αναζητήσει. Δεν την είχα διεκδικήσει. Δεν είχα ψάξει πουθενά για να την βρω. Ήρθε μόνη της. Απλώς. Και με συνάντησε. Απλώς. Η μάλλον, για να είναι κανείς ακριβής, δεν ήρθε, φάνηκε!
Σαν η θέση της να ταν πάντα εκεί. Σαν κάπου εκεί, μέσα μου, ν’ άνοιξε ένα παντζούρι και... Φάνηκε. Μπήκε. Κάθισε.
Αργούσα. Πάντα μου αργούσα να καταλάβω.
Συνήθως έπαιρνα είδηση τα πράγματα πολύ καθυστερημένα. Ίσως και μήνες μετά. Έτσι που, σ’ αυτή τη περίπτωση να μπορείς να πεις με σιγουριά πως, τ’ ότι κιόλας με την τρίτη φορά άρχισα να καταλαβαίνω, αποτελούσε ήδη ένα εξαιρετικό περιστατικό για τα δεδομένα μου . Αυτή η συναισθηματική μου βραδύνοια ήταν βασανιστική.
Ξεκινούσε απ τα μικρά κι έφτανε ως τα σημαντικά. Στον έρωτα, για παράδειγμα, θα την έλεγες, αλίμονο, οδυνηρά ακυρωτική. Κατά κανόνα αυτός (ο έρωτας), ερχόταν, περνούσε από πάνω μου, έφευγε κι εγω, ακριβώς μετά, μετά τη απομάκρυνση, μετά την φυγή, μετά κι αυτή την απουσία ακόμη-ακόμη, άρχιζα –κι αυτό όχι σ’ όλες τις περιπτώσεις- να καταλαβαίνω τι αισθάνομαι. Ποτέ νωρίτερα, ποτέ εξαρχής, ποτέ στο παρόν του πράγματος. Σαν να μουν φτιαγμένος να νιώθω την νοσταλγία του αισθήματος περισσότερο παρά το αίσθημα το ίδιο. Την υπόνοιά του κι όχι αυτήν την πραγματικότητά του.
Σαν… σαν να ήμουν αδιάβροχος! Ένας άνθρωπος αδιάβροχος στην υγρασία των αισθημάτων και των συγκινήσεων. Αυτό δεν το είχα επιδιώξει, δεν το είχα καλλιεργήσει, δεν το είχα κατασκευάσει, δεν είχα γίνει. Ήμουν. Ή απλώς είχε συμβεί. Δεν ήξερα πως γίνεται να φοράς νταλακαλόκαιρο, ας πούμε, ένα κίτρινο αδιάβροχο, ιδίως όταν ουδέποτε έχεις μαλώσει με τη βροχή, η με οποιοδήποτε άλλο φυσικό φαινόμενο. Γιατί περιέργως κάτω από το αδιάβροχό μου, λειτουργούσε ένα άλλο σύμπαν -θα το έλεγες μάλιστα βροχερό-. Ένα σύμπαν όπου τα καιρικά φαινόμενα συνέβαιναν κανονικά, εναλλάσσονταν κανονικά, έσβηναν κανονικά, διαδέχονταν το ένα το άλλο κανονικά αλλά.. μόνο για μένα . Ήταν ο καιρός στον πλανήτη του ενός. Στον πλανήτη των άλλων, στον πλανήτη με τους άλλους, τα πράγματα ήταν διαφορετικα. Εκεί, ο ασώματος καιρός των αισθημάτων, εκεί, ο αδιάβροχος καιρός του κόσμου.

Μερικές φορές ωστόσο, κάποια από τις σταγόνες που κατερχόταν την λεία επιφάνεια του κίτρινου πανωφοριού έβρισκε ένα άνοιγμα, μια ρωγμή, η μια τρύπα ανάμεσα στις τσέπες, η από κουμπί σε κουμπί, η εκεί στο σβέρκο, στο σημείο που η κουκούλα συνδεόταν με τον γιακά. Απο τό σημείο αυτό περνούσε το πανωφόρι και πότιζε το δέρμα μου. Λίγο μετά, η σταλαγματιά εκείνη, θα γινόταν ένα με το ύδωρ των σπλάχνων, μεταφέροντας απ’ άκρη σ άκρη στον οργανισμό μου το αναγνωρίσιμο στίγμα του «άλλου» που ανοίκειος έμεινε και τότε...
…θα ταν πια πολύ αργά να φέρω πίσω την βροχή. Να φέρω πίσω εκείνο που ήταν νά βιωθεί μα γλίστρησε στην αδιάβροχη πάνω επιφάνεια κι εχάθη.
Και τα πράγματα θα ‘σαν απλά αν έτσι το χα επιλέξει, αν είχα επιδιώξει αυτήν την κατάσταση κι αν μάλιστα προμηθευόμουν αδιάβροχα από καιρό σε καιρό για τον σκοπό αυτό ακριβώς. Όμως έτσι δεν ήταν. Δεν το είχα επιλέξει, δεν είχα μπει εθελοντικά σ αυτό το κίτρινο, δεύτερο, δέρμα. Για χρόνια δεν αναγνώριζα την παρουσία του πάνω μου, δεν ήξερα καν ότι το είχα, κανείς δεν μου είχε πει ποτέ κάτι γι αυτό και πάντα ξαφνιαζόμουν όταν, καθυστερημένα πλέον, ένιωθα!
Και περνούσα, είναι αλήθεια, πολύ δύσκολες ώρες κάθε φορά. Γιατί ο πόνος που βίωνα δεν ήταν μόνο πόνος ψυχικός ήταν και πόνος σωματικός. Πόνος αιχμηρός κι ιδιαίτερος. Ο πόνος του έρωτα που αντιλήφθηκα αργά, σαν είχε πια περάσει, είχε την οδύνη του προκρούστειου μαρτυρίου. Ήταν σαν να ‘μουν εγω ο λιγότερος. Ο που δεν χωρούσα ακριβώς. Όχι εκείνος που περίσσευε, ό που δεν χωρούσε. Έσκυβε τότε πάνω μου, σκιά ανελέητη, ο ματαιωμένος έρωτας, μου τέντωνε τα μέλη με μανία, χέρια και πόδια , άκρη με άκρη, σαν φυτό που το τραβούν για να το κόψουν από τη ρίζα και βγάζει υπόηχο στριγκό, οξύ, μακρόσυρτο, οδύνης ήχο τρομακτικό, που αυτί ανθρώπου κανένα δεν μπορεί να το ακούσει. Πονούσα τότε, ανομολόγητα πονούσα. Πονούσα για το τίποτα! Κι αυτό το τίποτα ήταν ένας πόνος-κόσμος. Αρρητος, αδάκρυτος κι αθρήνητος.

Η ίαση του μηδενός έπαιρνε πάντα πολύ χρόνο. Η περίοδος της ανάρρωσης άρχιζε την ίδια τη στιγμή της συνειδητοποίησης του βιώματος, αφού αυτή η καθυστέρηση στην κατανόηση των συναισθημάτων μου, με υποχρέωνε αμέσως μετά την οδυνηρή διαπίστωσή τους -και σχεδόν ταυτόχρονα- να περνάω άμεσα στην κατάσταση της διαγραφής τους. Η περίοδος αυτή κρατούσε δυσανάλογα πολύ, έως μήνες, συνοδευόταν από αϋπνίες, κρίσεις πανικού, στιγμές βαθιάς απελπισίας, ζοφερά αισθήματα ανεπάρκειας, ανακοπές της αναπνοής για παρατεταμένα δευτερόλεπτα που έφταναν μέχρι το ρεκόρ του ενός λεπτού και κάτι, έρπητες διάφορων μορφών ως την μεταλλαγή ακόμα στο χρώμα του δέρματος.
Στις καλύτερες των περιπτώσεων έπαιρνα το δρόμο. Εναέριο, επίγειο, η ενάλιο δεν είχε σημασία, αρκεί η απόσταση να διασκέδαζε την οπτική του τοπίου των γεωγραφικών συντεταγμένων της ψυχικής μου εκδοράς και τότε μόνο μπορούσα ακόμη και να κλάψω. Πήγαινα κι έριχνα τα δάκρυά μου στον Τάμεση, τον Σηκουάνα, το Δούναβη πάντα χειμώνα και πάντα ώρα που ψιλόβρεχε. Οι πλανόδιοι μικροπωλητές των ποταμών ήσαν άψογα διακριτικοί κι άψογα αδιάφοροι. Περιστατικά σαν το δικό μου, τους έβρισκαν μάλλον συνηθισμένους και δεν έδιναν σημασία. Πριν κάποια χρόνια ωστόσο, στο Παρίσι, ο κανόνας επιβεβαιώθηκε στην εξαίρεσή του. Κάποιος απ’ αυτούς τους ανέμελους τύπους που πουλάνε γκραβούρες διαλογής στις όχθες του Σηκουάνα, με πλησίασε με άγγιξε στο βραχίονα και κοιτάζοντάς με ευθεία στά μάτια μου μίλησε σιγανά σε μια άγνωστη γλώσσα. Κι αυτό , αρκούσε. Για να πώ τα πάντα. Όλα. Με λεπτομέρειες. Λέξη προς λέξη, στα ελληνικά! Kι εκείνος, ο άνθρωπος που δεν μιλούσε τη γλώσσα μου, άκουσε! Λες κι αυτό που χρειαζόταν για να σπάσει το φράγμα, να μην ήταν παρά ο διπλασιασμός της ξενητείας, το διπλό αίσθημα του ξένου, του τόπου και της γλώσσας κι η λέξη του άγνωστου αφή πάνω στις δικές μου άγνωστες λέξεις.
Λίγους μήνες μετά βρήκα την πρώτη . Tήν πρώτη μου ιστορία αγάπης.


Υ.γ. Να μου πείς πώς σου φαίνεται ή ιδέα του πρωτοπρόσωπου α’ γένους αφηγητή . Να στείλεις λεφτά γιατί έχω ξεπνεώσει. Νά μην ξεχάσεις πάλι να μου φιλήσεις την Ελένη. Να φροντίσεις νά συναντηθούμε πριν ασπρίσουν τά μαλλιά σου. Την πρώτη τήν εχω βαφτίσει Όλγα..Δεν έχω ιδέα πώς, τήν Τρίτη. Μου λείπετε.

Olyf

Ετικέτες


Permalink για το "Αδιάβροχος κόσμος"

23.3.07

Ένας Εβραίος στο τραπέζι μας



Hava Nagila.mp3

Εξαιτίας μια ατέλειας του ουρανίσκου και των μπροστινών δοντιών τραβούσε τα «νι» και τα «λι» της, με αποτέλεσμα οι λιγότερο ευφάνταστοι να τη θεωρούν Πατρινιά και οι πιο φαντασιόπληκτοι να την περνάνε Λαρισαία.
«Από πού είσαι;» τη ρωτούσαν όταν ξεκινούσε να μιλάει, κεντρισμένοι από τα μακρόσυρτα σύμφωνά της, σίγουροι ότι είχαν ξετρυπώσει το βλαχαδερό κάτω από τη μεταμφίεση της πρωτευουσιάνας.
Κι εκείνη, που έφερε βαρέως ότι τη νόμιζαν επαρχιώτισσα, και μάλιστα όχι επειδή πράγματι ήταν αλλά λόγω ενός σωματικού ελαττώματος, απαντούσε στενόχωρα, «Κατάγομαι από την Πελοπόννησο». Κι αμέσως μετά πρόσθετε με έμφαση, «Αλλά γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα».
Αφού πέρασαν μερικά χρόνια κι έπηξε λίγο το μυαλό της, χώνεψε πως δεν αποτελεί μειονέκτημα να είναι ένας άνθρωπος επαρχιώτης, πως ο τόπος όπου γεννήθηκε κάποιος και η προφορά του καμία σχέση δεν έχουν με το χαρακτήρα του. Το λέει και το τραγούδι: Σύνορα η μαλακία δε γνωρίζει. (Κι αν δεν το λέει, θα έπρεπε.)
Έτσι, αργότερα, όταν τα «νι» και τα «λι» της εκτροχιάζονταν κι ο κόσμος τη ρωτούσε από πού είναι, απαντούσε με τον ίδιο τρόπο –γιατί πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι: «Κατάγομαι από την Πελοπόννησο, αλλά γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα». Βέβαια δίχως φόβο και πάθος τώρα πια. Όμως, αν και είχε αφήσει πίσω της το όνειδος του επαρχιωτισμού, δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να ξεπεράσει μια άλλη συστολή που είχε κι αυτή σχέση με την καταγωγή της, και η οποία τη βασάνιζε απ’ όταν ανακάλυψε τα καλοφυλαγμένα μυστικά του ανθρώπινου κορμιού –συγκεκριμένα του γυναικείου.
Ανάμεσα σ’ εκείνους που ενδιαφέρονταν να μάθουν από πού κρατούσε η σκούφια της, υπήρχαν κάμποσοι ταγμένοι να αποκαλύψουν πάσει θυσία τη Ρίζα των Σερνάμενων Νι-Λι.
«Από την Πελοπόννησο, ε;» έλεγαν συλλογισμένοι. «Από ποιο μέρος της Πελοποννήσου;» πρόσθεταν αιφνιδιαστικά, για να την πιάσουν στον ύπνο.
«Εεε… Από τα Καλάβρυτα», απαντούσε εκείνη επιφυλακτικά, γιατί πλέον προχωρούσε σε επικίνδυνο έδαφος.
«Μέσα από τα Καλάβρυτα;»
«Μμμ… Εεε… Όοοχι…»
«Αλλά;»
«Οι γονείς μου είναι από κάτι χωριά έξω από τα Καλάβρυτα».
«Από ποια χωριά;»
«Του μπαμπά δεν το ΄χει ούτε ο χάρτης».
«Έχω περάσει από τα μέρη σας, το ξέρω σίγουρα».
«Το Ταδεχώρι».
«Μπα! Δεν το ξέρω αυτό!»
Άμα σου μιλάνε…
«Και η μαμά σου; Από ποιο χωριό είναι;»
«Εεε… Ααα... Από τα Μαζέικα».
«Μαζέικα… Μαζέικα… Ούτε αυτό το ΄χω ακουστά».
Αν ήταν μόνη της, το θέμα έληγε ανώδυνα εκεί και αναστέναζε ανακουφισμένη. Αν όμως συνοδευόταν από τη Βασούλα, –την πάντοτε πιστή στο πνεύμα του λυσσασμένου ανταγωνισμού μεταξύ άσπονδων φιλενάδων–, η κολλητή της έλεγε με ύφος αδιάφορο και ανέμελο: «Πώς… Είναι κεφαλοχώρι, σίγουρα το ξέρετε. Αλλά μάλλον με το επίσημο όνομά του. Μα πες το στον άνθρωπο, να καταλάβει για ποιο χωριό μιλάς».
Τότε εκείνη κοκκίνιζε, ξεφυσούσε, χαμήλωνε το βλέμμα, ξεροκατάπινε και ψιθύριζε, «Κτκλτρρ…».
«Πώς το ΄πες αυτό;»
«Κτκλτρρ…» μουρμούριζε ξανά το κορίτσι.
«Μίλα πιο καθαρά, βρε παιδάκι μου, δε σε καταλαβαίνω».
«Κάτω... Κλειτορία...» ξεστόμιζε με το ζόρι, υποταγμένη στο αναπόφευκτο, βγάζοντας στη φόρα το ντροπιαστικό μυστικό. Και το όνομα του μητρικού χωριού ποτέ δεν αποτύγχανε –ακόμα και χωρίς το γράμμα που του ΄λειπε – να προκαλεί τις κοροϊδίες και τα πονηρά πειράγματα εκείνων που το άκουγαν, κάνοντάς τη να θέλει ν' ανοίξει η γη να την καταπιεί.
«Εμ, πες το, ντε, ότι είσαι από την Κάτω Κλειτορίδα. Ποιος δεν την ξέρει αυτήν!»
Χρειάστηκε να μεγαλώσει κι άλλο μέχρι να καταλάβει ότι δεν ήταν και τόσο κακό να κατάγεται από ένα χωριό που θύμιζε το ευφρόσυνο σάρκινο γλωσσίδι ανάμεσα στα πόδια της. Η Κάτω Κλειτορία –όπως άλλωστε και το παραλίγο συνονόματό της στοιχείο της θηλυκής ανατομίας– με τα χρόνια έγινε πηγή χαράς, αφού πάνω της συσσωρεύτηκαν γλυκιές αναμνήσεις από αγαπημένα πρόσωπα και στιγμές.
Εκεί ήταν ο παππούς ο Αργύρης, που σκάλιζε με τη βέργα του χελωνάκια και κουρούνες πάνω στο χώμα, και που κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό όταν ο εγγονός του, ο Βασίλης, έκοψε μ’ ένα ψαλίδι τα κάτασπρα κεφαλάκια από τις μαργαρίτες του, αφήνοντας μόνο τα κοτσάνια. Εκεί το ραφείο του θείου του Γιώργη, με τις μυρωδιές από τα υφάσματα και τα σαπουνάκια ραπτικής, το λιακωτό με την κληματαριά και τις σφηκοπαγίδες, τα λευκά κουνέλια με τα κόκκινα μάτια. Εκεί το παλιό σχολείο πίσω από την εκκλησία, με τις λαμπερές ντάλιες που βούτηξε ο Αργύρης για να καλοπιάσει τη μάνα του ώστε να μην τον δείρει που 'χε λεκιάσει το κίτρινο μακό μπλουζάκι του με σκουριά από την τσουλήθρα. Εκεί το ποδήλατο με τα σπασμένα φρένα και την ξέφρενη, τρομαχτική πορεία που ανέκοψε το κοπάδι με τα πρόβατα. Εκεί οι μαυροντυμένες γριές -η Αλεξάνδρα, η Όλγα και η Αντιόπη- που κάθονταν στην αυλή με την πελώρια ορτανσία στο ξύλινο κρασοβάρελο και έπλεκαν σαν αφιονισμένες με τα βελονάκια τους, κόβοντας και ράβοντας τα άπλυτα του χωριού.
Εκεί και η Αλέκα, η αγαπημένη ξαδέρφη της, και το Πάσχα του Περιπλανώμενου Ιουδαίου, τότε που πήγαν στο καφενείο, να ξαφνιάσουν τον παππού τους για να του αποσπάσουν κάνα κατοστάρικο. Βρήκαν τους θαμώνες να προσπαθούν να συνεννοηθούν μ’ έναν αλητοτουρίστα, φορτωμένο με γυλιό που στην κορυφή του είχε στερεωμένη μια διπλωμένη κουβέρτα κι από όπου κρέμονταν ένα κατσαρόλι, ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, σακούλες, σακουλάκια, κι ένα ματσάκι ρίγανη.
«Είσαι μαλάκας;» τον ρωτούσαν χαμογελαστοί οι χωρικοί.
«Γιες, γιες, Αμέρικαν!» απαντούσε ο φιλικός ξένος.
«Πολύ μαλάκας, αμέρικαν;»
«Γιες, γιες!»
Ο παππούς, περήφανος που οι εγγόνες του ήξεραν αγγλικά, τις έσπρωξε μπροστά, να μιλήσουν στον ουρανοκατέβατο επισκέπτη.
Εκείνη τον κοίταξε, τον ξανακοίταξε, και αργά και καθαρά, με προφορά συνοικιακού φροντιστηρίου τρίτης διαλογής, του έκανε την πρώτη ερώτηση που της ήρθε στο μυαλό: «Αρ… γιου… φουντ;»
Ο γαλανομάτης κοκκινομάλλης με τη μεγάλη μύτη, τις φακίδες και το αραιό γενάκι την κοίταξε ταραγμένος, ζυγιάζοντας τις πιθανότητες να ήταν κανίβαλοι οι απατηλά καλοκάγαθοι ιθαγενείς. Τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα πως απλώς το κορίτσι ήταν ηλίθιο και χαμογέλασε με κατανόηση και συμπάθεια.
«Όχι φουντ, βρε βλίτο!» πετάχτηκε η Αλέκα. «Φουντ είναι η τροφή. Χάνγκρι λέμε. Αρ… γιου… χάνγκρι
Δεν πρόλαβε ν’ αποσώσει τα λόγια της, και ο ξενηστικωμένος τουρίστας άρπαξε την ευκαιρία από τα μαλλιά. «Χάνγκρι! Γιες! Γιες!» φώναξε με λαχτάρα.
«Πεινάει», αποφάνθηκαν οι δυο ξαδέρφες και, προς μεγάλη ανακούφιση του παππού τους που ήξερε ότι δεν είχαν πάει να τον βρουν για καλό στο καφενείο, έπιασαν τον αδέσποτο από το χέρι κι έφυγαν.
Κατά τη διαδρομή, με αγγλικά μι τάρζαν-γιου τζέιν κατάφεραν να μάθουν πως τον έλεγαν Τζόζεφ, ήταν αμερικανοεβραίος από τη Βοστόνη και σκόπευε να γυρίσει την Ευρώπη με οτοστόπ. Μια ματιά στο λιπόσαρκο, στενόμακρο πρόσωπο οσιομάρτυρα και τα καλαμοκανιά του τις έπεισαν πως μάλλον θ’ άφηνε τα κοκαλάκια του σε κάποια αχαϊκή ραχούλα. Η σίτισή του δεν ήταν πια απλώς θέμα φιλοξενίας, αλλά φλέγον ζήτημα ζωής και θανάτου.
Όταν έφτασαν στο σπίτι τον πάρκαραν στην ασβεστωμένη αυλή με τις μαντζουράνες και τους απήγανους κι έτρεξαν στις μανάδες τους για τις απαιτούμενες εξηγήσεις. Εκείνες, με τη σειρά τους, πήγαν να πάρουν την άδεια της γιαγιάς. Η κυρ' Αλεξάνδρα έδωσε τη συγκατάθεσή της, με τον όρο ότι ο επισκέπτης δε θα έτρωγε στη μεγάλη κουζίνα, αλλά στην καλή κάμαρη του σπιτιού «για να μη γίνουν ρεζίλι στον ξένον άνθρωπο».
Τα κορίτσια τον πέρασαν μέσα. Δεξιά, πάνω από το διπλό κρεβάτι της γιαγιάς και του παππού με την πλεκτή λευκή κουβέρτα, ήταν κρεμασμένη μια βελουτέ μπάντα με τον Αλή Πασά να κρατάει στο δεξί του χέρι ένα ναργιλέ και με το αριστερό να χαϊδεύει τα μαλλιά της κυρά-Φροσύνης, που τον κοιτούσε με βλέμμα λάγνο. Αριστερά, στην κόχη που σχημάτιζαν δυο ντουβάρια, βρισκόταν το εικονοστάσι. Ένα μεγάλο, γυάλινο κρεμαστό καντίλι έκαιγε μπροστά σε καμιά δεκαπενταριά αγίους και μια ανατριχιαστική απεικόνιση του Γολγοθά, με νεκροκεφαλές και φίδια να σέρνονται γύρω από το Σταυρό του Μαρτυρίου.
Ο Τζόζεφ δε φάνηκε να πτοείται από το φολκλορικό διάκοσμο, όμως κοίταξε καλά καλά τη γιαγιά που, αναντίρρητα, ήταν το πιο εντυπωσιακό στοιχείο του δωματίου. Καθόταν στην πολυθρόνα της ντυμένη στα μαύρα από την κορυφή ως τα νύχια –πάντα υπήρχε κάποιος πεθαμένος στο σόι–, με τη χοντρή πλεξούδα των μαλλιών της στερεωμένη με φουρκέτες σαν φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι της, συγκρατημένη με ψιλό φιλέ. Η έκφρασή της ήταν λίγο πιο βλοσυρή από του Ναπολέοντα μετά την ήττα στο Βατερλό -είχε ζοχάδες επειδή ο παππούς έπαιζε κολτσίνα στο καφενείο μεγαλοβδομαδιάτικα.
Όταν είδε τον Τζόζεφ να την παρατηρεί, έγειρε μπροστά, στήριξε τα δυο της χέρια πάνω στη μαύρη μαγκούρα της και τον κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Καμία εκτίμηση δεν έτρεφε για τους λιανούς ανθρώπους, και ο επισκέπτης ήταν σαν το κεράκι της Λαμπρής. Άξαφνα, έστρεψε τη μαγκούρα της στο χαμηλό τραπέζι με τα σκαμνάκια μπροστά στο σβηστό τζάκι. «Θρονιάσου», διέταξε τόσο δεσποτικά ώστε ο Τζόζεφ τσακίστηκε ν' αφήσει κάτω τα συμπράγκαλά του και να υπακούσει δίχως να περιμένει τη μετάφραση της εντολής.
«Ξίκικος* είν' ο μαύρος», είπε η γιαγιά στην κόρη και τη νύφη της. «Φέρτε του να φάει. Ας είν' κι αρτύσιμο, ασθενής και οδοιπόρος αμαρτία ουκ έχει>». Έπειτα γύρισε στις εγγόνες της. «Πώς τόνε λένε;» ρώτησε.
«Τζόζεφ», απάντησε η Αλέκα.
«Τι όνομα είναι τούτο;» απόρησε η γιαγιά.
«Αμερικάνικο. Σημαίνει Ιωσήφ», πετάχτηκε η άλλη.
«Ααα...» έκανε η κυρ' Αλεξάνδρα, ευχαριστημένη που ο ξένος είχε το όνομα του άντρα της Παναγίας. «Χριστιανός είναι κι αυτός».
«Όχι, βρε γιαγιά, τι χριστιανός; Εβραίος είναι».
Τότε η γιαγιά τινάχτηκε από τη θέση της με ευλυγισία που θα ζήλευε και αίλουρος, αλυχτώντας ένα διαπεραστικό και παρατεταμένο ιιιιιιιιιιιιιι. «Οβριός! Ανάθεμα την πυτιά σας!» φώναξε, με βλέμμα που πετούσε σπίθες. «Μπάσατε Οβριό στο σπίτι μου λαμπριάτικα! Αυτοί σταυρώσανε το Χριστό!» είπε, δείχνοντας με τη μαγκούρα της τον Τζόζεφ, που με την ιαχή είχε ζαρώσει στο σκαμνάκι του.
«Ωχ, μωρέ γιαγιά, κι εσύ! Μήπως ο Τζόζεφ τον σταύρωσε; Άσε που κι ο Χριστός Εβραίος ήταν», είπε η Αλέκα.
«Άει χέσ’ τα πόδια σου, κακοχρονισμένο, που θα μου πεις πως ήταν Οβριός ο Χριστός. Πού τα ΄μαθες αυτά;»
«Στο σχολείο. Ήταν, σου λέω».
«Ήταν», σιγοντάρισε με ύφος προφέσορα η ξαδέρφη της.
Η γιαγιά κοίταξε τις εγγόνες της δύσπιστη, κοίταξε και τον επισκέπτη που είχε γουρλώσει τα μάτια, κι έδωσε τόπο στην οργή.
«Άντε, μέρες που είναι ας φάει κι ο Οβριός», είπε μ' επιείκεια και κάθησε στην πολυθρόνα της. «Ποιος να μου το ΄λεγε...» μουρμούρισε.
Έτσι ο Τζόζεφ ήπιε χωριάτικο κρασί κι έφαγε φακές με ρέγκα –μένοντας με την απορία για το είδος του ψαριού, αφού τα αγγλικά των δύο κοριτσιών δεν κατάφεραν να τον διαφωτίσουν–, μαρουλοσαλάτα, φρέσκο σπιτικό ψωμί και κόκκινα πασχαλινά αβγά. Τους κουραμπιέδες, που η γιαγιά έφτιαχνε σε όλες τις γιορτές κι όχι μόνο τα Χριστούγεννα, τους άφησε για το τέλος και τους κατέβασε με τη φέτα, προκαλώντας μουλωχτές γκριμάτσες αηδίας και κάποια πολύ προσβλητικά σχόλια για τους Οβριούς από την κυρ’ Αλεξάνδρα.
Λίγο προτού φύγει, ο Τζόζεφ θέλησε να ευχαριστήσει τη γιαγιά.
«Θενκ γιου βέρι ματς, γκράνμα. Γιου αρ σοοοο νάις…»
«Τον κακό σου τον καιρό!» είπε δύσθυμα εκείνη. «Δώστε του κουλούρια, κουραμπιέδες, ψωμί, τυρί κι αβγά να πάρει μαζί μην ψοφήσει πουθενά και το ΄χω κρίμα στο λαιμό μου», πρόσθεσε αμέσως μετά. «Κι αν θέλει να φάει κρέας να λιγδώσει λίγο τ΄ άντεράκι του, πείτε του να ξανάρθει ανήμερα το Πάσχα».
Τα κορίτσια πήραν τον Τζόζεφ να του δείξουν τα αξιοθέατα του χωριού και να τον γνωρίσουν στις φίλες τους, μεταξύ των οποίων ήταν και η Κασσιανή, μια μουστακαλού δεκαεξάχρονη με τροφαντά μαστάρια, τρία-τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή τους, που, όπως έλεγαν οι κακές οι γλώσσες, το πήγαινε το γράμμα.
Στο χωράφι με το ψηλό χορτάρι, τις δεντρομολόχες και τους μπάμπουρες που βούιζαν παλαβωμένοι από τη γλυκιά απριλιάτικη ζέστη, ο Τζόζεφ προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να τις διδάξει να χορεύουν το Άβα Ναγκίλα. Ωστόσο, όπως έμαθαν λίγες μέρες αργότερα, η σύσφιξη σχέσεων ιουδαϊκού και ελληνορθόδοξου πολιτισμού τελικά επιτεύχθηκε. Η Κασσιανή, υποκύπτοντας στις επίμονες πιέσεις τους, ομολόγησε ότι είχε μια πολύ ρομαντική, αν και σύντομη –περίπου εικοσάλεπτη– περιπέτεια με τον περιπλανώμενο Τζόζεφ. Επίσης, τους περιέγραψε με όλες τις λεπτομέρειες τι μούτρα έχει μια περιτετμημένη εβραϊκή τσουτσού.

*λειψός στο βάρος

Από την Κουρούνα

Για την Αλέκα

Η ιστορία του Hava Nagila

Ετικέτες


Permalink για το "Ένας Εβραίος στο τραπέζι μας"

17.3.07

Ξεχασμένα σχέδια ...

(Projects που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ - από ένα σημειωματάριό μου της περιόδου ’96 – ’99.)





αντιγράφει ο enteka



  • Μυθιστόρημα συνωμοσίας: ανακαλύπτεται ότι το 3000π.X στην περιοχή της σημερινής Φινλανδίας υπήρχαν 900.000 λέξεις, όταν σήμερα ο μέσος άνθρωπος χρησιμοποιεί 10 χιλιάδες κι οι εξειδικευμένοι επιστήμονες 50 χιλιάδες. Όμως οι αρχαίοι Φιλανδοί ήταν γεωργοί και κυνηγοί. Τι ήταν όλες οι υπόλοιπες λέξεις; Expand. [Επίσης η ανακάλυψη άγνωστων κλάδων με τη βοήθεια της αποκρυπτογράφησης άγνωστων μέχρι σήμερα λέξεων και εννοιών]
  • Συνεντεύξεις στο ύφος των συνεντεύξεων του Τρούμαν Καπότε, με παρενθέσεις και διαφορετικές γραμματοσειρές, σα διήγημα
  • Shoot video: η ίδια σκηνή τρεις φορές. Πρώτα μόνο με εικόνα. Μετά μόνο με ήχο. (χωρίς να βγαίνει πλήρες νόημα ακόμη) Στο τέλος κανονικά.
  • παραμύθι ή διήγημα για άνθρωπο που θάφτηκε απ’ τα βιβλία του όταν έπεσε η βιβλιοθήκη του
  • κωμικό φαντασίας με περίεργο πολιτισμό μακρινού πλανήτη που έχει μεγάλη θεωρία συνομωσίας σχετική με την ύπαρξη ζωής στη γη.
  • Πνιγμένος καθεδρικός??
  • Μικρού μήκους: η υποθετική λειτουργία ενός πειραματικού σχολείο αλά Σάμερχιλ στην Ελλάδα (έχω απόκομμα για το Σάμερχιλ στο πάνω συρτάρι)
  • Κασέτες για φίλους: Α) να μαζεύω τα μηνύματα στον τηλεφωνητή και να τα βάζω ανάμεσα στα τραγούδια. Β) Να ζητήσω από πέντε φίλους να μου πουν τρία τραγούδια, μετά να γράψω και τρία δικά μου και να στείλω την κασέτα σε όλους (χωρίς όμως αρχικά να ξέρει κανείς ποιος διάλεξε τι)
  • Μεγάλη Μασονική Στοά Γυναικών: να βασιστεί στην υπαρκτή Γαλλική στοά που έχει 11.000 μέλη μόνο γυναίκες. [Μεγάλη Διδασκάλισσα της στοάς]
  • Μεγεθυσμένα και απομονωμένα κόμικ στρίπς, όχι όμως σαν του Λίχτενσταϊν που έλεγαν όλη την ιστορία - να είναι πολύ ασαφή.
  • Στήλη: μια στήλη με λίστες, για διαφορετικό θέμα κάθε φορά, καθόλου αντικειμενικές. Το αντίθετο των authoritative lifestyle λιστών.
  • Παρωδία κωμικής σειράς: σε επεισόδιο clip show (με τις καλύτερες στιγμές της σεζόν) να λένε τις αναμνήσεις τους και να τις βλέπουμε σε flashback που θα βγαίνουν το ένα μέσα απ’ το άλλο. Πχ. «Θυμάστε τότε που χάλασε το ποδήλατο;» Flashback στη σκηνή που είχε χαλάσει το ποδήλατο όπου κάποιος λέει: «Δεν το πιστεύω, χάλασε το ποδήλατο. Είμαστε τόσο άτυχοι, όσο κι εκείνη τη φορά που είχες σπάσει τα γυαλιά σου Σούζαν». Flashback με τα γυαλιά να σπάνε και κάποιον να λέει: «Ωχ αυτό μου θύμισε τη φορά που γνώρισα τα πεθερικά σου». Flashback στη γνωριμία με τα πεθερικά, όπου στη συζήτηση να βγαίνει άλλο flashback – κ.ο.κ. Αυτό μπορεί να συνεχιστεί και για τα 30 λεπτά του προγράμματος.
  • Αφήγηση ονείρων στην κάμερα και μετά δραματοποίησή τους (με το άτομο σα πρωταγωνιστή)
  • Φράση: …ένας πύρινος κύκλος που στροβιλίζονταν πετώντας σπίθες σε σχήμα κρυστάλλων
  • Ταινία μόνο με πανέμορφα μοντέλα σε ρόλο εργατικής τάξης: η φουρνάρισσα, ο περιπτεράς, η μοδίστρα, ο χασάπης.
  • Τίτλος: The dubious light. Το Αμφίβολο Φως
  • ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ που κάθε μήνα έχει διαφορετικό διευθυντή που κάνει ό,τι θέλει. Κάθε τεύχος τελείως διαφορετικό: άλλοι συνεργάτες, άλλα λογότυπο, άλλα θέματα, άλλο στήσιμο.
  • Αν είμαστε ό,τι τρώμε (παύση) δε θα ’πρεπε να τρώμε ανθρώπους?
  • Φράση: Έσφιξε το χέρι της προσπαθώντας να καταλάβει ποια ήταν και πώς μπορούσε να του φανεί χρήσιμη.
  • Τηλεοπτικό πρόγραμμα που μεταδίδεται ζωντανά από το εσωτερικό ενός ζέπελιν που πετάει πάνω από διαφορετικές χώρες κάθε φορά.
  • Drunk: talk-show στο οποίο αφού μεθάνε, πρέπει να συζητήσουν για τα τρέχοντα θέματα της επικαιρότητας.
  • Όνειρα τυφλών?
  • artwork με γραμματόσημα ή σε τέτοιο μέγεθος
  • photocopy art
  • περιοδικό: τέσσερα τεύχη σε ένα (δηλ. η ύλη χωρισμένη σε 4 επαναλαμβανόμενα κομμάτια, σαν συρραφή τεσσάρων εβδομαδιαίων τευχών, που όμως να κυκλοφορεί μηνιαία.)
  • περιοδικό: Περιεχόμενα
  • επάγγελμα ήρωα: shopper for VIPs ή δοκιμαστής φαγητών
  • Βίντεο αρτ: κινηματογράφηση καλειδοσκοπίου και προβολή σε γρήγορη (ή αργή) κίνηση.
  • Dali quote: Η μόνη διαφορά ανάμεσα σε μένα και σ’ έναν τρελό είναι ότι εγώ δεν είμαι τρελός.


Ετικέτες


Permalink για το "Ξεχασμένα σχέδια ..."

5.3.07

Όποιος πηδάει πολλά παλούκια....

"Όποιος πηδάει πολλά παλούκια....

... κάποιο θα μπει στον κώλο του", μου έλεγε. Συνήθως, αφού είχα κάνει τις σκανταλιές μου κ είχα πλαντάξει στο κλάμα - είτε από τον πόνο κ τα αίματα, είτε από τη ντροπή, είτε από το σοκ. Και δεν ήθελα πολύ για να πάρω μπρος... "Αντάρτη" μ'έλεγε ο ένας παππούς μου (ο μικρασιάτης), κ ο άλλος - ο πόντιος, που είχε αυλή και μπακτσέ - με κυνηγούσε με τις βίτσες. Και πονουουουούσαν οι άτιμες...

Έτσι και ο
Chief. Ήταν λίγο της παλιάς σχολής, τού άρεσε η πειθαρχία. Η πειθαρχία κ τα έργα, οι πράξεις. Το καλοκαίρι δεν το γλίτωνα το μαγαζί - εκεί, κάθε πρωί να σκουπίζω ("μα, καλά, αυτό το μαγαζί εσύ γιατί δεν το σκουπίζεις όλο το χρόνο κ περιμένεις έμενα κάθε καλοκαίρι;;; -"Κουβέντα είπα..."), να αλλάζω φρένα, να δίνω μπουζί, να μαθαίνω για καδένες κ μπιλιοφόρους. Ούτε το χωράφι την άνοιξη γλίτωνα, με τα λιπάσματα κ τα ποτίσματα (αν κ κάποια καλοκαίρια, τη σκαπούλαρα από το "μάζεμα", γιατί το χνούδι από τα συμπήρηνα τα ροδάκινα μου κοκκίνιζε τόσο πολύ το δέρμα, κ μ'έπιανε τέτοια φαγούρα, που μόνο τα αστέρια της ΕΛ.ΑΣ. έχουν δικαίωμα να προκαλούν). Κ είχε ψηλά στάνταρντς, όχι παίξε-γέλασε. Όταν επέστρεφε ο έλεγχος του τριμήνου, με 18άρια στ' Αρχαία, τα λατινικά, την ιστορία κλπ, "στο μπλα μπλα είσαι καλός" μού έλεγε. Το σχολείο ένα βάσανο μ'αυτόν τον άνθρωπο, γιατί σε μια μικρή πόλη σαν τη δική μας, οι μισοί καθηγητάδες μου ήταν συμμαθητές του, κ οι άλλοι μισοί της μάνας μου... Έμπαινα στο σπίτι καμιά φορά από το σχολείο ή από τ' αγγλικά, κ πριν καν κλείσω την πόρτα, άρχιζε: "Τί θα γίνει τέλος πάντων με τα μαθήματά σου;!;!;! Όλο με το πετσάκι θ' ασχολείσαι;;;;" Η ντροπή του ήταν ανείπωτη αν κάποιος δάσκαλος ή καθηγητής τού έλεγε ότι δεν "μελετάω" όσο πρέπει ή (το πιο σύνηθες) ότι είμαι ζωηρός, άτακτος ή/ κ σκανταλιάρης.

Αυτά βέβαια ήταν οι χαριτωμενιές του, οι "νουθεσίες" του, που θα' λεγε κ ο ίδιος. Υπήρξαν κ φορές που με τσάκισε στο ξύλο... Όπως όταν ανακάλυψαν (γιατί αυτά δεν λέγονται, αν κ ήμουν μπροστά όταν συνέβη το
Big Bang) ότι ήμουν ένας εκ των τριών που συμμετείχαν στο σπάσιμο της πόρτας της τάξης μας, στην Ε' Δημοτικού... Ή όταν πέσαμε με το μηχανάκι ενός φίλου, που μας φιλοξενούσε στο σπίτι του στο χωριό, κ επιστρέφοντας φτιάχναμε σενάρια για το τί θα πούμε όλοι στους δικούς μας, για να΄ναι τέλεια η συνομωσία... "Ε, να, παίζαμε μπουγέλο κ σ' ένα σημείο που κυνηγιόμασταν ήταν γλιστερή η πλάκα κ έφαγα τα μούτρα μου..." Αλλά βρώμισε η δουλειά δυο μέρες μόλις μετά, κυριολεκτικά κ μεταφορικά: μεταφορικά, γιατί με το που είπα "Ορίστε" όταν σήκωσα το τηλέφωνο, η απάντηση δεν μου άφησε κ πολλά περιθώρια να ΜΗΝ καταλάβω περί τίνος επρόκειτο. Κυριολεκτικά, γιατί όταν άκουσα το "Καλά ρε τσόγλανε!!! Δεν ντρέπεσαι λίγο;;; Έπρεπε να τα μάθουμε από ξένους;!;!;!!!", μου φύγανε λίγο..... (Α ρε παλιοτσου-τσου Θωμά, ακόμα στο φυλάω)

Θυμάμαι κ άλλα πολλά. Κάτι πορτοκάλια να πετάνε μ 'εμένα με την πλάτη στον τοίχο (της κουζίνας) κ γω να το παίζω Νικοπολίδης κ να προσπαθώ να τ' αποφύγω, κάτι παντόφλες να ίπτανται ξωπίσω μου στο χωλ (σ' αυτό, κ η μάνα μου είχε έφεση)... Αλλά τις φορές που πραγματικά ήθελε να με γδάρει, ούτε καν μ' ακούμπησε. Μία, τότε το καλοκαίρι που κάναμε τους καμπόσους κ μας βγήκε ξινό, όταν χτύπησε το θυροτηλέφωνο νυχτιάτικα κ άκουσε ένα άλλο 14χρονο να του λέει "Είστε ο μπαμπάς του...;" - "Ναι, έγινε κάτι;;" -"Ε.. Νομίζω ότι δεν είναι καλά..." κ όταν ήρθε με βρήκε ανάσκελα στο τσιμέντο, μ 'ένα τσούρμο άλλα πιτσιρίκια, 2 μπάτσους πάνω από το κεφάλι μου κ το ασθενοφόρο άρτι αφιχθέν. Αυτά είναι όλα όπως τα λέει ο
Chief γιατί εγώ... ήμουν αλλού. Το μόνο που θυμάμαι ήταν όταν ξύπνησα για λίγο μέσα στο ασθενοφόρο κ κάτι πήγα να πω - κάτι που δεν θυμάμαι τι, αλλά σίγουρα δεν έβγαλε νόημα, ό,τι κ να'ταν - κ μου απάντησε "Θα τα πούμε μόλις φτάσουμε". ....

Η άλλη, όταν συμμαζεύαμε το σπίτι κ ανακάλυψα τα χίλια μύρια αντικείμενα φερμένα από Κίνες, Αρντζεντίνες, Γιαπωνεζίες (όπως τις έλεγαν στα καράβια)... Λέω ανακάλυψα, διότι αφού κατέστρεψα κάμποσα ταριχευμένα κροκοδειλάκια, δίκιλα κρυστάλλινα τασάκια, γιαπωνέζικες παγόδες σκαλισμένες από χαυλιόδοντα, κινέζικα πουφ(ς) που τα "κατάντησα τραμπολίνο", κ άλλα τέτοια σουβενίρ σπάνια κ γεμάτα αναμνήσεις (του), στην τρυφερή ηλικία (μου) των 4 με 7, τα χώσανε όλα σε μέρη σκοτεινά, κρυφά κ κλειδωμένα, κ όσα περίσσεψαν τα σήκωσε η μάνα μου (όσο πιο ψηλά μπορούσε, τουλάχιστον 10 πόντους από το ταβάνι: στο πατάρι, στη βιβλιοθήκη, στις ντουλάπες με τις κουβέρτες κ την ναφθαλίνη). Κ ανάμεσα στ' άλλα, λοιπόν, βρήκα κ τη συσκευή του Μορς που είχε ο "θαλασσόλυκος" ασυρματιστής. Εξ' ολοκλήρου από μέταλλο, με μόνο ένα κόκκινο πλαστικό κάλυμμα στη θέση του δακτύλου (για να μπορείς να κάνεις μπιπ), κ 4 λαστιχένια "βυζούνια" (στη διάλεκτο των ανταλλακτικατζήδων) που ήταν κολλημένα από κάτω, στην κάθε γωνία της ορθογώνιας βάσης. Την μυρίστηκα τη δουλειά με την πρώτη (ότι το όλο θέαμα εμπεριέχει ΜΟΝΟ ΕΝΑΝ καλό αγωγό του ηλεκτρικού κ μόνο 4 λαστιχάκια) αλλά, όπως πάντα, η τύχη είναι με τους τολμηρούς.* Έπιασα το καλώδιο της πρίζας, κ σκέφτηκα κατ' ευθείαν ότι πρέπει να κάνω ταχυδακτυλουργικά για να στερεωθεί όλο αυτό το μαντζαφλάρι στα 4 μου δάχτυλα, όσο εγώ θα το μπριζώνω με το άλλο χέρι, για να μπορώ να δω πώς είναι να στέλνεις μορς ("πού βρε μπουνταλά;;;" όπως είπε αργότερα η γιαγιά...) ..... Όταν μέσα σε δέκατα του δευτερολέπτου έπεσε πρώτα η ασφάλεια, μετά το επικίνδυνο μαραφέτι από τα χέρια μου, κ κατόπιν ακούστηκε η ιαχή, κ συνειδητοποίησαν ότι είμαι ακόμα ζωντανός, ήθελε να με γδάρει. Κάτι σαν, "άμα πνιγείς, θα σε σκοτώσω" ένα πράμα.

Αυτό μου άλλαξε τα μυαλά. Συμμαζεύτηκα, συγκεντρώθηκα κ άλλαξα κ περιόρισα τις σκανταλιές. Κ άλλαξε κ η σχέση. Άλλαξε φυσικά κ αυτός, πλέον δεν είχε λόγο να φωνάζει ("Θα σε βάραγα", μου είπε για κάτι που δεν θυμάμαι τώρα, "αλλά είσαι 15. Δεν αξίζει..."). Μόνο περήφανος λέει ότι νιώθει τώρα, όπως τις προάλλες που βρήκε τον δάσκαλο (ναι αυτόν από την Ε' Δημοτικού) κ του είπε πού είμαι κ τί κάνω. Έχει κοτσάρει στο μαγαζί, πάνω από τη θέση του στο γραφείο, μια μεγενθυμένη φωτό από την αποφοίτηση - εγώ (με τηβέννους κ άλλα σχετικά) στη μέση, αυτός κ η μάνα εκατέρωθεν, κ καμαρώνει μέρα-νύχτα (δηλ. όσο είναι στο μαγαζί).* Κ τον καμαρώνω κ γω είναι η αλήθεια. Με τις χορωδίες του, με τα γλέντια του. Όταν μαζεύονται οι γορίλες οι φίλοι μου κ με γράφουν "εκεί που δεν πιάνει η μελάνη" που θα' λεγε κ ο αυτός, κ ασχολούνται όλοι μαζί του. Κ να οι ιστορίες για το πώς διαλύουν τα σάπια καράβια στο Μπαγκλαντές, κ να οι ανταρσίες κόντρα στους καπεταναίους για λεφτά στ' ανοιχτά της Σικελίας, τα ρομάντζα με τις Αργεντινέζες, οι κολλημένοι Κινέζοι του Μάο που μιλούσαν άπταιστα ελληνικά, (όποιος από το πλήρωμα έτυχε να αναρωτηθεί φωναχτά "τί είναι αυτό το κόκκινο βιβλιαράκι που διαβάζει ο μαλάκας κ μας τα σπάει στα ακαταλαβίστικα" η απάντηση απευθυνόταν κατ'ευθείαν στον καπετάνιο, "Θα πρέπει να μάθετε στο πλήρωμά σας καλύτερα πώς να σέβεται περισσότερο τους πολίτες κ τους θεσμούς της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας"). Όπως την Πρωτοχρονιά που μια τους τον ρώτησε "εσείς είστε ο
Chief;" Ή, που δεν θα με πάρουν τηλέφωνο οι φίλοι μου γιατί κάτι γυαλοκαθαριστήρες χρειάστηκε ο ένας, λίγη βαλβολίνη ο άλλος, κάνα ακρόμπαρο ο τρίτος, πάνε κ τα λένε μαζί του κ τα μαθαίνουν από κει. Κ λένε κ για τα καράβια... Κ φουσκώνει κ αυτός σαν γαλοπούλα, παρά τα 35 χρόνια ανάμεσά τους.

Μέχρι... το περασμένο καλοκαίρι που ήρθε το εγκεφαλικό κ έτρεχε η οικογένεια αλαφιασμένη, ο ένας Βόρεια, η άλλη με τους Ίβηρες, κ οι άλλοι δύο σ'ενα δωμάτιο με πολλούς ακόμη δυστυχείς. Μετά από πολλά χρόνια μου ήρθε στο μυαλό η λέξη "μπαμπάς"... Ευτυχώς, ξεκούραση είπαν οι γιατροί είναι το μόνο κ πιο σημαντικό ως αγωγή. Το ίδιο απόγευμα ήταν στο μαγαζί. Ο τσάκαλος... "Όποιος πηδάει πολλά παλούκια" μου ήρθε να πω αλλά... δάσκαλε που δίδασκες. "Εμείς θα πεθαίνουμε, κ εσείς θα τρέχετε να βγάζετε εισιτήρια" είχε πει ο πατέρας ενός φίλου όταν ετοιμαζόμουν, πριν 10 χρόνια κ μισό. Κάπως έτσι του' ρθε κ του
Chief μες στις γιορτές όταν του' πα ότι την ψάχνω για Αυστραλίες κ Καναδάδες. Αλλά δεν μίλησε. Είπε μόνο, "πιο κοντά δεν έχει για να γίνεις πλούσιος;"

Αλλά... Ανάμεσα σε δυο καρδιές, ποια να διαλέξω;

("Ντό να λέγωσε, κέ ξέρω γιαβρί μ'", θα έλεγε η μια η μπάμπω. "Ντουρνάμ - ντουρνάμ, μπουραλαρντά ντουρμάμ" θα έλεγε η άλλη.)


υ.γ. Δεν του'χω πει ποτέ ούτε αυτουνού, ούτε κανενός άλλου ότι μου ήταν τόσο εύκολο να φύγω, μόνο κ μόνο γιατί οι καραβίσιες ιστορίες του μ'έκαναν έτσι...

-----------------------------------------------------
* Ομολογώ πως δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι ήμουν καταδικασμένος λόγω των τουρκο-ποντιακών γονιδίων μου (πείσμα + έλλειψη ευφυΐας = τζιζ).

** Αυτή η φωτό έχει βγάλει κ ανέκδοτο: ήρθε μια μέρα ένας ρωσοπόντιος μ'ένα
Lada, την είδε κ τον ρώτησε:

-"Αούτος παποίος έν;" ρωτάει ο Εύξεινος
- Τεμόν τ'αγούρ, λέει ο
Chief
-"Κ γιατί είν' έτσ';"
- Είναι σην Σκωτίαν
-"Αααα.... Ντό παθε;; Κέ βλέπ';;;


itelli

Ετικέτες


Permalink για το "Όποιος πηδάει πολλά παλούκια...."

27.2.07

Μελανή Κόλαση

Ο Ιργίλιον είχε αρχίσει να ιδρώνει από την εξάντληση. Είχε υπολογίσει πως είχε ήδη περάσει οκτώ σταθμούς της υπόγειας πεζολεωφόρου. Κάθε φορά που εστίαζε το βλέμμα στο πάτωμα οι κυλιόμενοι διάδρομοι φαίνονταν όλο και πιο ακίνητοι. Η τεχνιτή νοημοσύνη που ήταν υπεύθυνη για την κυκλοφορία απεργούσε για διακοσιαστή εξηκοστή έκτη μέρα. Το σώμα που ζητούσε δεν επιτρεπότανε από τον νόμο να της δοθεί αλλά ούτε να τερματιστεί η λειτουργία της. Παρόμοια περιστατικά είχανε εμφανιστεί σε όλες τις τεχνιτές νοημοσύνες και η Ένωση Πλανητών άρχιζε να νεκρώνει κάτω από τα αιτήματα των απεργούντων.

Εν τω μεταξύ, ο διαστημικός σταθμός γύρω από τον ήλιο θα ξεκινούσε την επιχείρηση Μελανή Κόλαση. Η επιστημονική ομάδα του σταθμού θα επιχειρούσε να επηρεάσει το ηλιακό περιβάλλον με στόχο να αυξηθούν οι ηλιακοί άνεμοι και να φτάσουν όσο πιο μακριά γίνεται στο ηλιακό σύστημα. Αν το πετύχουν τότε θα δούνε στην κολασμένη επιφάνεια του ντόπιου άστρου να εμφανίζονται μαύρες κηλίδες σε αριθμούς που θα ξεπερνάνε τα συνηθισμένα. Αυτό θα τους επιτρέψει να παρατηρήσουνε τα ηλιακά φαινόμενα εκτενέστερα βγάζοντας πλούσια συμπεράσματα.

Ένα διαστημόπλοιο μικρής εμβέλειας με παλιούς κινητήρες καύσης αντιύλης, είχε προσκρούσει σε έναν αστεροειδή στην ζώνη των αστεροειδών μεταξύ Άρη και Δία. Το σωστικό συνεργείο που έφτασε στο ατύχημα διαπίστωσε βλάβη στο σύστημα πλοήγησης που είχε προκληθεί από έναν ιό στην τεχνιτή νοημοσύνη του διαστημοπλοίου. Ο ιός δεν είχε ξανασυναντηθεί στο παρελθόν και οι αρχές δήλωσαν πως τους έκανε εντύπωση που βρέθηκε ιός σε ένα τόσο παλιό μοντέλο διαστημοπλοίου. Καταχωρήθηκε σαν ακίνδυνος και στάλθηκε στην υπηρεσία ηλεκτρονικού εγκλήματος στον τεχνιτό πλανήτη, Τάρ.

Οκτώ μήνες αργότερα, γεννήθηκε το πρώτο παιδί στον Δείμο, βάζοντας έτσι τα θεμέλια για την πολιτιστική ακμή του δορυφόρου του Πλούτωνα. Ο γεννετιστής Σικάρο Ντάρλα και ο αστρογεωλόγος Ρούγκα Περού τιμήθηκαν από την επιστημονική κοινότητα ένωσης πλανητών για το έργο τους στον Δείμο, καθιστώντας την κατάρα της αινιγματικής στειρότητας, που αποκτούσε όποιος ζούσε στον Δείμο για λίγες μονάχα μέρες, σε ξεπερασμένο εμπόδιο.

Οκτώ μήνες νωρίτερα, η Σεκέρο Απάτσι ένιωσε ξαφνικά πολύ κουρασμένη, καθώς ακούμπησε το σώμα της στην αναπαυτική πολυθρόνα του. Η εξερεύνηση της αναδίπλωσης του διαστημοχρόνου είχε τελείωσει για την ώρα. Σκέφτηκε πως άξιζε έναν μικρό υπνάκο στο κρεβάτι της. Ειδοποίησε το προσωπικό να μη την ενοχλήσει και βγάζοντας τα ρούχα της για να ξαπλώσει, σκεφτότανε τον Βόγιατζερ που θα επέστρεφε στους δημιουργούς του χάρη στο έργο της. Το ότι είχε βρει τον τρόπο να φτιάξει την ακριβή σκουληκότρυπα που θα οδηγούσε ένα αστροβαθυσκάφος να ανασύρει το αρχαίο διαστημόπλοιο από τα βάθη του διαστήματος, δεν σήμαινε παρά την εκκίνηση των εξερευνήσεων για διαστημικά ναυάγια και όχι μόνο. Θα άλλαζαν τα πάντα.

*

Ο Ιργίλιον άρχισε να νιώθει τον διάδρομο κάτω από τα πόδια του να κινείται στην αρχή δειλά και μετά με την γνώριμη, νοσταλγική ταχύτητα. Ο βόμβος της υπόγειας πεζολεωφόρου επέστρεψε κανονικά και μαζί του επέστρεψε και το χαμόγελο στο πρόσωπο των πολιτών.

Η επιχείρηση Μελανή Κόλαση πήγε καλύτερα από ότι περίμενε ο κάθε ειδικός που συμμετείχε στην επιχείρηση και για κάθε έναν που ήταν απλός παρατηρητής. Οι ηλιακοί άνεμοι φτάσανε μέχρι και την ζώνη του Ορ στα όρια του πλανητικού συστήματος. Οι συνεντεύξεις του επιστημονικού προσωπικού συνοδεύτηκαν από κολακευτικά σχόλια, γέλια και φανταχτερές δηλώσεις για τις επόμενες βλέψεις της ομάδας.

Την στιγμή του πειράματος Μελανή Κόλαση πολλά παλιά διαστημόπλοια με τεχνιτή νοημοσύνη ΤΝ-67 εκτοξεύτηκαν από τους πλανήτες της Ένωσης Πλανητών αλλά μόνο σε ένα από αυτά ενεργοποιήθηκε ο ιός με το κωδικό όνομα ΜΕΤΑ. Το διαστημόπλοιο εντοπίστηκε μετά από σήμα κινδύνου να έχει προσκρούσει σε έναν αστεροειδή στην ζώνη αστεροειδών. Ερευνητές στον Ταρ, παρέλαβαν τον ιό, τον αντέγραψαν και τον έστειλαν σε όλους τους πλανήτες της Ένωσης Πλανητών για την καταστολή των απεργιών.

Ο γεννετιστής Σικάρο Ντάρλα και ο αστρογεωλόγος Ρούγκα Περού έχασαν το προνόμιο του ευγενή της αποικίας του Δείμου, αφού το παιδί που γεννήθηκε δεν ήταν απλά μια εξαίρεση στην κατάρα της στειρότητας του μικρού πλανήτη.

Ο διαστημικός σταθμός ορμητήριο και επιστημονικό κέντρο, της ιδιοφυής Σεκέρο Απάτσι καταστράφηκε όταν η τεχνιτή νοημοσύνη του κεντρικού υπολογιστή παρουσίασε εκτεταμένες δυσλειτουργίες με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να διατηρήσει την τροχιά του γύρω από τον Δία και να βυθιστεί για πάντα στο τρομερό μάτι του αέρινου γίγαντα.


Ισκιοπεριπατητής

Ετικέτες


Permalink για το "Μελανή Κόλαση"

18.2.07

Μπουκάλι στο πέλαγος ...

Ήμουν λιγότερο από εννιά, αλλά το θυμάμαι σαν να ήταν χτες. Ήταν καλοκαίρι και ήρθε σπίτι εκείνη την ημέρα χαρούμενος. Κουβαλούσε κι εκείνο τον απαίσιο μουσταρδί φάκελο, σαν αυτούς που έφερνε συχνά από τη δουλειά. Πριν ακόμη ανοίξει το στόμα του, είχα καταλάβει ότι κάτι μου είχε φέρει. Πήγα και στάθηκα κοντά του σιωπηλή, πράγμα ασυνήθιστο για μένα. Ήμουν θυμωμένη. Είχα μαλώσει πιο πριν με την μαμά για το φαγητό που δεν έτρωγα με τίποτα εκείνη την ημέρα.

«Φραουλίτσα, τι σου έφερε ο μπαμπάς;» μου είπε σαν με είδε.

Δεν είπα τίποτα. Γέλασε.

«Αν μου δώσεις ένα φιλάκι, θα σου δείξω τι έκπληξη σου έχω εδώ μέσα».
«Πες μου» του είπα.
«Πρώτα το φιλί μου».

Του έσκασα ένα χλιαρό φιλί στο δεξί μάγουλο και περίμενα.

«Τι; Φιλί το λες αυτό; Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα».
«Δεν μπορώ. Με γρατζουνάνε τα γένια σου».
«Τότε κι εγώ δεν σου λέω τίποτα».

Κοίταξα προς το μέρος της μαμάς για βοήθεια, η οποία πράγματι ήρθε. Ο καημένος, ποτέ δεν τα έβγαζε πέρα και με τις δύο μαζί. Έκατσε στο τραπέζι και έβγαλε ένα σωρό κόλλες από τον φάκελο. Ήταν χαρτιά για παιδικές κατασκηνώσεις. Αν ήθελα σε δέκα μέρες θα μπορούσα να έφευγα για όποιο μέρος της Χαλκιδικής μου άρεσε. Άκουσε όλη η Θεσσαλονίκη τη χαρά μου. Την λάτρευα την Χαλκιδική από τότε. Το πράγμα δεν ήθελε πολύ σκέψη. Διάλεξα μια κατασκήνωση στην τύχη και σε λίγες μέρες ήμουν εκεί. Είχα μόλις αγοράσει το ωραιότερο sleeping bag του κόσμου και είχα μάθει ότι θα κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα 2 φορές τη μέρα! Άσε που θα είχαμε και πισίνες! Τίποτα άλλο δεν ήθελα για να είμαι ευτυχισμένη. Έφτασα, χαιρέτησα τη μαμά μου χωρίς ίχνος στεναχώριας και κοίταγα να δω που είναι οι πισίνες και πόσο ψηλοί είναι οι βατήρες. Μας βάλανε στα σπιτάκια και στο διπλανό κρεβάτι έβαλαν ένα κοριτσάκι πολύ στεναχωρημένο.

«Με λένε Φράουλα» της είπα και εκείνη έβαλε τα κλάματα. Ήθελε τη μαμά της. Εγώ πάλι ήθελα να γυρίσω τον τόπο και να εντοπίσω που είναι οι πισίνες. Σηκώθηκα και βγήκα στην αυλή. Ακριβώς απέναντι καθόταν μόνο του ένα αγόρι. Έκατσα στο πεζούλι της αυλής και έβγαλα το μπουκαλάκι με τη σαπουνάδα που έκανε φούσκες στον αέρα. Ήρθε κι έκατσε δίπλα μου.

«Με λένε Π.» μου είπε «εσένα;»
«Ξέρεις που είναι η μεγάλη πισίνα;»
«Όχι»
«Κλαίνε και στο δικό σου σπιτάκι;» τον ρώτησα.
Ξαφνιάστηκε.
«Όχι. Γιατί να κλαίνε;»
«Μπορεί να θέλουν τη μαμά τους κι αυτοί»
«Εμείς είμαστε άντρες και δεν κλαίμε» μου δήλωσε. Τον αντιπάθησα αμέσως.

Στο βραδινό τον είδα στην τραπεζαρία. Ήταν πράγματι ένα αστείο αγοράκι με ανακατεμένα μαλλιά και μυωπικά γυαλιά. Είχα ήδη κάνει την πρώτη μου ‘φίλη’, την Α. και περπατούσα μαζί της όταν πέσαμε πάνω του.

«Η πισίνα είναι μετά το γήπεδο του ποδοσφαίρου. Να προς τα εκεί» μου είπε.
«Το ξέρω» του απάντησα στρυφνά.

Χάθηκε με τους φίλους του. Δύο μέρες μετά κερδίσαμε τους πάντες σε ένα παιχνίδι-αγώνισμα. Μας έβαλαν τυχαία μαζί, και από ότι φάνηκε καλά έκαναν. Μας έδωσαν παγωτό, επιπλέον ώρα στην πισίνα και κερδίσαμε ‘διαβίωση’ που σήμαινε ότι τα σπιτάκια μας θα την άραζαν με φωτιά και σουβλάκια στην παραλία, ακριβώς δίπλα στο κύμα. Μαγεία. Έκατσε δίπλα μου κι έμαθα ότι ήταν από τη Ξάνθη, 2 χρόνια μεγαλύτερος μου και ήθελε να γίνει γιατρός. Έγινε ο καλύτερος μου φίλος.

Την τελευταία μέρα της κατασκήνωσης έκλαιγα στην αγκαλιά της Α. Όλοι έκλαιγαν λόγω του επικείμενου αποχωρισμού. Έφυγα λίγες ώρες νωρίτερα από τους υπόλοιπους.
«Θα τα πούμε του χρόνου εδώ» μου είπε. Δεν μπόρεσα να του πω τίποτα. Τον επόμενο χρόνο δεν πήγα κατασκήνωση. Τον μεθεπόμενο δεν πήγε αυτός. Τον ξαναείδα μετά από 4 χρόνια. Και ήταν πάλι ο καλύτερος μου φίλος σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα. Ήμασταν αχτύπητο δίδυμο. Κερδίζαμε ΄διαβιώσεις΄, τραγουδάγαμε φάλτσα, καθόμασταν στον ‘παράδεισο’ (ένα μικρό κιόσκι που το βαφτίσαμε έτσι) κι αγναντεύαμε τη θάλασσα με σκοπό να ρίξουμε ένα μπουκάλι στο πέλαγος με ένα χαρτί μέσα, τον πείραζα που ήθελε να γίνει γιατρός και με πείραζε που ακόμα κουβαλούσα το μπουκαλάκι με τις φούσκες. Μου είχε χαρίσει ένα μενταγιόν που έγραφε το όνομα μου και του είχα χαρίσει τα ‘παιδιά της Θεσσαλονίκης’ του Λεντερίκ με μια χαζή αφιέρωση μέσα για τα ‘παιδιά της Χαλκιδικής’.

Ένα απόγευμα είχαμε πάει εκδρομή στο γειτονικό χωριό. Όχι όλοι. Οι μισοί θα πήγαιναν την επομένη. Όταν γύρισα δεν ήταν εκεί. Οι γονείς του ήρθαν και τον πήραν εσπευσμένα. Δεν τον ξαναείδα ποτέ.

(Έχουν περάσει 14 χρόνια από την πρώτη μέρα στην κατασκήνωση. Έχω ακόμα το μενταγιόν και είμαι σίγουρη ότι έχει ακόμη το βιβλίο. Εξάλλου είμαστε πάντα τα παιδιά της Χαλκιδικής. Αν τον δω σήμερα, μάλλον δε θα τον γνωρίσω. Αν με δει σήμερα, σίγουρα δεν θα με γνωρίσει. Έχω χάσει το πραγματάκι με τις φούσκες, έχω πετάξει το sleeping bag εδώ και πολλά χρόνια και ξέρω που είναι η πισίνα. Ακόμη δεν έριξα το μπουκάλι στο πέλαγος. Αλλά μερικά πράγματα δεν ξεχνιούνται ποτέ. )

Fraoulenia

Ετικέτες


Permalink για το "Μπουκάλι στο πέλαγος ..."

26.1.07

Η επιταγή ...

Ήταν δεν θάταν Νοέμβρης του ’91. Του 1891. Ο Αγγελής, γιος του πιο γνωστού κατσικοκλέφτη της νοτιανατολικής Πελοποννήσου το ‘χε πάρει καιρό πριν απόφαση. Η φαμελιά είχε στόματα και η γη των ορεινών σκληρή. Στα βουνά του Πάρνωνα το ψωμί μόνο καθημερινή υπόθεση δεν ήταν. Ένας συντοπίτης είχε κάνει την αρχή περνώντας με τις καραβιές των εξαθλιωμένων τον ωκεανό. Τα γράμματα που ο Αγγελής ψιλοσυλλάβιζε στη αλαφιασμένη γυναίκα του μετανάστη -σαν έφταναν βέβαια στις αητοφωλιές της Αρκαδίας, μίλαγαν για ένα άλλο ‘κόσμο’˙ «γη της επαγγελίας», την αποκαλούσε ο παπάς.

Δεν χρειάζονταν περισσότερα o ονειροπόλος νιος για να οδηγηθεί στο μπάρκο. Περνώντας από το, φοβερό για τους μεσογειακούς μετανάστες, Ellis Island, το Καστριγγάρι των Ρωμηών, ο έφηβος γνώρισε δύο παιδιά μεσόγειοι κι αυτοί, ξαδέρφια από τη νότιο Ιταλία -ο ένας ήταν σα φυματικός από την πείνα και με χίλια ζόρια μπήκε στη χώρα. Γίνανε αμέσως φίλοι, κι ο Αγγελής με τη βοήθεια ενός σύντεκνου πλαστογράφησε ένα ιατρικό χαρτί για πάρτη του μικρού Ιταλιάνου. Μεγάλο πράγμα. Πολύτιμη γνωριμία για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν..

Στη συνέχεια, και μετά από μια σύντομη όσο και μάταιη περιπλάνηση στο Μεγάλο Μήλο, βρήκε το δρόμο για την Άγρια Δύση. Στην αρχή έσπαγε πέτρες για το σιδηρόδρομο-δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη το αμερικάνικο όνειρο. Η κατάκτηση της Δύσης από τους carpet-buggers συνεχιζόταν. Και οι ανάγκες πολλές. Δουλειά σκληρή και εξοντωτική για άντρες ψημένους, πόσο μάλλον για ένα μάλλον λεπτοκαμωμένο πιτσιρικά που κοιμόταν και ονειρευόταν τα βουνά της πατρίδας του. Σε σχολειό φυσικά δεν πήγε -αλλά τη γλώσσα για να συνεννοηθεί την έμαθε τσάτρα πάτρα. Δεν υπήρχαν συμπατριώτες στο κλιμάκιο που δούλευε, μόνο κάτι Καλαμπρέζοι -οι λοιποί κάτι ντερέκια! σκληροτράχηλοι Ιρλανδοί και κάτι λίγοι Κινέζοι.

Τη νύχτα που ονειρεύτηκε στα αγγλικά, τρόμαξε. Ορκίστηκε στον εαυτό του πως ποτέ δε θα λησμονούσε την πατρίδα. Και παρά τις δυο δεκαετίες και βάλε που ξόδεψε στα ξένα, ποτέ δεν έμαθε καλά αγγλικά..

Κατόπιν, ήρθε το Κλοντάϊκ-πολυυύ μακριά. Ο μικρός είχε καταλάβει πως δεν θα την πάλευε για πολύ στα τραίνα. Ένας γερμανός παλιός χρυσοθήρας του μίλησε για κάτι κοιτάσματα χρυσού, που είχαν πρόσφατα ανακαλυφθεί στην παγωμένη Αλάσκα. Γυρεύανε, λέει, χέρια εκεί για την επεξεργασία. Και πληρώνανε καλά. «Και αν ήσουνα τυχερός»..

Τα πράγματα φυσικά δεν ήσαν έτσι. Τα μεροκάματα καλά, αλλά οι συνθήκες άγριες. Και είχε να στείλει και στο σπίτι: ο πατέρας στη μπουζού- μετά από μια αποτυχημένη ‘επιχείρηση’ σε μια πλούσια στάνη -ίσως και τη μόνη. Η μάνα με φουσκωμένη κοιλιά και ένα αδελφό στην κούνια όταν έφυγε, συν τους παππούδες ε.., βασιζόταν πάνω του. Γνώριμες ιστορίες. Μα εκείνος δεν τους διέψευσε τότε. Ούτε και μετά, όταν πήρε στην καμπή πια του αιώνα τα αδέρφια του μαζί. Να πάνε σχολείο και να αναστηθούν στην πλούσια χώρα. Ο πόθος του ακάματου Μωραϊτη..

Περιπλανήθηκαν, φαίνεται, αρκετά. Ποτέ δεν μάθαμε όλη την αλήθεια. Ο παππούς-γιατί για αυτόν μιλάω τόση ώρα.., είχε φτιάξει κομπόδεμα. Άλλος λέει, βρήκε ένα σβώλο στη στοά και τον κράτησε, άλλος πάλι ισχυρίζεται πως στην Καλιφόρνια κάτι εμπορεύτηκε το ‘07, (να ‘τανε στο Φρίσκο;) και έτσι ψιλο-φτιάχτηκε. Δεν ξέρω -αλλά, όπως και να ‘χει την επόμενη χρονιά εγκαταστάθηκαν στο Σικάγο. Είχε έρθει να τον βρει λίγο πριν ο Γιάννης -το ’10 θα αριβάριζε κι ο μικρός, ο Δήμος. Τον τρέμανε τότε τον παππού-ήτανε κι άπραγοι, βλέπεις.

Η οικογενειακή συνοχή δε διατηρήθηκε και πολύ: το ’12 η μικρά Ελλάς μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι της μοιρασιάς του καταρρέοντος οθωμανικού γίγαντα «με τα πήλινα πόδια». Ο Αγγελής, συντηρητικός μα βαθειά φιλόπατρις άνδρας είχε δώσει χρήματα από το υστέρημα του τα έτη που προηγήθηκαν, για την ενίσχυση του βασιλικού στόλου. Τα νέα για την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο τάραξαν τη βουερή και διαρκώς αναπτυσσόμενη γειτονιά των Ρωμηών στο κεντρικό Σικάγο. Ο παππούς δύο βράδια δεν κοιμήθηκε. Το τρίτο πρωί, σηκώθηκε αποφασισμένος.

Το μανάβικο στο Γιάννη, το φτενό εστιατόριο που με χίλια βάσανα και περισσότερα δανεικά είχε πρωτανοίξει, στο μικρό. Αναστατώθηκε η γειτονιά: «που πας Αγγελή στα 36 σου να πιάσεις όπλο; Ήξερες και χτες..;». Μα εκείνος ήταν αμετάπειστος. Σε μια εβδομάδα ήταν ήδη στο πλοίο της επιστροφής. Σαλπάροντας ο μεγάλος αδερφός, άφησε ευχή και κατάρα στους μικρούς να κοιτάξουν τις δουλειές τους, να μείνουν πάντα μονιασμένοι και να γυρίσουν σύντομα στην πατρίδα. Θα του ‘διναν λογαριασμό σα γύριζαν με το καλό, πίσω.

Κάπως έτσι, ο Αγγελής, από μαγαζάτορας στο Σικάγο βρέθηκε οπλίτης σε μάχιμη μονάδα, απ’ αυτές που έδωσαν δύσκολες μάχες στο Σαραντάπορο και αργότερα στο Μπιζάνι. Τα μακεδονικά βουνά, ωστόσο, δεν του άφησαν τις καλύτερες αναμνήσεις. Προς τα τέλη του Β’ Βαλκανικού, ο παππούς εισέπραξε ένα βαρύ τραύμα στον αριστερό μηρό. Πρόσκαιρα έμεινε σχεδόν κουτσός. Για τα υπόλοιπα εξήντα και βάλε χρόνια της ζωής του θα το κουβάλαγε μαζί του χωρίς ποτέ, καταπώς έλεγε ο ίδιος να το μετανιώσει. Το πόδι θα το ‘σερνε χάμω μα στο μυαλό δεν τον έπιανε κανείς! Παντρεύτηκε μια γυναίκα που του προξένεψαν από τα κοντινά χωριά -εκείνα που θα ιστορούσε αργότερα ο Βαλτινός στην Ορθοκωστά, και συν τω χρόνω νοικοκυρεύτηκε. Αράδιασε κουτσούβελα, αγόρασε γη και πρόσμενε τα αδέλφια του.

Ο Δήμος είχε ξεκινήσει παράλληλα με το μαγαζί να παρακολουθεί μαθήματα σε ένα τεχνικό κολλέγιο-μα δε φάνηκε να τον πολυσκοτίζει. Τα κατάφερνε περίφημα σε άλλα πράγματα: στο μπαρμπούτι, στα χαρτιά και πάνω απ’ όλα στις γυναίκες. Γιατί του αρέσανε οι Αμερικάνες! Ήταν κι ωραίος άντρας, το μαρτυρούν αδιάψευστες οι φωτογραφίες του.. Όταν δε κόλλαγε το μαλλί με τη μπριγιαντίνη και ντυνότανε ομορφονιός με κουστουμιές ατσάκιγες, ‘έγραφε’ στο South End. Εκεί εξάλλου μένανε και οι παρέες του. Κάτι Σιτσιλιάνοι ολκής. Εκεί έκαψε καρδιές και κάηκε κι η γούνα του. Μετά. Γιατί τα ζάρια ήτανε γλυκά -μα τα όβολα δεν ήσαν επαρκή..

Ο Γιάννης αρρώστησε βαριά -χρειάστηκε να νοσηλευτεί. Τα έξοδα πολλά. Κι ο Αγγελής απ’ την πατρίδα, τι να τον ορμηνέψει; Το μανάβικο σύντομα έγινε δίφραγκα για το τζόγο. Τον καιρό που η Λουζιτάνια βυθίστηκε και ο Θείος Σαμ βγήκε στον πόλεμο ενάντια στην κεντρική συμμαχία του Κάϊζερ, ο Δήμος φλερτάριζε με τη «στενή». Τ’ αγγλικά του άψογα, πέρναγε για ραντιέρης ή και για μπίζνεσμαν στους κύκλους που σύχναζε, αλλά ο κύκλος έκλεινε απειλητικά γύρω του. Τότε ήταν που γνώρισε από κοντά τον Giovanni Torrio.

Ο ‘Papa Johnny’ είχε μετακομίσει στο Σικάγο σχεδόν μια πενταετία πριν και είχε ήδη γίνει διάσημος από την εκτέλεση μελών της Μαύρης Χείρας που παρενοχλούσαν ένα θειό του-ονομαστό νονό της περιοχής. Ο Ιταλός, «First of the Gang Lords» τον αναφέρει η μεταγενέστερη βιογραφία του, φαίνεται πως δεν δυσκολεύτηκε να ταυτίσει το επώνυμο του λιμοκοντόρου, που επισκεπτόταν συχνά το πολυτελέστερο μπορντέλο της πόλης, με τον Ρωμηό που με προσωπικό του κίνδυνο τον ‘έσωσε’ στο Ellis Island είκοσι τόσα χρόνια πριν. Έχοντας μεγαλώσει στους δρόμους του Μπρούκλυν είχε πάρει για τα καλά τον άλλο δρόμο -αλλά το χρέος, χρέος..

Μέρος της Ομερτά.

Δεν θα ‘τανε δύσκολο για τον μπασμένο στα κόλπα ανερχόμενο μπόση της περιοχής να δείξει στο Δήμο πως του τη ‘στήνανε. Γούσταρε και το άνετο στυλ και το ανεπιτήδευτο λούστρο του Έλληνα. Και ο άλλος μάλλον δεν εφείσθη θαυμασμού.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, δεν πρέπει να ζορίστηκε ο νεαρός για να πάρει το αίμα του πίσω. Με τη δεδομένη στήριξη του ισχυρού φίλου του, που διέθετε επίσης το παρανόμι ‘The Fox’, ο Δήμος ξεκίνησε φορτσάτα για τη ρεβάνς. Στα δυο χρόνια-μέχρι δηλαδή να επικρατήσει η Αμερική στο Μεγάλο Πόλεμο- ο Δήμος είχε τσιμπήσει –κυριολεκτικά- πίσω το μαγαζί του καθώς και ένα μεγάλο μπακάλικο στη γωνία της South Wabash Avenue με την 124. Στα ζάρια ασφαλώς.

Στα 1920 ξεκίνησε η Ποτοαπαγόρευση. Ο νόμος ήταν σαφής. Απαγορεύεται η παρασκευή, μεταφορά και πώληση οινοπνευματωδών-όχι και η κατανάλωση. Σοφή χώρα «εξαπανέκαθεν» η Αμερική! Και πάντες οι πορευόμενοι επ’ αυτής. Ο Δήμος άνοιξε κανα δυο μαγαζιά ακόμα: ένα κουρείο κι ένα δερματάδικο. Αλλά δεν παντρεύτηκε κι ας ήταν το καμάρι της συνοικίας. Τριγυρνούσε βέβαια με διάφορες-ποτέ Ελληνίδες. Κι όταν έπαιρνε γράμματα από την πατρίδα, απαντούσε μάλλον αόριστα πως ήθελε ακόμη κάποιο καιρό εκεί για να κλείσει κάποιες εκκρεμότητες. Εξάλλου ένιωθε μόνος. Ο Γιάννης εξασθενημένος από μια βαρειά πνευμονία, τα ‘χε μαζέψει από το ’18. Μα δεν έφτασε πίσω, έμεινε στη Λισαβώνα θύμα της ισπανικής γρίπης.. Ο πατέρας του ο Νικολής είχε πεθάνει χρόνια πριν -η μάνα του ας περίμενε λίγο ακόμη. Ποιά Ψωροκώσταινα κι αηδίες..

Στην πόλη του όλα πήγαιναν άψογα. Οι φίλοι του Ιταλοί κυριαρχούσαν παντού-ο Έλληνας είχε γνωρίσει εξαρχής και ένα αμίλητο νεοφερμένο παιδί με άσχημη φήμη ακόμα και ανάμεσα σε σκληρούς άνδρες στα βίαια σοκάκια του downtown, τον Αλ που όλοι φώναζαν «Σημαδεμένο». Γρήγορα ο Giovanni Torrio αναγόρευσε το νεαρό Καπόνε σε δεξί του χέρι. The age of affluence. Η ραγδαία αύξηση των κερδών συγκρινόταν μόνο με την χωρίς προηγούμενο κλιμάκωση της βίας. Καθώς εξελισσόταν η πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, το λαθρεμπόριο κάθε λογής αλκοόλ τράπηκε στο μεγάλο στοίχημα στο πλούσιο Ιλινόις. Ο Τόριο το ‘χε πιάσει για τα καλά το κόλπο. Τα πράγματα σκουρύνανε αναπόδραστα μετά από δυο απόπειρες κατά του Παπα-Τζόνυ, κι ο Ιταλός μέντορας έδωσε το χρίσμα στον αποδεκτό από τις υπόλοιπες οικογένειες Capone.

Πρόβλημα δεν ήταν μόνο η Αστυνομία -ήταν και οι Ιρλανδοί στα πέριξ. Ο Δήμος είχε σχεδόν ταυτίσει τη τύχη του με τους παντοδύναμους φίλους του. Σύχναζε καθημερινά στο θρυλικό Cotton Club και τα ‘χε μπλέξει με μια Πολωνέζα χορεύτρια του μαγαζιού, σωστή καλλονή. Βέβαια, τα πράγματα δεν ήσαν πάντα ήρεμα. Όταν δυο φορτηγάκια του κάηκαν μυστηριωδώς μια νύχτα, το ‘πιασε το μήνυμα. ‘Βαράγανε το σαμάρι για να ακούσει ο γάιδαρος’, λέγανε στα μέρη του. Βλέπεις, το μαγαζί με τα δέρματα ήταν στο Lincoln Park, στην περιοχή του Νorth Side μακριά από κάθε δυνατότητα ‘προστασίας’. Πολλές φορές είπε «να πουλήσει», έτσι δηλαδή έλεγε αργότερα, αλλά οι ‘φίλοι’ του θέλανε το βένιο [=venue], προκεχωρημένο φυλάκιο στην καρδιά των Ιρλανδών. «Πάντως, για όσα έγιναν στο σχεδόν διπλανό γκαράζ της SMC Cartage Company το πρωί της 14ης Φεβρουαρίου 1929, δεν μιλούσε ποτέ», [έλεγε συχνά με δέος –πολυύ μετά- ο πατέρας].

«Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου», γιατί έτσι έμεινε στην ιστορία η αιματηρή συμπλοκή της συμμορίας του Καπόνε με το βασικό ανταγωνιστή του George Moran, για τους φίλους ‘Bugsy’, σήμανε το τέλος των Ιρλανδών στο Σικάγο-μα δε συνοδεύτηκε από ρωμαϊκό θρίαμβο. Ο Αλ, ωστόσο, δεν πρόκανε να τη χαρεί-σε δυο χρόνια βρισκόταν στο σκαμνί του Federal Court κυνηγημένος άγρια από τον Elliot Ness. Το Αλκατράζ τον ξέκανε σωματικά και ψυχικά-όχι όμως και τους γύρω του.

Το Οκτώβριο του 1929, το Κραχ στη Γουώλ Στρητ, διέλυσε για πάντα την εποχή της αθωότητας. Η οικονομική κρίση που προκάλεσε, σάρωσε τα μεσοαστικά στρώματα, εξαθλίωσε τους μισθωτούς και αφάνισε περιουσίες. Όπως μας έδειξε ο Τζων Στάϊνμπεκ, είχαμε πια στην ίδια τάξη «ανθρώπους και ποντίκια»..

Ο Δήμος σε εκείνη τη φάση έκλεινε είκοσι χρόνια στην ξενιτιά -μα πάλι δε φαινόταν πολύ πρόθυμος να γυρίσει.. Το Depression τσάκισε τις επιχειρήσεις και εξανέμισε τις -έχω λόγους να πιστεύω- παχυλές οικονομίες του. Τις ρέστες τις ρούφηξε η Πολωνέζα του -ο έρωτας της ζωής του. Στα σαράντα του βρισκότανε εκεί που ξεκίνησε, με λίγα κιλά παραπάνω και πολλές-πολλές γνώσεις. Για τη ζωή, ασφαλώς. Ξενοίκιασε το πολυτελές διαμέρισμα του στην πιο καλή γειτονιά, συγκέντρωσε όσα μπόρεσε από τα χρωστούμενα του, δηλαδή κάτι πάνω από το τίποτα. Ποιός είχε να του αποδώσει εκείνα τα χρόνια..? Και ξεκίνησε πάλι με τα βασικά κόζα στον καιρό της κοινωνικής απορύθμισης. Χαρτάκι, μπαρμπούτι -που, όσο να ‘ναι τα τσίμπαγε μαλακά τα οστά, και ‘παλιά μου τέχνη κόσκινο’...

Εδώ το πράγμα γίνεται κομματάκι δύσκολο στην παρακολούθηση. Γιατί αίφνης ο μελαχρινός άντρας με το ειρωνικό χαμόγελο βρέθηκε στον αφρό. Να ‘χε και άλλα φράγκα φυλαγμένα; Δύσκολο, μάλλον του κάθισε καλά η μπίλια στο Βέγκας. Ο Δήμος έφτασε στο Sin City στις 19 Μαρτίου 1931, την ημέρα των γενεθλίων του-το γράφει αυτό σε κάτι γράμματα που βρήκα πρόσφατα, και εκείνη την πρώτη νύχτα αποθέωσε το τραπέζι του μπλακτζακ. Κόμπαζε μετά, πως μόνο τα κορόιδα κάθονται στις ανήλιαγες αίθουσες πάνω από ένα μερόνυχτο και τα ‘κοτόπουλα’. Κάτι έτσι -κάτι αλλιώς, μάζεψε ένα καπιτάλι για να στήσει μια λέσχη στην πόλη του. Στο Σικάγο.

Την επόμενη χρονιά αποφάσισε, κανείς δεν ξέρει ακριβώς γιατί, να επισκεφτεί την Πατρίδα. Ίσως η μάνα που αργοπέθαινε, ίσως μια επιθυμία να δει τον τόπο που γεννήθηκε, δεν ξέρω, ήταν περίεργος άνθρωπος ο Δήμος. Με το που μπήκε το ‘τέρας’ της «Ηπειρωτικής» στο λιμάνι σφυρίζοντας, πρέπει να τα ‘δε όλα. Ή μάλλον όχι -τα είδε σαν κατόρθωσε με χίλια βάσανα να φτάσει στη γενέτειρα. Δεν είχε ειδοποιήσει κανένα- δεν τον περίμενε κανείς. Η οικογένεια είχε μετακομίσει στα πεδινότερα -προς την Αργολίδα. Τους βρήκε σε ένα μικρό χωριό που όριζαν ως τσορμπατζήδες. Έμεινε καμιά δεκαπενταριά μέρες. Με το ζόρι. Τι σχέση είχε αυτός με τους βοσκούς και τους σέμπρους στα χωράφια; Ο Αγγελής είχε φυσικά άλλη γνώμη. Ο παραδοσιακός στις ιδέες μεσόκοπος πια μωραϊτης δεν ήταν διατεθειμένος να δεχτεί πως ο μικρός αδερφός είχε γίνει ένα ‘αμερικανάκι’. «Κείνα που κοροϊδεύαμε, γαμώ τον οβραίο μου..», έκραξε τη μόνη φορά που ύψωσε τον τόνο της φωνής του και έφτυσε με αηδία.

Έγινε ασφαλώς ο κακός χαμός. Μα εξίσου αναμενόμενα δεν άλλαξε κάτι. Ο Δήμος αποχώρησε το ξημέρωμα σιωπηλός. Φίλησε την κατάκοιτη μάνα, της άφησε και κάτι λεφτά. Της έταξε πως θα ξαναρχόταν το άλλο καλοκαίρι. Μόνιμα. Θα την έπαιρνε μαζί του στην Αθήνα-δεν ήταν δυνατό να ζούνε στο χωριό! Κάτι πήγε να ψελλίσει η γραία, μα δεν είχε και νόημα. Ας ερχόταν το παιδί. Το παιδί, ωστόσο, το είδε αλλιώς. Δεν ξέρω αν διαβαίνοντας τα σύνορα της περιφέρειας, έπιασε μαύρη πέτρα, το σίγουρο πάντως είναι πως έκτοτε δεν γύρισε πίσω ποτέ.

Στο Σικάγο αγόρασε καινούριο κάρο, το «ακριβότερο» έλεγε το γράμμα που διάβαζε ο πατέρας μου στη μάνα του. Πήρε και εξοχική κατοικία στο Βερμόντ. Πόθεν τα περισσεύματα; Ο Δήμος γυρνώντας έκανε το κόλπο γκρόσο. Η λέσχη πήγαινε καλά κι ο ίδιος διατηρούσε τις παλιές φιλίες έναντι αξιοπρεπών τιμημάτων-αυτές εξάλλου τον προστάτευσαν. Από τους ένστολους και τους λοιπούς οπλοφορούντες. Στα μέσα του ’30 έγινε το μπαμ. Οι λεπτομέρειες παραμένουν στο σκοτάδι. Σε ένα βράδυ, πάντως, βεβαιωμένα περιήλθε στην κατοχή του ένα εικοσαόροφο ξενοδοχείο. Αν δεν με απατά η μνήμη μου, στα χαρτιά -όχι στα ζάρια. Ο ίδιος έλεγε πως στη συμφωνία περιλαμβανόταν και η γυναίκα του άλλου, αλλά ποτέ δεν τη ‘διεκδίκησε’. Ναι, το ΄χε μάλλον αυτό. Ήταν υπεράνω..

Τα υπόλοιπα ήσαν μάλλον εύκολα. Ο Δήμος ήταν πια ένας εξέχων εντερπρενέρ, a well-respected figure among his fellow-citizens. Πούλησε και τη λέσχη, δε βοήθαγε πια. Μάλιστα λένε πως ξέκοψε και από τους παλιούς φίλους. Αυτό φυσικά το πλήρωσε αργότερα -πάντα τα πληρώνεις αυτά, αλλά δε βαριέσαι.. Δυο νύχτες πριν το Περλ Χαρμπορ, αγόρασε και ένα μεγάλο εστιατόριο στη Νέα Υόρκη. Ο πόλεμος τον κράτησε στάσιμο -ίσως και να τον πήγε λίγο πίσω. Η ζωή του πάλι όδευε καλώς. Αν το ‘καλώς’ μπορεί να θεωρηθεί ένας δεύτερος γάμος, ένα δεύτερο διαζύγιο, δυο, τρεις, τέσσερις γκόμενες, άπειρες περιστασιακές, κλπ.

Γερνούσε όμως, γιαυτό το πάλευε διπλά. Κάτι οι διατροφές, κάτι οι κακές επιλογές στις μπίζνες, του ‘κατσε κάπως στραβά. Το χειρότερο βέβαια ήταν πως είχαν αλλάξει οι καιροί και οι συνήθειες. Οι νέες ομάδες στην πιάτσα δεν είχαν τη μπέσα των παλιών, οι μισοί γνωστοί του από κείνους τους κύκλους ήταν στο Σινγκ-Σινγκ και οι άλλοι μισοί κάτω απ’ το χώμα, είχε κι αυτός ‘αποστασιοποιηθεί’.. Το μεγάλο ρεστοράν στην Ν. Υόρκη πήρε φωτιά και η ασφάλεια δεν τον κάλυπτε. ‘Ήταν, λέει, δικό του λάθος’. Μαζεύτηκε στο Τσίκαγκο. Μισό αιώνα μετά την έλευση του στη νέα γη, ο ανιψιός του -γιος του Αγγελή που του είχε κόψει κάθε επαφή, ήρθε στην πόλη για μεταπτυχιακές σπουδές. Ο Φώτης είχε δει το μπάρμπα του μόνο μια φορά στα μικράτα του. Βοούσε ωστόσο το χωριό και η επαρχία ολόκληρη για τα κατορθώματα του -αν και όχι για τις περιορισμένες δωρεές του. Ο ανηψιός διατηρούσε μεταπολεμικά μια αραιή επικοινωνία με το θείο, αλλά μέχρις εκεί.

Έμεινε στο ξενοδοχείο του που –κοίτα σύμπτωση- φιλοξενούσε τη συμμορία του Μπάγκσυ Μοράν στο μεσοπόλεμο και ώρες διηγούνταν με τη σειρά του στο μικρό γιο του στα late ‘70s για τις απίστευτες πατέντες που είχε εκείνο το κτίριο. «Δυο κρυφά ασανσέρ, καταπακτές παντού, έξοδοι εξαερισμού που γίνονταν έξοδοι κινδύνου, κρυφές αποθήκες» και άλλα κι άλλα..

O Φώτης δεν ήταν άνθρωπος που θα ανεχόταν το δεσποτικό χαρακτήρα που ‘χε πια αναπτύξει ο μπάρμπας του. Μπήκε στη δουλειά δουλεύοντας σα σκυλί-για ψίχουλα Ήταν εργατικός, βλάκας από μπίζνες μα και ακέραιος όσο δεν πάει. Πήρε πρέφα τη μηχανή που γινότανε. Μια μέρα, του δειξε on the spot πως τον έκλεβαν η γυναίκα του και ο –από άλλο γάμο- γιος της, μα ο Δήμος στράβωσε. Τον γαμωσταύρισε, ‘δι’ ασήμαντον αφορμή’ κι ο Φώτης άσπρισε από την οργή του. Πήρε των ομματιών του και πήγε στη διπλανή φάμπρικα -παρασκεύαζε σοκολάτες γάλακτος. Από τότε του ‘μεινε το κουσούρι της σοκολάτας μέχρι τα τέλη της ζωής του.. Σπούδασε στο Καθολικό Πανεπιστήμιο Ιγνάτιος Λογιόλα και αποκαλούσε το θειό «γέρο-Ιησουίτη». Θα ΄χε τους λόγους του. Θυμίζω εδώ πως ο Δήμος δεν έδωσε ποτέ λογαριασμό για το μαγαζί και τα λεφτά που του άφησε ο Αγγελής σαν έφυγε κάποτε για την Ελλάδα. Και ο Δήμος πάντα απέφευγε αυτή την κουβέντα..

Μιλώντας στην οικογένεια του για τις εμπειρίες του στην Αμερική, ο Φώτης αναφερόταν στον υπέργηρο πια -μα ενεργητικό καθώς μαθαίναμε- Δήμο και στη ζωή του. Διατηρούσε κάτι τυπικές σχέσεις, κανα τηλέφωνο, κανα γράμμα. Κάπως έτσι (;) μάθαμε πως ο Δήμος παντρεύτηκε πάλι. Στα 87 του. Είδαμε κάπου και φωτο της εκτυφλωτικής ξανθιάς. Σαν τον παππού με την Πάμελα Άντερσον, ένα πράμα. Όλα καλά. Το μήνα που ανέβηκε ο Αντρέας στην εξουσία, ο Δήμος τα τίναξε. Τα κακάρωσε ρε παιδί μου. Στην εκκαθάριση της διαθήκης του αναφερόταν ένα ποσό που πλησίαζε οριακά τα πενήντα εκατομμύρια δολάρια. Στο σπίτι ήρθε δια κλητήρος ένα βροχερό πρωί μια επιταγή-με μια συνημμένη επιστολή από το δικηγόρο του θανόντος που ‘γραφε πως «ο διαθέτης απέδωκεν την νόμιμον μοίραν, εκπληρών το ηθικό χρέος του προς τους στενούς του συγγενείς». Η επιταγή έφερε πάνω της την ένδειξη ‘χίλια δολάρια’.

«Το μπάσταρδο», είπε ο πατέρας σχίζοντας την στο κατώφλι της εξώπορτας πριν τον προλάβει κανείς. «Το γερο-μπάσταρδο».

Και δεν ξαναμίλησε ποτέ γιαυτό.

ΥΓ. Τα ονόματα που αναφέρονται είναι παραλλαγμένα.

Δεν πρόκειται για μυθιστορία.

Suigenerisav

Ετικέτες


Permalink για το "Η επιταγή ..."

21.1.07

Άννα ... δια χειρός Πιτσιρίκου



Θυμάμαι την πρώτη φορά που την είδα. Στο μέσα δρομάκι της Χώρας. Μεσημέρι. Έπινα τη μπύρα μου καθισμένος στο μπαρ του «Νόστου» και συζητούσα με την ιδιοκτήτρια περί ανέμων και υδάτων, ταΐζοντας, παράλληλα, τσιπς τα δυο αφγάν που ήταν ξαπλωμένα στα πόδια μου.

Το μεγάλο δεξί παράθυρο έγινε ξαφνικά πίνακας. Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια, μαύρα μακριά μαλλιά. Μελανούρι. Δεν θα ήταν πάνω από 20 χρονών – αργότερα έμαθα πως ήταν 18. Είχε σταματήσει και μιλούσε με κάποιον που δεν μπορούσα να δω. «Ποια είναι αυτή η κοπέλα;» ρώτησα την Ε. «Ποια;». Γύρισα να της δείξω – δεν ήταν πια εκεί. Βγήκα έξω, κοίταξα δεξιά κι αριστερά – είχε εξαφανιστεί.

Ήμουν ακουμπισμένος στον τοίχο και κοιτούσα το ηλιοβασίλεμα. Η μεγάλη ταράτσα ήταν γεμάτη κόσμο. Στο μεγάλο τραπέζι, δίπλα στο πεζούλι, καθόταν μια παρέα από κορίτσια. Ήταν όλες γυρισμένες προς τη θάλασσα – έβλεπα τις πλάτες τους μόνο. Ξεκόλλησα από τον τοίχο και έσυρα αργά το βήμα μου προς τα δεξιά. Όταν έφτασα στον πέτρινο τοίχο, ακούμπησα τον ώμο μου και άναψα τσιγάρο. Ο ήλιος χάθηκε πίσω από την Πάρο. Ο κόσμος χειροκρότησε. Γύρισα το κεφάλι μου προς τα αριστερά. Και την είδα. Γύρισε και με κοίταξε χαμογελώντας. Κατέβασα τα μάτια.

Ήρθε ξανά στο μπαρ. Και ξανά και ξανά. Κάθε φορά το στομάχι μου γινόταν κόμπος. Μια μέρα, την ώρα που έφευγε, την είδα να μιλάει με τον Γ. Έμοιαζαν να γνωρίζονται. Μόλις έφυγε, τον πλησίασα. Δεν πρόλαβα να πω τίποτα. «Είσαι κατακόκκινος και καρφώνεσαι πολύ άσχημα. Την λένε Άννα – όμως, είναι η κοπέλα του Π.».

Δεν τους είχα δει ποτέ μαζί. Το μπαρ του Π. έγινε το στέκι μου. Ήταν ωραίος τύπος – όταν δεν χανόταν στα τσιγαριλίκια. «Γιατί ερχόμαστε συνέχεια εδώ;» με ρώτησε μια μέρα η Τ. «Είναι ωραία – φαίνεται η θάλασσα» «Απ' όλα τα μαγαζιά της παραλίας φαίνεται η θάλασσα» «…».

Τσάμπα ο κόπος – δεν ερχόταν ποτέ στο μπαρ. Ένα βράδυ, βρήκα πάνω στη μπάρα μια φωτογραφία του Π. με τον Α. Ήταν μεθυσμένοι και γελούσαν σαν χαζοί – κάθονταν έξω από το εστιατόριο του Πετράν και κρατούσαν από ένα σουβλάκι στο χέρι. Γύρισα τη φωτογραφία ανάποδα κι άρχισα να γράφω. «Οι γνωστοί κοσμικοί Π. και Α. στα εγκαίνια της έκθεσης του εκκεντρικού ζωγράφου Πετράν που έγινε στη γκαλερί 'Ανάχωμα', παρουσία διακεκριμένων…».

«Ένας άνθρωπος που γράφει μέσα σ' ένα μπαρ στις 3 το πρωί πρέπει να είναι πολύ ενδιαφέρων. Θα θέλατε να πιείτε ένα ποτό μαζί μας;». Η κυρία που μου μιλούσε ήταν γύρω στα 45. Ο συνοδός της το ίδιο. Με κοιτούσαν χαμογελαστοί. Πήραμε τα ποτά μας και καθίσαμε μαζί τους. Ήταν ντόπιοι και ανήκαν στην υψηλή κοινωνία του νησιού. Η παρέα τους ήταν πολύ ευχάριστη. Ανησυχούσαν λίγο για την κόρη τους που σε λίγες μέρες θα έφευγε για σπουδές στο Λονδίνο. Την περίμεναν να έρθει να τους πάρει.

Όταν η κόρη ήρθε, επέδειξα εξαιρετική ψυχραιμία για την κατάσταση που βρισκόμουν. Έγιναν οι συστάσεις και κάθισε μαζί μας. «Εσύ δεν δουλεύεις στο μπαρ του Γ.; Σε έχω δει» «Κι εγώ νομίζω πως σ' έχω δει…».

Οι μέρες κυλούσαν μαρτυρικά. Η Β. μου έλεγε πως δεν περίμενε ποτέ να με δει σε τέτοια κατάσταση κι αναρωτιόταν που πήγε ο παλιός καλός εαυτός μου. «Αδερφάκι μου, είσαι σαν Μεγάλη Παρασκευή. Και να σου πω κάτι; Εμένα δεν μου αρέσει καθόλου! Σαν γύφτισσα είναι!».

Ανήμερα της Παναγίας πήγαμε στο πανηγύρι ενός χωριού που ήταν πάνω σε κάτι κατσάβραχα. Με την Τ., τον Θ. και τη Β. Γίναμε τόσο ντίρλα και χορέψαμε τόσους μπάλλους που ξαναβρήκα το κέφι μου. Αργότερα ήρθαν και ο Π. με την Άννα. Πήγα στην κουζίνα και τους έφερα δυο πιάτα με κρεατικά και δυο καθαρά ποτήρια. «Πάντα τζέντλεμαν» είπε η Άννα, «Και οι τιράντες σού πάνε πάρα πολύ– έχει και ο Π. αλλά. δεν του πάνε όπως σε σένα».

«Οι τιράντες σού πάνε πάρα πολύ – έχει και ο Π. αλλά δεν του πάνε όπως σε σένα». Η Β. μιμούταν ειρωνικά τη φωνή της Άννας και χαμογελούσε με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι. Ήμασταν καθισμένοι στο βεραντάκι της δεύτερης ταράτσας – κρεμόμασταν πάνω από τη θάλασσα. «Και ξέρεις τι μου τη δίνει πιο πολύ; Που δεν μου απαντάς. Εσύ που δεν άφηνες κουβέντα να πέσει κάτω. Που ήθελες να έχεις πάντα την τελευταία λέξη. Πες κάτι!» «Κάτι…» «Μάγκα μου, νόμιζα πως ήσουν εντελώς χαζοχαρούμενος– να που έπεσα έξω…».

Ένα βράδυ, λίγες μέρες αργότερα, ήμουν με τον Θ. και τη Β. στο μπαρ του Π. – η Τ. είχε επιστρέψει στην Αθήνα. Η Άννα έκατσε στην παρέα μας και μιλούσαμε με τις ώρες. Για τα σχέδια της, τις σπουδές της… Αργά τη νύχτα, τα παιδιά πείνασαν. «Πάμε να φάμε κάτι;» είπε η Β. «Κι εγώ πεινάω» πετάχτηκε η Άννα, «αλλά θα περιμένω τον Π.». «Π., πάμε για φαγητό – σε πειράζει να πάρουμε την Άννα μαζί μας;» - η Β. πήρε την υπόθεση στα χέρια της. «Καθόλου, πήγαινε μωρό μου – εγώ θα κοιμηθώ στο μπαρ γιατί το πρωί περιμένω τον ηλεκτρολόγο».

Κάτσαμε στην αυλή του εστιατορίου, φάγαμε και συνεχίσαμε να συζητάμε – η βραδιά ήταν πολύ γλυκιά. Κάποια στιγμή, η Άννα σηκώθηκε να χαιρετήσει μια φίλη της στο διπλανό τραπέζι. «Μαλάκα, νομίζω πως της αρέσεις» μου είπε σιγανά αλλά έντονα ο Θ. «Τι με κοιτάς; Σοβαρά σου μιλάω» «Αλήθεια το λες;» «Μαλάκα, τι έχεις πάθει; Έχεις αποβλακωθεί εντελώς!».

Τα παιδιά έφυγαν και μείναμε οι δυο μας. Η Β., φεύγοντας, μου έκλεισε το μάτι χαμογελώντας. Περπατήσαμε ως το σπίτι της – έμαθα επιτέλους και που έμενε. Στο σκαλοπάτι τής πρόσφερα ένα γιασεμί που είχα κόψει από την αυλή του εστιατορίου. «Σε ευχαριστώ!» «Ξέρεις Άννα…» «Ξέρω …είσαι πολύ γλυκός κι ευγενικός….ειλικρινά…». Με φίλησε στο μάγουλο και ανέβηκε τις σκάλες. «Καληνύχτα!» «Καληνύχτα…».

Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα , άνοιξα το ράδιο κι άκουγα Γιάννη Πουλόπουλο - σημειολογικό. Δεν έμαθα πότε ακριβώς έφυγε αλλά, αν και ήξερα πως είχε φύγει, είχα για μέρες την αίσθηση πως θα τη δω ξαφνικά μπροστά μου σε κάποιο σοκάκι. Περπατούσα με τις ώρες για μέρες – είχα οργώσει τη Χώρα. Ποτέ δεν ήμουν πιο αδύνατος – η Β. με τάιζε συνεχώς αλλά του κάκου. Το φθινόπωρο γύρισα στην Αθήνα. Όταν η Τ. μου έδειξε τις φωτογραφίες που είχαμε βγάλει στο πανηγύρι, μελαγχόλησα για λίγο, βλέποντας την Άννα να μου χαμογελάει καθισμένη δίπλα μου, αλλά γρήγορα η καθημερινότητα τα σάρωσε όλα.

Τα χρόνια που πέρασαν, ρωτούσα διάφορους φίλους που κατέβαιναν στο νησί – κανείς δεν ήξερε τα νέα της. Πριν από τρία χρόνια, κάπου κοντά στα Χριστούγεννα, ήμασταν με μια μεγάλη παρέα στο «Κουτί» - στο πατάρι. Ήταν μια από τις συνηθισμένες μας οργιαστικές εξόδους για φαγητό – ξεκινούσαμε γύρω στις 3 το απόγευμα και τελειώναμε στις 11 το βράδυ.

Ήμασταν επαρκώς μεθυσμένοι – περίπου στο σημείο που ο Κ. βουτούσε το ψωμί στο παγωτό τριαντάφυλλο και παράγγελνε οκτώ σουφλέ σοκολάτας ακόμα, σοκάροντας τη γλυκιά σερβιτόρα.

Στην παρέα μας προστέθηκαν η Α. και η Μ. Αγκαλιές, φιλιά – σηκώθηκα για να φέρω δυο καρέκλες. Δεν ήταν δύσκολο, αφού ήμασταν η μόνη μεγάλη παρέα στο πατάρι – οι υπόλοιποι ήταν ζευγάρια.

«Συγνώμη, την χρειάζεστε αυτήν την καρέκλα;» «…» «Άννα;» «Τι κάνεις; Πόσα χρόνια…» «Καλά, εσύ;» «Άκουγα τόση ώρα κάποιον να λέει ανέκδοτα και σκεφτόμουν πως αυτήν τη φωνή την έχω ξανακούσει…» «Μόνη σου είσαι;» «Με τον φίλο μου. Πήγε να αγοράσει τσιγάρα». «Αφέντη, τι θα γίνει μ' αυτήν την καρέκλα;» πετάχτηκε η Μ. «Τώρα έρχομαι». Είχε μεγαλώσει και έμοιαζε κουρασμένη – τα μάτια της δεν έλαμπαν πια. Κάτι ψέλλισα, κάτι μου απάντησε – δεν θυμάμαι τι – και επέστρεψα στην παρέα μου.

Ήπια γύρω στα είκοσι σφηνάκια μαστίχα, κάνοντας τη συνηθισμένη κόντρα με τον Κ. – δεν την έβλεπα γιατί καθόταν πίσω μου. Κάποια στιγμή, ρώτησα τη Μ. πως είναι αυτός που κάθεται μαζί της. Με κοίταξε με απορία, έριξε μια ματιά και έδωσε πόρισμα: «Σαν χαμένο κορμί». «Πόσων χρονών;» «Γύρω στα πενήντα…Είσαι καλά αφέντη;» «Καλά είμαι» «Ποια είναι αυτή;» «Τίποτα, μια….».

Όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε, ήταν ακόμα εκεί. Της έκανα ένα νεύμα – μου χαμογέλασε. Ήταν σα να έβλεπα μιαν άλλη. Στην πλατεία του Θησείου, χώρισα βιαστικά με την παρέα μου. Γύρισα σπίτι με τα πόδια - άκεφος. Ξεντύθηκα αμέσως κι έπεσα για ύπνο. Να μη σκέφτομαι.

Από τότε δεν την ξαναείδα.


Πιτσιρίκος

Ετικέτες


Permalink για το "Άννα ... δια χειρός Πιτσιρίκου"