Tabs: Blog | About Us |

2.5.07

Tο σπίτι μου

Το σπίτι μου ήταν πάντοτε ο εχθρός μου. Εκτός από το πατρικό, αλλά
νωρίς ξεμπέρδεψα και μ' αυτό. Τα άλλα; Μην τα ρωτάς καλύτερα. Να σου
πω, ψέματα δε σου λέω: Μπορεί καμιά εικοσαριά. Βάλε εσύ με το μυαλό
σου, πόσα ονόματα, πόσες διευθύνσεις, πόσες γειτονιές, πόσοι
περιπτεράδες, ταχυδρόμοι, πιτσαδόροι, καθυστερημένα νοίκια,
λογαριασμοί της ΔΕΗ, ιδρωμένα σεντόνια, αρώματα αιδοίου. Στην αρχή ένα
δωμάτιο χωρίς τουαλέτα. Ύστερα με τουαλέτα, δύο δωμάτια με μπάνιο, δύο
μπάνια με τέσσερα δωμάτια, σκρίνια και καναπέδες, πεθερές με τα
εγγόνια τους, βάλε με το μυαλό σου.

Έϊ, έξυπνε! Νομίζεις ότι βρήκες τον εχθρό μου; Αμ δε! Ο εχθρός μου
ήταν το ίδιο το σπίτι μου. Βρε τι πυξίδες για να κάτσει το πωστολέν
φεινχσούι, τι διχάλες για να ελέγξουμε τη ραδιαίσθηση, τι αγιασμοί,
κώλο κάτω δεν έβαλα, κι ένα στιχάκι δεν έγραψα. Ούτε ένα τραγουδάκι.
Μακριά απ' το σπίτι μου; Με το στυλό του μπάρμαν γέμιζα τις
χαρτοπετσέτες, στα τραίνα, στα καράβια, στις αίθουσες αναμονής. Μη σου
πω και για τις μουσικές: Τι χορδές και τι δοξάρια, τι τραγούδια και
λογάκια, μα στο σπίτι; Μούγκα! Με το που το νοίκιαζα, έψαχνα ήδη για
το επόμενο. Ώσπου μια μέρα σήκωσα το κεφάλι και σκαρφάλωσα πάνω στην
κερασιά.

Αυτό ήταν κύριε Φρόυδ μου. Μια παλαιολιθική μαϊμού έγινε ένα με τον
κορμό της κερασιάς και μη σου πω τι είδε: Τον κόσμο ανάποδα, τόση
φασαρία για το τίποτα, πού τρέχετε ευλογημένοι, ανεβείτε πάνω στο
δέντρο να γλιτώσετε!

Χρόνια τώρα ζω πάνω σε μια καρυδιά. Μυρίζω τα πλατιά της φύλλα,
μασουλάω την καρυδόψιχα και σιγά-σιγά απολιθώνομαι. Με τραβάει το
χώμα, ως πότε θα αντιστέκομαι, καιρός να γίνω ενεργός άνθραξ για τις
τελευταίες εστίες πυρός.



Αλέκτωρ

Ετικέτες


Permalink για το "Tο σπίτι μου"

28.3.07

«Ευχαριστώ που μου ανοίξατε...»

Μου χτύπησε το κουδούνι. Στην αρχή, όπως αυτοί που μοιράζουν φυλλάδια για ντελίβερι και ακούγονται όλα τα κουδούνια της πολυκατοικίας, με λίγα δευτερόλεπτα καθυστέρηση το ένα από το άλλο. Με μια διαφορά. Δεν ακούστηκε άλλο κουδούνι. Μόνο το δικό μου. Ξαναχτύπησε. Πιο δειλά αυτή τη φορά. Και συνέχισε επίμονα.
Εγώ καθόμουν ακίνητος. Αποσβολωμένος από την ένταση του ήχου. Ώσπου το νευρικό μου σύστημα ξύπνησε και έτρεξα και ούρλιαξα, «Ναι; Ποιος είναι;»
Δεν αποκρίθηκε κανείς. Μετά από μερικά βράδια, πάλι το ίδιο σκηνικό. Και ύστερα, είχα κάθε βράδυ τα ίδια. Εγώ μέσα στη μαύρη νύχτα να φωνάζω στο θυροτηλέφωνο, έξω στον κόσμο, στο κενό, ποιος είναι.
Αποφάσισα να τη στήσω απέξω από το σπίτι για να δω ποιος παίζει με την ησυχία μου. Περίμενα όλη τη νύχτα μέσα στο αυτοκίνητό μου, παρκαρισμένος έξω από την πόρτα, αλλά δεν ήρθε κανείς. Ο απρόσκλητος «φιλοξενούμενος» του θυροτηλεφώνου μου δεν φάνηκε πουθενά. Ανησύχησα, μήπως έπαθε τίποτα. Το επόμενο βράδυ έμεινα μέσα να τον περιμένω.
Και ξαναχτύπησε. Αυτή τη φορά δεν ρώτησα τίποτα, δεν μίλησα. Μόνο πάτησα το κουμπάκι να ακούσω. Μια φωνή βαθιά από τα έγκατα του νυχτερινού κόσμου μου είπε: «Ευχαριστώ που μου ανοίξατε. Ευχαριστώ που μου ανοίγετε κάθε βράδυ. Δεν έχω κλειδιά. Ούτε σπίτι άλλο από σας. Από τον εαυτό και τη φωνή σας. Είμαι εσείς. Να με ακούτε προσεκτικά κι ευγενικά. Να μ’ αγαπάτε. Ο φιλοξενούμενος εαυτός σας.»


Σταυρούλα Σκαλίδη

Ετικέτες


Permalink για το "«Ευχαριστώ που μου ανοίξατε...»"

24.3.07

Η ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Ακολουθώντας το στενό περιφραγμένο μονοπάτι
Συνάντησαν οι αναχωρητές τη θ ά λ α σ σ α
Κι ήταν η θάλασσα αφύσικη κοκκαλωμένος τόπος
Στιγμιότυπο του Αδύνατου σαν σε φωτογραφία
Κι ήτανε μεσημέρι μα ο ήλιος δεν υπήρχε
Μα ούτ' ο ουρανός και ο ορίζοντας ούτε
Μοναχά τ'ασάλευτα νερά τα κόκκαλα νερά
Κι η αίσθηση του παντεπόπτη του φανερωμένου
Του από παληά κινούμενου δια των αιώνων Οφθαλμού
Που η κόρη του μετάλλαζε στο Χρόνο
Ιριδισμοί και αποχρώσεις χρώματα της Ιστορίας
Του Οφθαλμού που ενώ γινόταν έ β λ ε π ε
Του Κόσμου που καθ'όσον έβλεπε γ ι ν ό τ α ν
Και οι αναχωρητές πιστέψαν πως το Όραμα
Δεν ήταν τίποτ' άλλο απ'το Παναίσθημα
Με το οποίο χρόνια ολόκληρα προσπάθησαν
Να έλθουν σ'επαφή κι ευθύς γονάτισαν
Για να προσευχηθούν στο Χρόνο
O που τους κόπους και τις περιπέτειές τους
Ήλθε η ώρα ν'ανταμείψει εμφανιζόμενος :

«Ω στιγμές ω ιερές στιγμές της καταξίωσης
Κάστρα που φανερώνετε τα μυστικά της μούχλας!
Σ'αυτή την εσχατιά του Κόσμου
Παύσατε πια κραυγές και οιμωγές της Ιστορίας!
Και σεις πολεμιστές σωπάστε! Το Αίμα
Το χυμένο Αίμα εδώ απέκτησε φωνή αρχάγγελου
Παληοί μας φίλοι αναστημένοι στα ραγίσματα του Χρόνου
Τίποτα πλέον τίποτα δεν μας χωρίζει
Μετρώντας αίματα συναντηθήκαμε ξανά!»

Έτσι μίλησαν εντός τους όλοι οι αναχωρητές
Ίδια κι απαράλλαχτα κι ας μη το ξέρανε
Αλλ΄ αίφνης τα νερά βρυχήθηκαν σα ζωντανά
Κι όπως στο πρώτο σήμα της Καταστροφής
Δεν συνηθίζει ο άνθρωπος να δίνει σημασία
Μην και τυχόν χαλάσει το γλυκόνειρο του ύπνου της ζωής
Έτσι και οι αναχωρητές αδιαφορήσαν όλοι
Το ρίγος μόνο νοιώθοντας και τη μεγάλη δόξα
Τη που το Χρόνο μεταμόρφωσε σ'αιώνια αγάπη·
Αλλά ξανά ο βρυχηθμός ακούστηκε πιο ισχυρός
Κι όπως καταγκρεμίζονται τα κτίρια στους σεισμούς
Έτσι ακούστηκε κι ο ήχος τούτης της εικόνας
Κι η θάλασσ' άνοιξε σαν δέρματα που σκάνε
Κι από τα βλάσφημα αυλάκια πρόβαλαν
Με ήχους απαράδεκτους κι απαίσιους τσιριγμούς
Πλοκάμια και ψευδόποδες μαστιγοφόρες ύλες
Που'λεγες ότι ποτέ ποτέ δεν θα'πρεπε να υπάρξουν!
Και οι αναχωρητές τρομάξαν κι η καρδιά τους νύχτωσε
Ότι το Πλάσμα εκινείτο ήδη εναντίον τους·
Εκεί λοιπόν που αγγίξαν το Παναίσθημα
Εκεί ατάκτως υποχώρησαν ατάκτως εγκατέλειψαν
Και οπισθογυρίζοντας εδοκιμάσαν έκπληξη μεγάλη
Γιατ' είδανε το μονοπάτι δίχως περιφράξεις πια
Και βουβαθήκαν σαν τον θάνατο
Ότι ενόμισαν πως κάθε κακοήθεια θα'ταν τώρα
Δυνατή να εισέλθει μες στο δρόμο του Θεού
Όπως άλλωστε ήδη γινόταν·
Ο Άκρος ο αναχωρητής εδήλωσε με θράσος
Πως θα μεταπηδούσε πέραν του μονοπατιού
Εφ'όσον φράχτες πια δεν υπήρχαν!
Και οι άλλοι καταλάβανε ότι τα λόγια αυτά
Αναμφιβόλως ήτανε το σήμα του μελλούμενου Πυρός
Και δίχως δισταγμό σκοτώσανε τον Άκρο
Χτυπώντας και χτυπώντας σπάζοντάς τον
Σαν κάβουρες που διαμελίζουν κάβουρα
Όταν σημάνει η πλέον σκοτεινή της Φύσης ώρα
Όμως κανείς εκείνη τη στιγμή δεν θα'ταν δυνατό
Να φανταστεί το Θαύμα που μετά τον φόνο
Θ' ακολουθούσε σπέρνοντας τον πανικό :
Τα μέλη λιώσανε του Άκρου τ'αναχωρητή ταχέως
Στη θέση τους αφήνοντας ένα γλοιώδες στόμιο
Που'χασκε ολοζώντανο σαν τη κακιά την ώρα
Κι οι αναχωρητές πιστεύσανε πως βλέπανε
Μια 'πό τις πύλες της Κολάσεως
Και κλαίγοντας εκλιπαρούσανε συγχώρεση
Και κάποιοι εξ αυτών κινούσαν έξαλλοι
Στα πέραν να μεταπηδήσουν του μονοπατιού
Εφ'όσον φράχτες πια δεν υπήρχαν!
Άνεμος τότε μυστικός ξεκίνησε
Από κρυφές υδρογειακές πηγές σα γίγαντας
Να πάει να συναντήσει τους αναχωρητές
Και τους συνάντησε· μέσα στη πιο φοβερή
Την πιο αβάσταχτη επικράτεια της αβεβαιότητας
Κι αυτοί εξέλαβαν το φύσημα τ'Ανέμου
Ως το Παναίσθημα· -λάθος βέβαια τραγικό-
Για το οποίο τόσο δρόμο είχανε διανύσει
Κι είχαν πάθει τόσα συνυπολογίζοντας βεβαίως
Και το βάρος του σπασμένου Άκρου·
Μα ο άνεμος δεν ήταν άνεμος και ήταν φως μ'αγκάθια
Και στράφηκε 'ναντίον τους με φονική βοή
Ωστόσο όλοι το δεχτήκαν με χαρά γιατί
Αν και φως μ'αγκάθια ήταν όμως φως!
Και παραμορφωμένοι άγρια 'πό την επίθεση
Του Αγίου Πνεύματος του Έσχατου
Ψέλνανε στο χώμα που 'τοιμάζοταν να τους δεχθεί
Στο χώμα που 'τοιμάζοταν να τους ξαναγεννήσει
Να τους ξαναγεννήσει! Πώς ; Με ποιά μορφή ;
Μια καινούργια απόπειρα επίκειται οπωσδήποτε
Καινούργια προσωπεία που κατασκευάζονται
Μες στα βουβά μηχανοστάσια του Αιώνα
Και ποια η κραυγή κι εκείνος ο λυγμός ο ποιος
Η φύσις του πελέκεως κι η σπάθη που
Τραντάζει απ'τον ύπνο του
Τον άνθρωπο εκείνο που ονειρεύεται τον κόσμο;

the return

Ετικέτες


Permalink για το "Η ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ"

19.3.07

Η διαστρέβλωση και η αλήθεια

Τετάρτη βράδυ και κάθομαι μπροστά στη τηλεόραση, να ψάξω μήπως βρω τίποτα κανένα ποδόσφαιρο. Και πέφτω πάνω σε μια πολύ καλή εκπομπή.
Είναι της ΕΡΤ3 . ΑΝΙΧΝΕΥΣΗΣ τιτλοφορείται και οικοδεσπότης(καλά, δεν πιάνουμε πρωί –πρωί) είναι ο Παντελής Σαββίδης.
Θέμα της εκπομπής ήταν το Κόσοβο και το επερχόμενο στάτους του.
Στο studio, εκτός των άλλων, κι ο καθηγητής του Αριστοτελείου Σταύρος Ντάγιος, προσωπικός μου φίλος και ένας από τους λίγους που η ελληνική τηλεόραση, τον δέχεται αν κι μιλάει άπταιστα ελληνικά και έχει και γνώμη.
Ο κύριος Σαββίδης, που τον σέβομαι απεριόριστα και τον θεωρώ από τους λίγους δημοσιογράφους που γνωρίζουν τα περίπλοκα Βαλκανικά ζητήματα τόσο καλά, είχε καταφέρει να έχει μια συνέντευξη από τον πρόεδρο του Κοσόβου Fatmir Sejdiu.
Μεγάλη επιτυχία, αν σκεφτεί κανείς ότι, το Κόσοβο αυτή την εποχή, είναι από τα ποιο καυτά, αν όχι το ποιο καυτό Ευρωπαϊκό ζήτημα.
Εκείνο όμως που θέλω να αναφέρω εδώ, αν και όπως είναι λογικό, κανείς από αυτούς που πρέπει δεν θα το διαβάσει, είναι το θέμα της μετάφρασης.
Εν δυνάμει είμαι κι εγώ μεταφραστής και φαντάζομαι, όποιος άλλος ασχολείται με τη μετάφραση, κάθεται και ακούει με προσοχή, τη μεταφέρει και πως τα μεταφέρει ο μεταφραστής, τα λόγια μιας τέτοιας σημαντικότατης συνεντεύξεις και επιτυχίας του δημοσιογράφου.
Μόνο μια λέξη αποδίδει στο ακέραιο την πραγματικότητα: ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ !
-«Η δική μας πλευρά» έλεγε ο πρόεδρος- το …κόμμα μας έλεγε η μετάφραση από κάτω! Λες και τις διαπραγματεύσεις για το στάτους του Κοσόβου, τις έχει αναλάβει ένα συγκεκριμένο κόμμα.
Στρέβλωση και κατακρεούργηση του βασικού πυλώνα του λόγου.
-«Ο κύριος Haradinaj(πρώην πρωθυπουργός που κατηγορείται για εγκλήματα πολέμου) έχει τη δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά του, στο δικαστήριο της ΧΑΓΗΣ» λέει ο πρόεδρος. Ο κύριος Haradinaj είναι αθώος(!) και θα το αποδείξει αυτό στη ΧΑΓΗ, συμπεραίνει ο μεταφραστής.
-«Η Ρωσία, ως μεγάλη δύναμη, θα κρίνει με βάση το Διεθνές Δίκαιο και στο τέλος, ελπίζουμε να μη σταθεί εμπόδιο στο δικαίωμα των Κοσοβάρων για αυτοδιάθεση», τα λόγια του προέδρου.
-Η Ρωσία, είναι σίγουρο ότι δεν θα σταθεί εμπόδιο στο…Κόμμα μας(!) συμφωνεί ο μεταφραστής.
Και σταματώ εδώ.
Και αναρωτιέμαι ειλικρινά: Με πια κριτήρια επιλέγεται ένας μεταφραστής(και μην σπεύσει κανείς να θεωρεί ότι το κάνω επειδή δεν επελέγην εγώ. Δεν είμαι τρελός ούτε και έχω τέτοιες επιθυμίες) όταν πρόκειται για μια τέτοια συνέντευξη που, αν παρερμηνευτούν έστω και ψήγματα κουβέντας, μπορεί να προκύψει ακόμα και διπλωματικό επεισόδιο;
Αν η μετάφραση έγινε από το γραφείο του καθηγητού κυρίου Ντάγιο, καλό θα ήταν να ρίξει ο ίδιος μια ματιά στο μοντάζ, πριν βγει στον αέρα. Διότι , φανταστείτε αν η συνέντευξη αυτή ήταν live, τι είχαν να ακούσουν τα αυτιά μας. Εδώ, είχαν όλο το χρόνο να το μοντάρουν και τη βγάλανε έτσι όπως την παρουσιάσανε.
Λίγη προσοχή δεν βλάπτει και η βιασύνη, μπορεί να βλάψει ανεπανόρθωτα. Όλους!
Κατά τ’αλλα, η εκπομπή, όπως όλες του Π.Σαββίδη, κύλησε ήρεμα και με φανερή την έλλειψη διάθεσης για καβγά. Χωρίς κραυγές και ακρότητες. Χωρίς διακοπές και ηχορύπανση που, κάνουν αυτές των…μεγάλων καναλιών, να μοιάζουν με εκπομπές της Ανίτας Πάνια, την ώρα που τραγουδά ο Κατμαν.

N.Ago

Ετικέτες


Permalink για το "Η διαστρέβλωση και η αλήθεια"

8.3.07

Oι Κατερίνες και το ψάρι

Ηταν μια Κατερίνα που δούλευε στο φούρνο και ήταν πεντάμορφη, έσφυζε από νιάτα και υγεία, ένα τσακ νά 'κανες πάνω στο δέρμα της το κάτασπρο και τεντωμένο και δροσερό και λες πως, αν το άγγιζες, δε θα χρειαζόταν να ξαναπιείς σε όλη τη ζωή σου. Είχε κόκκινα μαλλιά μακριά που πετούσαν ελεύθερα ένα γύρω και σάρωναν ξαφνικά τον αέρα, όταν άλλαζε κατεύθυνση στο πρασινόγκριζο βλέμμα της.

Τη γνώρισα όταν πήγα για ψήσιμο το ψάρι. Ενα ψάρι στρουμπουλό κι ασημένιο, τυλιγμένο σε λαδόκολλα κι αλουμινόχαρτο, να ψηθεί στο φούρνο της γειτονιάς για να μη μυρίσει το σπίτι ψαρίλα. Κάθε που πήγαινα στο φούρνο, η Κατερίνα λες και με περνούσε από ρεκτιφιέ. Το κέφι μου έφτιαχνε στο πιτς φιτίλι, το γέλιο της σαν νά 'ταν κολλητικό. Το ίδιο θα σκεφτόταν κάθε άντρας στην ηλικία μου, αλλά αυτό δεν είχε περάσει από το νου μου -τότε. Ηταν στα είκοσί της και 'γώ στα εικοσπέντε μου, άρτι απολυθείς του στρατεύματος και άνευ σταθερής εργασίας, θα κάναμε το τέλειο ζευγάρι λέμε, αν δεν την πλεύριζε ο μηχανικάκιας της απέναντι υπόγας, ένας μπαρμπούλης ψαρομάλλης γύρω στα σαράντα κάτι. Αυτός της φούσκωσε τα μυαλά και η Κατερίνα, αχ, γράφτηκε σε μια δραματική σχολή της πλάκας να γίνει ηθοποιός του θεάτρου.

Κάθε που σχόλαγε απο την οχτάωρη ορθοστασία του φούρνου και πριν πάει στη Σχολή, πέρναγε από το γραφειάκι του τυπά να δανειστεί βιβλία λογοτεχνικά να καλλιεργήσει το πνεύμα της και, βάζω στοίχημα, ότι ο μπάρμπας όλο και κάτι θα σούφρωνε από το καλλιεργημένο της κορμάκι. Τι κορμάκι δηλαδή, κορμάρα ήταν η Κατερίνα, ζουμερή κορμάρα με τέλειες αναλογίες λέμε. Μεταξύ μας, έσκασα που δεν πρόλαβα να παίξω τον κηπουρό σε αυτό τον Παράδεισο και να κατοικήσω μέσα του δια βίου, που λένε, αλλά έτσι είναι με τους νέους κι άβγαλτους άντρες. Διστάζουμε, να πάρει!

Πέρασαν κάτι χρόνια και τη συνάντησα στο δρόμο, κοντά στο καινούργιο μου σπίτι. Σουρωμένο το πρόσωπο, τα μαλλιά κατσιασμένα, τα μάτια ανήσυχα να παίζουν πέρα δώθε, το κορμί μαραγκιασμένο αλλά λεπτό -τάχα μου, τι λεπτό, πετσί και κόκκαλο-, οι κινήσεις της αγχωμένες, της είπα πως γράφω στην εφημερίδα, με ρώτησε αν γνωρίζω συγγραφείς, της είπα πως όλο και κάτι γίνεται, μου έδωσε το τηλέφωνό της αν ακούσω για κάνα θεατρικό ή κάνα βίντεο, είπα πως θά 'χω το νου μου, με ευχαρίστησε και χωρίσαμε. Γύρισα να την ξανακοιτάξω, να μαντέψω πού να είχε πάει εκείνο το γάργαρο σαν καταρράχτης γέλιο της, μπορεί και νά 'χε χαθεί κάτω από τα βήματά της που έσκαφταν την άσφαλτο όπως έτρεχε να διασχίσει το δρόμο.

Πάνω από δεκαπέντε χρόνια είναι που μετακόμισα στη γειτονιά όπου κατοικώ τώρα και μόλις σήμερα πρόσεξα την Κατερίνα που δουλεύει στο φούρνο της πλατείας. Κοντούλα και ζουμερή, τριανταπέντε πάνω κάτω, κοκκινωπό μαλλί με ανταύγειες, φωνή μπάσα κι ένα γέλιο θεϊκό, με εξυπηρέτησε πρόθυμα αν και είχε τελειώσει το αγιορείτικο καρβελάκι που ψωνίζω συνήθως, ένεκα η ώρα. «Αργήσατε πάλι» μου είπε, «να σας φυλάξω γι αύριο;» ρώτησε στο καπάκι, την παρακάλεσα να μου φυλάξει, έγραψε τ' όνομά μου σ' ένα χαρτάκι και το κόλλησε στην ταμειακή μηχανή, τη ρώτησα αν ψήνουν ψάρι στο χαρτί, με διαβεβαίωσε πως ναι, αλλά να το πάω γύρω στις έντεκα που θά 'χει πάψει να βγαίνει ψωμί, είπα ότι θα το φροντίσω και γύρισα σπίτι.

Σαράντα κάτι εγώ, λογάριασα με το νου μου, σταθερή δουλειά έχω για την ώρα, αλλά και να τη χάσω δεν τρέχει τίποτα θα βρω άλλη, Κατερίνα όμως έχω καιρό να ξαναβρώ άραγε; Πετάχτηκα στα γρήγορα χωρίς να το πολυσκεφτώ, έτρεξα στην πλατεία, μπήκα στο φούρνο, η Κατερίνα δεν ήταν στο πόστο της, τη ζήτησα, «μόλις έφυγε, θα την προλάβετε στη στάση» μου είπαν, την πρόλαβα, την πήρα για ένα καφέ στο κοντινό μπαράκι, τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε, παντρευόμαστε, πετάω πετάω πετάω!!!

-------------
ΣΗΜ. Η ιστορία ατάκα κι επιτόπου, από τη Rodia

Ετικέτες


Permalink για το "Oι Κατερίνες και το ψάρι"

28.2.07

Σοφί + Δημήτρης = L.F.E

Mου λένε πως είμαι μόλις 16 χρονών και έχω όλο τον κόσμο στα πόδια μου.Με φωνάζουν όλοι Σοφί, αλλά Σοφία με βάφτισαν ,το υποκοριστικό ήταν άλλη μια από τις βλακείες της μάνας μου, που ήθελε όλοι να είναι σαν πρωταγωνιστές στη σαπουνόπερα, από αυτές που έβλεπε κάθε μεσημέρι. Από αυτές που ζούσε στο μυαλό της.
Από αυτές που πήγε να ζήσει ,όταν μας παράτησε μια Κυριακή το βράδυ γιατί ασφυκτιούσε είπε.
Ακόμα είπε πως είναι ερωτευμένη .Με κάποιον άλλο. Με έναν καθηγητή.
Και στα κομμάτια ο άντρας της ο διευθυντής ,και τα λεφτα ,και τα παιδιά και τα σπίτια και όλα.Αυτή θέλει τον καθηγητή.
Καλά ρε μάνα. Παρτονε τον καθηγητή. Και ας βλέπω τον μπαμπά να παρακολουθεί για 2 ώρες τον τοίχο και να βρίσκεται δίπλα η τηλεόραση , αλλά αυτός να συνεχίζει στον τοίχο.
Και ας σηκώνομαι από τις 6 για να συγυρίσω και να καθαρίσω και να μαγειρέψω γιατί τους κακόμαθες μανούλα ,αδελφό και πατέρα και ένα αυγό δεν ξέρουν να φτιάξουν.
Και ας φωνάζει ο αδελφός μου «γυναίκες πουτάνες» ανά δεκάλεπτο.
Εγώ άλλο δεν αντέχω μανούλα.
Το βλέμμα της.
Το βλέμμα της όποτε μπαίνω στην τάξη του φροντιστηρίου για έκθεση .
Η καθηγήτρια μου με μισεί. Αν μπορούσε θα έμπηγε όλα τα bic μέσα στα μάτια μου μέχρι να τυφλωθώ, θα ξαναεπέτρεπε τη βίτσα για να με δείρει μέχρι να ματώσω , θα με έβαζε σε ένα σκοτεινό δωματιάκι μέχρι να γίνω 39 χρονών. Μέχρι να σταματήσει ο πόνος , μέχρι να ξεχάσει ότι η μάνα μου πηδιέται με τον αντρα της.
Θέλω να περάσω τις πανελλήνιες ρε μανα. Να φύγω , να φύγω μακριά .Από την πόλη που γύρω γύρω μόνο θάλασσα έχει και τίποτα άλλο, να ακούσω συναυλίες ,να περπατήσω σε μεγάλους δρόμους , να φοράω τακούνια και ωραία φορέματα , να διαβάσω τόσα βιβλία όσο να σκάσω και να μπουχτίσω ,να μη βλέπω τον πατέρα μου να παρακολουθεί τον τοίχο ,να μην ξέρω για σχέσεις που τελειώνουν και για κέρατα και για πόρτες που χτυπάνε πίσω τόσο δυνατά.
Δεν ξέρω από αυτά ,εγώ ούτε σχέση δεν έχω κάνει ,ούτε πουλί αντρικό δεν έχω δει ακόμα. Και τώρα φοβάμαι να μάθω αυτά που ήξερα.
Τις πανελλήνιες ρε μανούλα.

Κάθε μέρα σφίγγω τα δόντια ,και πάω και τη βλέπω και γράφω έκθεση με εισαγωγή ,κύριο μέρος και επίλογο ,και χωρίζω το κύριο μέρος σε άλλα τόσα μέρη και απαντάω σε κρίσιμα και σοβαρά και καίρια ζητήματα για να εντυπωσιάσω και να πάρω καλό βαθμο. Για να φύγω απο εδώ.Εσύ δεν μπορείς λίγο να σταματήσεις να ερωτεύεσαι?Και εγώ ερωτευμένη είμαι αλλά δεν κάνω έτσι .Προσπαθώ να είμαι ήρεμη. Εγώ τον αγαπάω τον Δημήτρη να το ξέρεις.

Αυτός είναι 30 και παντρεύεται και εγώ τον αγαπάω .Δεν το ξέρει ,δεν θα του το πω ποτέ , δεν μοιάζει με κανέναν σας.
Θα φύγω και από αυτόν.
Θα σας δείξω εγώ

Ο Δημήτρης ήταν της ανωτάτης παντρευτικής.Οχι το καρναβαλίστικο φοράμε-μια-στολή-και-μας –πετάνε –ημίτρελοι –ρύζι –ενω –εμείς –έχουμε –στεφάνια-στα μαλλιά.Οχι. Απλώς ήθελε να κυριεύει το αντικείμενο του πόθου του. Δική του. Την Μαριάννα έτσι την είχε , δική του. Μεγάλωσαν μαζί , στην ίδια γειτονιά και ήταν πάντα η πιο όμορφη από όλες. Και η πιο έξυπνη. Και η πιο ανεξάρτητη.

Όταν πηδήχτηκαν την πρώτη φορά ήταν γιατί δεν τους είχε μείνει και τίποτα άλλο να κάνουν. Το θεώρησαν φυσικό.

Τα 3 πρώτα χρόνια πέρασαν δοκιμάζοντας τα κορμιά τους στις πιο απίθανες στάσεις ,σε απίθανα ρεπερτόρια τοποθεσιών με ρούχα ,με ειδικά ρούχα ,χωρίς ρούχα . Ήταν τόσο οικείο ,διάολε. Και αυτή τόσο πρόθυμη. Να κάνει τα πάντα, παντού.
Όταν πέρασαν τις βέρες του αρραβώνα ανάμεσα σε ιδρωμένους συγγενείς ,σεμεδάκια ,τον παπα Χαραλάμπη και τον πατέρα του λιώμα από τα τσιπούρα ,του φάνηκε πολύ φυσικό. Μόνο αυτό δεν είχαν κάνει.
Εννοείται πως την είχε απατήσει. Οχι πολλές φορές .Αλλά το είχε κάνει. Το είχε ευχαριστηθεί .Και δεν είχε νιώσει την παραμικρή τύψη. Αφού με τη Μαριάννα θα είναι πάντα μαζί. Δεν θα την άφηνε ποτέ.
Έβλεπε και τη μικρή κάθε μέρα.

Δεν την άγγιζε .Τίποτα .Ούτε της μίλαγε πολύ .Τόσο για να έρχεται να του μιλάει κάθε μέρα.

Ήταν ήδη γυναίκα αλλά δεν το ξερε. Είχε τα πιο ωραία βυζιά που είχε δει. Μεγάλα στρογγυλά , με τις σωστές ρώγες. Θα μπορούσε να βγει μαζί τους για καφέ ,για ψώνια ,για να τσιμπήσουν κάτι. Τέτοια αυτόνομη προσωπικότητα είχαν.
Ολόκληρη του άρεσε η Σοφί μωρέ. ΄Ήθελε να την πιάσει από το χέρι και να φύγουν σε ένα μεγάλο δάσος μαζί ,όπου θα μιλάνε ,θα την προστατεύει από όλους τους μπαραμπάκους που την ταλαιπωρούν ,να τη φιλάει και να της πιάνει τα βυζιά.
Αλλά τι να αγγίξεις και που από αυτό το πλάσμα. Είναι 17 χρονών ,κρατάει μια οικογένεια μόνη της , και νιώθεις πως θα βάλει τα κλάματα στο επόμενο δευτερόλεπτο.
Την κοιτάζεις σιωπηλά και κλείνεις τα μάτια για ένα λεπτό,
ίσα ίσα για να τη φανταστείς από πάνω σου.

Την άλλη μέρα το πρωί ο Δημήτρης βρήκε το σπίτι μισοάδειο και τη Μαριάννα άφαντη.
Είχε φύγει λέει για την Καρδίτσα με έναν καθηγητή .Έπρεπε να ξεφύγουν απο την πρώην σύζυγο και την ερωμένη του ,που είχε παρατήσει την οικογένεια της για να είναι μαζί .

Δεν τον αγαπούσε πια , έτσι του έγραφε. Και όλα έγιναν ξαφνικά με τον καθηγητή , σαν κάποιος να της το διέταξε να το κάνει , και αυτή απλώς έπρεπε να υπακούσει.
Θα τον νοιαζόταν όμως πάντα.

«Τι πάθαν όλες με το εκπαιδευτικό σώμα» αναρωτήθηκε ο Δημήτρης.
« Καλά έκανε το μωρό .Να προσέχει όμως»
Ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ένιωσε μέσα του μια περίεργη λιακάδα σαν να ήξερε πως όλα , από εδώ και μπρος , θα πήγαιναν καλά.

Η ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα

Μαργαριταρένια

Ετικέτες


Permalink για το "Σοφί + Δημήτρης = L.F.E"

23.2.07

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ

Απρίλης, και η άνοιξη έμπαινε σιγά-σιγά στην πολιτεία. Δεν ένιωσε την αλλαγή στον τρόπο που κυλούσαν οι μέρες, η καθεμιά ίδια κι απαράλλαχτη με όλες τις πριν και όλες τις μετά.

Εκείνο το απόγευμα έλαβε το τεύχος ενός φιλολογικού περιοδικού, το οποίο διάβαζε ανελλιπώς κάποτε, και του οποίου είχε υπάρξει συνεργάτης πριν χρόνια. Συνήθως πια απλώς το ξεφύλλιζε, αλλά τώρα έκατσε και διάβασε λίγα ποιήματα. Για τα μεγαλύτερα σε έκταση κείμενα, κριτικές και τα τοιαύτα, ούτε λόγος: τα πιο πολλά τα βαριόταν αφόρητα, έτσι όπως ήταν γραμμένα - αναλύσεις επί αναλύσεων και αφόρητη πόζα. Ένας σωρός εμβριθείς αρλούμπες για να ειπωθούν, τελικά, τα απολύτως προφανή - και αν.

Διάβασε μερικά και τέλος πρόσεξε ένα:

«Ανώφελες μέρες.
Στον κήπο πήλινα λουλούδια και ταριχευμένα ζώα.
Κι έξαφνα πέρασε ένα γυμνό κορίτσι,
δροσερό σαν πρώτο φως,
κι όλα ζωντάνεψαν.

Έμεινε να ξαποστάσει λίγο,
Καθρεφτίστηκε στο βλέμμα μου,
Και μ’ ένα γέλιο ανέμελο,
Είδε ότι την κοιτούν,
Και χάθηκε όπως ήρθε.

Τώρα,
Σκυλιά, χλωμά του πόθου
Γαβγίζουν το φεγγάρι,
Τα δέντρα αιμορροούν
Στο φύσημα του ανέμου.»

Δεν του φάνηκε και σπουδαίο, ούτε και στους συντάκτες. Πολύς μελοδραματισμός στην τελευταία στροφή- σκυλιά που γαβγίζουν και δέντρα που ματώνουν! Εφηβικά πράγματα. Είχε γίνει πιο δύσκολος μεγαλώνοντας.
Του άρεσαν μόνο τα πήλινα λουλούδια, κι εκείνο το γυμνό κορίσι, το δροσερό σαν πρώτο φως – αυτός ναι, ήταν καλός στίχος. Το διάβασε άλλη μια φορά.

Φυλλομέτρησε λίγο και πέτυχε ένα απόσπασμα από την «Έρημη Χώρα», σε καινούργια μετάφραση, κάποιου φερέλπιδος νέου μεταφραστή:


«Φίλε μου, αίμα που την καρδιά μου ανακινείς!
Η φοβερή η τόλμη μιας στιγμής παραδομού,
Που ένας αιώνας φρόνησης ποτέ δεν θ’ αναιρέσει.
Μ’ αυτήν,
Μ’ αυτήν και μόνο
Έχουμε υπάρξει,
Που στις νεκρολογίες μας
Δε θα βρεθεί ποτέ,
Σε έγγραφα που κάλυψε η ελεούσα αράχνη
Ή κάτω απ’ τις σφραγίδες, που θρυμμάτισε
Ο ισχνός συμβολαιογράφος
Στις αδειανές μας κάμαρες.»

Έκατσε κι άναψε τσιγάρο.

Το βράδυ ονειρεύτηκε πως κολύμπαγε, σε μια γαλάζια, καθάρια θάλασσα.
Άκουσε το γέλιο της για μια στιγμή, γύρισε. Τον πλησίαζε με ήρεμες απλωτές, και ύφος παιχνιδιάρικο. Σε μια στιγμή τον ζύγωσε, και με μια απότομη κίνηση τινάχτηκε στ’ ανάσκελα, αποκαλύπτοντας το εξαίσιο στήθος της. Στο υγρό της δέρμα, αστραποβολούσε το φως.
Μαγεύτηκε, άρχισε να παραληρεί, χάζευε το φεγγοβόλο στήθος, υμνούσε «τον κόρφο της άνοιξης», ούτε ήξερε τι έλεγε, ώσπου εκείνη, χαμογελώντας, τον αγκάλιασε και τον τράβηξε πάνω της.

Σαν ξύπνησε, μια γλυκιά ευφροσύνη απλωνόταν σε όλο του το κορμί.


Ήταν καλοκαίρι όταν τη γνώρισε. Είχαν περάσει χρόνια, κι ακόμα τη σκεφτόταν. Όμορφη. Στ’ αλήθεια, ό μ ο ρ φ η.
Μαζί της έζησε τον παράδεισο. Αλλά έμελλε να κρατήσει λίγο. Πόνεσε. Στην αρχή τη μίσησε, για να μη μισήσει τον εαυτό του, κι έπειτα μίσησε το ίδιο το είναι του, μην αντέχοντας να μισεί εκείνη. Κι έπειτα, ξέχασε έρωτες και χαρές και αρκέστηκε στα λίγα, και ασφαλή.

Όταν βεβαιώθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας, πως ήταν μόνο όνειρο, σηκώθηκε παραζαλισμένος.
Πήγε στη δουλειά με το ζόρι, κι ίσα που κατάφερε να ξεχαστεί λίγο. Αλλά ήταν αφηρημένος˙ οι ταραξίες της τάξης αλώνισαν κανονικά, κι ούτε που προσπάθησε να κάνει κάτι για να επιβάλλει λίγη ησυχία.

Σαν γύρισε σπίτι, παραξενεύτηκε: κατάλαβε πως είχε, όλη μέρα, τη μυρωδιά από τα μαλλιά της στα ρουθούνια του.

Δεν έβαλε να φάει, δεν πεινούσε. Ξεκλείδωσε με νευρικά χέρια το συρτάρι που φύλαγε τα παλιά γράμματα.

Λίγο μετά βρήκε εκείνο που έψαχνε. Το τελευταίο της γράμμα.

«….δεν ξέρω ποιος φταίει, ούτε αν φταίει κάποιος, ούτε αν έχει νόημα να ψάχνουμε το φταίχτη.
Να ξέρεις πως λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσουμε. Είμαστε τα ίδια χάλια κι οι δυο, το ίδιο σακάτηδες, κι αυτό, αυτό που παλιά λέγαμε πως έδινε δύναμη στη σχέση, τώρα είναι η καταστροφή της. Το είχες πει-να το ‘χες προβλέψει, άραγε; - σ’ εκείνο το ποίημά σου, απ’ τα πιο αληθινά που έγραψες, απ’ τα λίγα που στ’ αλήθεια μου μίλησαν:

«Υπάρχουμε μονάχοι.
Στα φωτεινά μόνο διαλείμματα
Αγγιζόμαστε.

Νήπια χαμένα σε δάσος βιαστικών
Ενήλικων βημάτων,
Γκρινιάρικα,
Πικρόχολα,
Ουρλιάζοντας,
Απαιτώντας,
Επαιτώντας,
Σπάζοντας όλα τα δώρα μας κάτω απ’ το δέντρο των Χριστουγέννων,
«Εγώ» που πρήστηκαν Και απλώνονται στο χώρο,
Στο αιωνίως αδικημένο κέντρο του κόσμου,
Αναζητώντας μανιακά το αστείρευτο
Στήθος.


Φεύγεις τώρα. Δεν κοιτάς πίσω.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα
Στην γκριζωπή αποβάθρα,
Ο αέρας στροβιλίζει κιτρινισμένα φύλλα εφημερίδων
Με νέα του περασμένου αιώνα
Κι εγώ τρέχω για να προλάβω
Το τελευταίο τραίνο
Για το Νότο.»

Έτσι ήμαστε. Συγχώρα με που φεύγω. Κάποιος έπρεπε να το τολμήσει.
Σε φιλώ.»

Ξάπλωσε βαρύς. Πώς γίνεται, πάλι και πάλι, άνθρωποι με καλές προθέσεις, να πάνε να φιληθούν και να δαγκώνονται;

Η καμπάνα της γειτονικής εκκλησιάς άρχισε να χτυπά, δυνατά και εκνευριστικά. Βλαστήμησε και έκρυψε το κεφάλι του κάτω απ’ το μαξιλάρι.

Την είδε από απόσταση. Σκέφτηκε να την πλησιάσει, αλλά τον πρόλαβε μια γριά, που της ζήτησε να την βοηθήσει ν’ ανέβει μια ανηφόρα. Εκείνη προθυμοποιήθηκε κι άρχισαν την ανάβαση. Άρχισε ν’ ανεβαίνει παράλληλα, ακολουθώντας τες με το βλέμμα. Ο δρόμος τους ήταν ομαλός, ο δικός του όλο χαλάσματα κι εμπόδια που έπρεπε να σκαρφαλώνει. Έφτασαν ταυτόχρονα στην κορυφή, όπου έχασκε ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος. Η γριούλα μπήκε μέσα, κι ο τάφος την άλλη στιγμή ήταν κλειστός. «Ίσως ήταν ήδη νεκρή, ίσως ήταν μόνο ένα φάντασμα», είπε απορημένο το κορίτσι. Ο τάφος ήταν τώρα κλεισμένος με ταφόπλακα, είχε χαραγμένα δυο ονόματα πάνω. Προσπάθησε να τα διαβάσει, δεν μπόρεσε. Αλλά ήξερε, ήξερε πως στον τάφο κοιμούνταν δυο άνθρωποι, που σαν πεθάνανε, τους έθαψαν μαζί.

Ξύπνησε απότομα, με το που τέλειωσε τ’ όνειρο.

Σηκώθηκε και βγήκε στην αυλή να καπνίσει – δεν είχε χαράξει ακόμα.

.......................................

Μπήκε η Μεγάλη Βδομάδα. Ένιωθε βαρύς και θλιμμένος. Πέρναγε τις ώρες κάνοντας μοναχικούς περιπάτους κι όταν καθόταν σπίτι, διόρθωνε γραπτά.
Τη Μεγάλη Παρασκευή σηκώθηκε κατά τις δέκα. Όλο το πρωί διόρθωνε. Αργά το απόγευμα βγήκε για μια βόλτα και τράβηξε τον πάνω δρόμο, έξω απ' την μικρή πολιτεία. Η άνοιξη κυριαρχούσε γύρω, παντού. Τόση ομορφιά! Κι αυτός, βυθισμένος πάντα στον εαυτό του, στις σκέψεις του, την πίκρα, τις ενοχές του. Ανίκανος να δει, ανίκανος να γευτεί.
Είδε ένα ξωκλήσι που άσπριζε στην πλαγιά˙ άκουσε την πένθιμη καμπάνα, ζύγωσε και μπήκε. Τέσσερα-πέντε γεροντάκια κάθονταν στα στασίδια, ένας υπέργηρος ιερέας θυμιάτιζε. Δεν προσκύνησε Σταυρό, ούτ’ Επιτάφιο. Στάθηκε σε μια γωνιά, έκατσε λίγο μετά σ’ ένα στασίδι και νανουρίστηκε από την μονότονη φωνή του αναγνώστη. Τον πήρε λίγο ο ύπνος, ώσπου τον ξύπνησαν τα λόγια: Δος μοι τούτον τον Ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν κόσμω... Ξένος! Κι αυτός, ξένος δεν ήταν; Ξένος στην πολιτεία, ξένος στο σχολείο που δούλευε... Δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου το ξένον... Ξένος για τους «πνευματικούς» ανθρώπους της δουλειάς του - αφόρητα επιτηδευμένοι, εστέτ μέχρι αηδίας και νάρκισσοι, νάρκισσοι, νάρκισσοι, τους σιχάθηκε κι έφυγε, κι έτσι προτίμησε να διοριστεί στην επαρχία καθηγητής.... Δος μοι τούτον τον ξένον, όστις οίδεν ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους… Ξένος για την οικογένειά του, ξένος για τους παλιούς του φίλους, ξένος στον έρωτα, ξένος τώρα για 'κείνη, ξένος για τις άλλες γυναίκες που τον αγάπησαν και δεν μπόρεσε να τους δώσει πίσω την αγάπη που πήρε, ούτε και να χορτάσει απ’ τη δικιά τους.... Δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη... .Ξένος για τους επιβλητικά μίζερους ανθρώπους της θρησκείας, που του γυρνούσαν τ' άντερα, ξένος για όλους, ξένος για όλα, ξένος και άγνωστος για τον ίδιο τον εαυτό του, που τον έβλεπε στον καθρέφτη κι απορούσε κι έφτυνε.

Λίγο μετά έφυγε και περπάτησε για ώρα πολλή στην εξοχή, ώσπου νύχτωσε και φάνηκαν τ’ αστέρια. Γύρισε σπίτι αργά.

Σηκώθηκε νωρίς, να πάει στην Πρώτη Ανάσταση, όπως όταν ήταν παιδί, που τον έπαιρνε ο παππούς απ' το χέρι και πήγαιναν, και στην αρχή βαριόταν και τον έπαιρνε ο ύπνος, αλλά κοιμότανε σαν πουλάκι 'κει μέσα, κι έπειτα μια γλύκα τον τύλιγε, μεταλάβαινε κι ανάσαινε πιο λεύτερα από πριν. Όλα τούτα πριν μεγαλώσει, πριν έρθουν οι σιωπηρές και οι ηχηρές μομφές των ανθρωπαρέσκων, πριν έρθει η σκοτεινιά τους κι η κομπορρημοσύνη τους κι η έχθρα τους για το κορμί, η υποκρισία κι οι μηχανορραφίες τους, και τον κάνουν να βλαστημήσει και να μην ξαναπατήσει σ' εκκλησιά.
Έφτασε κι έσπρωξε την πόρτα για να μπει. Παράξενο, έπρεπε ήδη να είχαν μπει στη λειτουργία, μα η εκκλησιά ήταν άδεια, δεν υπήρχε παπάς, ούτε άλλος κανείς, μόνο ο ήχος των διστακτικών βημάτων του στις πλάκες.
Βγήκε, και είδε με απορία πως είχε νυχτώσει. Περπάτησε άσκοπα και λίγο μετά βρέθηκε σε μια πλατεία, σκοτεινή, μεγάλη και βρόμικη, με πολλούς ανθρώπους να περιφέρονται, άλλοι να στέκουν μαζεμένοι γύρω από φωτιές, άλλοι να κοιτούν ικετευτικά, άλλοι ν' απαντούν στο απορημένο του βλέμμα με καχυποψία. Άκουσε φωνές απ' τα δεξιά, γύρισε κι είδε τρεις αγριωπούς άντρες να έχουν στριμώξει ένα γέρο στη γωνιά, κάποιος τον τράνταζε κρατώντας τον απ' τα πέτα, τρόμαξε, έκανε να τρέξει κατά 'κεί, κοκάλωσε, κατάπιε τις τύψεις για τη δειλία του κι έστριψε. Περιπλανήθηκε ώρα, ένας χοντρός νταβατζής τον ζύγωσε, του έδειξε την «πραμάτεια» του να διαλέξει, τα κορίτσια χαμογέλασαν ναζιάρικα, μα τα μάτια τους ήταν σαν της γάτας που τη στρίμωξαν στη γωνία. Έγνεψε «όχι» λυπημένα, είπε στις κοπελιές πως δεν ζητά τίποτα τέτοιο, έφυγε.

Και τότε είδε μπροστά του το νεκροταφείο, στο κέντρο της μεγάλης πλατείας. Πλησίασε απορημένος, κι είδε ανάμεσα στα μνήματα την Τράπεζα, και τον ιερέα να υψώνει το Ποτήριο, κι όλα φωτισμένα αχνά, σαν από φως αθέατων κεριών. «Ώστε εδώ είναι που τελείται η Λειτουργία!», αναφώνησε έκπληκτος και ξύπνησε.

Μεγάλο Σάββατο ανέβασε λίγο πυρετό κι έμεινε στο κρεβάτι, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, για ώρες πολλές. Είδε παράξενα όνειρα, δεν τα καλοθυμόταν μετά, και τρεις φορές ξύπνησε κλαίγοντας.
Η ανάπαυση του έκανε καλό, την άλλη μέρα ξύπνησε με πιο πολλή όρεξη κι αποδέχτηκε ευγενικά την πρόσκληση κάποιων συναδέλφων από το σχολείο, που τον σκέφτηκαν, μη φάει μόνος του, χρονιάρα μέρα, κι ήρθαν και χτύπησαν την πόρτα του. Ένιωθε πιο ήρεμος απ' όσο είχε να νιώσει εδώ και καιρό.

.........................

Στο τέλος εκείνης της σχολικής χρονιάς, έφυγε με μετάθεση γι' αλλού. Συγκινήθηκε σαν είδε πόσοι τον συμπαθούσαν, σε πόσους θα έλειπε και δεν το είχε ποτέ καταλάβει. Κι αυτό που τον τάραξε και τον εξέπληξε πιο πολύ απ’ όλα, ήταν η έκδηλη συγκίνηση με την οποία τον αποχαιρέτησαν κάποιοι από τους μαθητές του – όχι εκείνοι που διάβαζαν, οι επιμελείς, «τα καλά παιδιά». Απεναντίας, εκείνα τα στουρνάρια που δεν ξέρανε «άλφα», κι οι ταραξίες, κι εκείνη η κοπελίτσα με τους χαλκάδες, που όλοι πουτανάκι την ανέβαζαν και πουτανάκι την κατέβαζαν, εκείνη που είχε γλώσσα χειρότερη από νταλικέρη – εκείνη, που έσκυβε, πασχίζοντας να κρύψει τα βουρκωμένα της μάτια, όταν τα Χριστούγεννα τους είχε διδάξει τον «Έρωτα στα Χιόνια». Όλοι όσοι ήσαν και ένιωθαν «Ξένοι». Όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να θυμηθεί ποιο ήταν το καλό που είχε κάνει γι’ αυτά τα παιδιά, ένιωσε πως του χάριζαν ένα δώρο που δεν άξιζε. Ήταν τόσο χωμένος στον εαυτό του, που δεν μπορούσε να παρατηρήσει πόσο άσχημα τους φέρονταν κάποιοι άλλοι συνάδελφοι – τουλάχιστον αυτός, αν μη τι άλλο, κι αν δεν τους είχε κάνει κανένα μεγάλο καλό, δεν τους έκανε ποτέ κανένα κακό.

Το πώς κύλησε η ζωή του από 'κει και μετά, κανείς δεν το ξέρει. Κάποιοι από τους μαθητές αναρωτιούνταν καμμιά φορά τι απέγινε. Άλλος είπε πως παραιτήθηκε, ένας τον είδε, λέει στο εξωτερικό, κάποιος τρίτος είπε πως ίσως να καλογέρεψε, κι ένας που τον συνάντησε στην Αθήνα, είπε πως του φάνηκε σαν να 'χε γεράσει και να 'χε ξανανιώσει ταυτόχρονα - αλλά σ’ αυτόν τον τελευταίο δεν έδωσε κανείς και πολλή σημασία, τον είχαν πάντα για κομμάτι αλαφροίσκιωτο.

Ίσως να βρήκε το δρόμο του, για 'κει που το γλυκύ, πράο νέι των ξεπεσμένων ντερβισάδων κρατά το ίσο στην ψαλμωδία των γερο-μπεκρήδων, των σαβανωμένων με χιόνι.

H καλύβα του παππού

Ετικέτες


Permalink για το "ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ"

21.2.07

When the wind blows



Βαθύ μεσημέρι, το συνηθισμένο χάος επικρατεί και πάλι - κάπως έτσι θα είναι και στο παζάρι της Fes, άσε δηλαδή που εμείς εδώ έχουμε και μια υποψία δροσιάς οπότε πάλι κυριλέ είμαστε.
Ο εισπράκτορας μού κάνει νόημα από μακρυά, το λεωφορείο ήρθε. Ουφ! Αυτή η λέξη συνοψίζει το τέλος της βάρδιας. Απο εδώ και πέρα αρχίζει η βόλτα.
"Πού είσαι φέτος?" "Ξάνθη, πηγαινοέρχομαι" "Με το ΚΤΕΛ? α ωραία, θα κοιμάσαι κιόλας στην διαδρομή" "Α ναι, ξεκούραση".
Πώς να εξηγήσεις ότι ακόμα και με 3 ώρες ύπνο να είσαι το μάτι δεν κλείνει? Εκεί, γαρίδα, να χαζεύω κολλημένη στο παράθυρο, εικόνες που ξέρω από πιτσιρίκι και που και μέσα σε τόση ζαλάδα δεν χορταίνω να βλέπω.

Η Εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου στην Καρβάλη (δεν κατάφερα ακόμα να πάω όταν γιορτάζει, κάθε φορά που περνάμε από εκεί θυμάμαι ένα απόγευμα που είχε πανήγυρη,το λεωφορείο μέσα σε μια στάση είχε μετατραπεί σε σχολικό).
Και μετά η θάλασσα..με λιακάδα, με το κύμα, με συννεφιά, βάζω τη μουσικούλα μου και χαζεύω. Χαλάλι η κούραση, φεύγει όλη η ομίχλη των ημερών.

Μόνο που σήμερα ατύχησα, ξέχασα να πάρω μπαταρίες και δεν πιάνει ούτε ράδιο, αναγκαστικά ακούω το ρεπερτόριο του ΚΤΕΛ.
Πάλι καλά που δεν έχει ποντιακά, σκέφτομαι - τον Νικο τον Κουρκούλη που είναι και από τα μέρη μας έχει, ο οδηγός κι ο εισπράκτορας λένε πόσο καλό παιδί είναι και πόσο δεν τον χάλασαν η νύχτα και τα κανάλια.
"μόνο για λίγο να σε δω, να σού μιλήσω". Oh yes, το ξέρω, το ρεφραίν θα στριφογυρνάει στο μυαλό μου ανύποπτες ώρες, εντελώς απρόσκλητα.. ή θα το πετυχαίνω στον μανάβη και θα θυμάμαι το δρομολόγιο.

Το οποίο δρομολόγιο συνεχίζει το έπος του ακάθεκτο. Το τοπίο αλλάζει, οι κουβέντες αρχίζουν να αραιώνουν, βαράει ο ήλιος βαράει και η κούραση απ'τις στροφές.
Κι άλλη στάση. Μια από τις αγαπημένες μου. Το χωράφι με τα στάχυα, που φυσικά τι άλλο θα μού θύμιζε παρά την αλεπού και τον Μικρό Πρίγκηπα? Έχει και ένα απαλό αεράκι που τα πηγαίνει πέρα δώθε, ιδού τι θέλει ο άνθρωπος για να χαμογελάσει.

Ακούω στο πίσω κάθισμα μια ηλικιωμένη κυρία να λέει απαλά "Γιάννη, ξύπνα, ξύπνα να δεις τα στάχυα. Αχ πώς τα παίρνει ο άνεμος.."
Ποιος χρειάζεται γουόκμαν? Ο Frankie τραγουδά I got you under my skin.


Citronella

Ετικέτες


Permalink για το "When the wind blows"

30.1.07

Έτσι απλά ...


Στην υγειά της.

Σήκωσε το κολονάτο ποτήρι με το κόκκινο κρασί προς τιμή μιας αόρατης παρουσίας.

Τρία χρόνια έχει να πάρει μήνυμά της.

Πώς να είναι; Πού να είναι; Γιατί χάθηκε έτσι ξαφνικά;


Ερωτήματα, που ξαναβγήκαν στην επιφάνεια όταν το πρωί, σκαλίζοντας παλιά γραπτά, βρήκε και τα δικά της.

Κείμενα, που είχαν ανταλλάξει και μέσα από τα οποία ήρθανε κοντά.

Μικρά μηνύματα καταγραφής της διάθεση της στιγμής και πιο μεγάλα με εικόνες που ζωγράφιζαν το πορτραίτο της κάθε μιας ημέρας.

Για όσο διήρκεσε η επικοινωνία τους.


Στην υγειά της.

Έφερε το ποτήρι σιγά προς τα χείλη του και πριν γευτεί την πρώτη γουλιά, απόλαυσε τη μυρωδιά του.

Το κόκκινο υγρό ήρθε απαλά σε επαφή με τη γλώσσα του και η γλυκιά γεύση έγινε αισθητή ακαριαία.

Έσπρωξε το κρασί να περάσει από τον ουρανίσκο, πριν καταλήξει να συνεχίσει το ταξίδι του προς τον οισοφάγο.

Αδιόρατο κάψιμο, με υποψία αίσθησης στυφού.

Της έμοιαζε.

Έτσι, γλυκιά, με το κάψιμο της γλώσσας της, χαρακτηριστικό της οξύνοιάς της.


Πώς ξεκίνησαν; Πώς προχώρησαν;

Σίγουρα έχει τη σημασία και την αξία του, το να θυμηθεί κάθε λεπτομέρεια.

Όμως όχι τώρα.


Τώρα του φτάνει να σηκώσει το ποτήρι και πιει στην υγειά της.

Όπου κι αν βρίσκεται ό,τι και να κάνει, Να Είναι Καλά.

Να γράφουμε τα καθημερινά μας, του είχε πει. Κι εκείνος συμφώνησε.

Να γράψουμε και τα της ζωής μας της είχε πει, με όσες αλήθειες μπορούμε να αντέξουμε, είχε συμπληρώσει. Κι εκείνη συμφώνησε.


Όταν το κρασί είναι καλό, όταν το ποτήρι είναι όμορφο, όταν τα χείλη που θα ακουμπήσουν ποτήρι και κρασί έχουν ανάγκη αυτή την επαφή, τότε η ένωση είναι απόλαυση.

Η καθημερινότητα, οι μικροχαρές και οι λύπες της ζωής, το παιχνίδι της σχέσης, δαντέλα που θα ζήλευαν τα δάχτυλα της πιο καλής κεντήστρας.

Σιγά σιγά τα ανοίγματα ανάμεσά τους, προσεκτικά, με τη λεπτότητα που αρμόζει σε εύθραυστες υπάρξεις.


Κάθε ημέρα όμως και πιο κοντά.

Πάντα με τον πληθυντικό στην επικοινωνία.

Παλιομοδίτικο αλλά εντέλει ερεθιστικό.



Και ξάφνου η σιωπή.

Απλά, χωρίς αιτία προφανή.

Όπως αρμόζει να έρχεται το Τέλος.

Τέλος γραμμένο με το Ταυ κεφαλαίο.



Σιωπή προτού να γίνει συνήθεια η επικοινωνία.

Σιωπή προτού η σχέση να χαθεί σε ατέρμονες αναλύσεις και επώδυνες τριβές.

Έτσι απλά.

Σιωπή.



Τελευταία γουλιά. Μια μικρή υποψία του στυφού παρούσα.

Όπως πάντοτε είναι το ανολοκλήρωτο.

Στην υγειά της.


Το ποτήρι άδειασε.

Έτσι απλά….




O ... "Τα λέω σε μένα εις επήκοον όλων" Μarkos

Ετικέτες


Permalink για το "Έτσι απλά ..."

24.1.07

Ανθεκτικές ιώσεις ...

Όπως πολλοί από εσάς θα έχετε ακούσει, στις αρχές του 21ου αιώνα το φαινόμενο του θερμοκηπίου συνέχιζε να εκδηλώνεται ανεξέλεγκτα. Περίπου στα μέσα της πρώτης δεκαετίας, συγκεκριμένα τους λίγους πρώτους μήνες του έτους 2007, η σχεδόν αφύσικη καλοκαιρία είχε προξενήσει αρκετά προβλήματα στους ανθρώπους. Οι χειμωνιάτικες καλλιέργειες δεν πήγαιναν καλά, οι πόλεις είχαν γεμίσει μύγες και κουνούπια, το κόστος της θέρμανσης είχε μειωθεί. Υπήρχαν μάλιστα σοβαροί φόβοι για επερχόμενη περίοδο ξηρασίας, καθώς δεν χιόνιζε πουθενά. Το πιο εξωφρενικό όμως ήταν οι ιώσεις, καθώς η ζέστη είχε κάνει τους ιούς πολύ ανθεκτικούς και ο πληθυσμός ταλαιπωρείτο. Σε δελτία ειδήσεων ή εφημερίδες της εποχής ή ακόμα και σε cache ειδησεογραφικών ιστοσελίδων, τα θέματα που αφορούν τις ιώσεις και την ανθεκτικότητά τους ήταν διαρκώς στα πρωτοσέλιδα. Αντιβιοτικά και αντιπυρετικά αποδεικνύονταν ανεπαρκή και οι ειδήσεις ήταν γεμάτες αρρώστους που παραπονιόντουσαν για πόνους σε όλο τους το σώμα.

Σε μια τέτοια εποχή ξέσπασε ο ιός των χρωμάτων.

Δεν είναι βέβαιο από πού προήλθε ο ιός αυτός. Οι ιστορικοί συμφωνούν ότι η πιο πιθανή εξήγηση είναι κάποιο πείραμα κρατικών ή παρακρατικών υπηρεσιών για βιολογικό πόλεμο, που εξελίχθηκε πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι περίμεναν. Το βέβαιο είναι ότι λίγο καιρό μετά από μια ανεπιτυχή επίθεση με ρουκέτα σε πρεσβεία των ΗΠΑ, σε μια δημόσια πολιτική ομιλία, ο πολιτικός άρχισε να βγάζει από το στόμα του χρωματιστές φούσκες, καθώς μιλούσε. Οι παρόντες ανησύχησαν και ξεκίνησε μια ακατάσχετη βαβούρα, καθώς σχολιάζανε το γεγονός. Όσοι εκφράζανε ειλικρινή ανησυχία έβλεπαν να βγαίνουν από το στόμα τους κορδέλες σε πένθιμα χρώματα και κυβιστικά μοτίβα , ενώ όσοι εντελώς ανόητα διατύπωναν βιαστικές θεωρίες για το τι είναι αυτά τα μπαλόνια, ξεκίνησαν και αυτοί να βγάζουν πολύχρωμες φούσκες.

Το ζήτημα ήταν ότι αυτός ο ιός δεν έμοιαζε με κανέναν άλλον. Ήταν απίστευτα μεταδοτικός, αλλά πέρασαν μέρες για να καταλάβουν τι αντιμετώπιζαν. Τα συμπτώματά του ήταν πολύ περιορισμένα: δεν έφερνε πυρετό ούτε διάρροιες. Το μόνο σύμπτωμα ήταν ότι μόλις μιλούσε ένας ασθενής γέμιζε τον χώρο γύρω του με χρωματιστές αναπαραστάσεις του νοήματος των λέξεών του, συνήθως σε αφηρημένα σχήματα που κάλυπταν όλη την παλέτα του ουράνιου τόξου. Έδειχναν όμως το αληθινό νόημα πίσω από τα λεγόμενά του. Και αυτό, όπως ήταν αναμενόμενο, έφερε πολλούς σε δύσκολη θέση.

Γιατί ναι μεν οι ερωτευμένοι γέμιζαν τον τόπο λαμπερά φύλλα χρυσού, που έπαιρναν το σχήμα περιστεριών και πετούσαν, αλλά αν η έκφραση της αγάπης και οι όρκοι πίστης ήταν ψεύτικοι, εμφανίζονταν πολύχρωμες μαϊμούδες που γελούσαν. Όταν κάποιος έλεγε ένα τυποποιημένο «αγάπη μου» σε μια κοσμική συνάντηση εμφανιζόταν μια πελώρια χρωματιστή φούσκα που έσκαγε γεμίζοντας τον τόπο ιριδίζουσες σαπουνάδες. Αν ένας πωλητής ήξερε τι έλεγε στον πελάτη, όλα καλά, αν όμως προσπαθούσε να τον ξεγελάσει, εμφανίζονταν φύκια που έδειχναν σαν μεταξωτές κορδέλες (διαπιστώθηκε ότι οι τράπεζες είχαν πολύ σημαντικά προβλήματα με αυτή την κατάσταση). Και στα διάφορα μεγαλεπήβολα meeting των εταιρειών, όλο και περισσότεροι αεριτζήδες έφευγαν με το κεφάλι κατεβασμένο καθώς στην πρώτη δύσκολη ερώτηση αντί να παραδεχτούν την άγνοιά τους μιλούσαν και έβλεπαν γύρω τους αποκρουστικούς διαφανείς όγκους, άσχημους και με ανόητα εξαρτήματα κολλημένα απάνω τους, προφανώς χωρίς καμία χρησιμότητα. Οι πολιτικοί, για να αμυνθούν, δέχονταν πλέον να εμφανιστούν μόνο στο ραδιόφωνο, αλλά και αυτό δεν αρκούσε γιατί το ραδιόφωνο θεωρήθηκε κόλπο – και από εκείνη την μακρινή περίοδο μας έμεινε η παροιμία «αυτός μπορεί να μιλήσει μόνο στο ραδιόφωνο»

Το σύνολο του τύπου πέρασε μια περίοδο πανικού, αφού όπως είπαμε ο ιός ήταν τρομερά μεταδοτικός και, λόγω καιρού, ιδιαίτερα ανθεκτικός. Σύντομα αποτέλεσε πανδημία στον πλανήτη και υπήρχε πολύς κόσμος που έδειξε να εκμεταλλεύεται τις νέες δυνατότητες: ποιητές έγιναν διάσημοι για την ομορφιά των χρωμάτων που τους ακολουθούσαν, και άνθρωποι άγνωστοι στο ευρύ κοινό βρέθηκαν στο κέντρο ενός θετικού κυκλώνα επικαιρότητας απλώς και μόνο επειδή πρόσεχαν τι έλεγαν. Λίγους μήνες μετά, ξεπήδησαν νέες μορφές τέχνης όταν μια ομάδα μεταναστών στο Παρίσι πειραματίστηκε και βρήκε πώς να ελέγχει τα μοτίβα και την ποικιλία των χρωμάτων – αν και στάθηκε αδύνατο να παρακάμψουν την ανάγκη ειλικρίνειας που ο ιός επέβαλε. Κάποιοι Ιάπωνες βρήκαν τρόπο να συνδυάσουν το οριγκάμι με την ίωση των χρωμάτων. Κατόπιν διαπιστώθηκε ότι κάποιοι Βουδιστές μοναχοί πλημμύριζαν τον χώρο γύρω τους με χρώματα χωρίς να μιλάνε, απλώς διαλογιζόμενοι, αλλά δεν τους ένοιαζε. Η ανθρωπότητα αφομοίωνε τον ιό.

Μετά από λίγους ακόμη μήνες είχε σταθεί πια αδύνατον για οποιονδήποτε να διατυπώσει σκέψεις που δεν πίστευε και δεν εννοούσε. Η διεθνής κοινή γνώμη, που στην αρχή είχε πανικοβληθεί, μεταστράφηκε υπέρ του ιού. Επιστήμονες που ερευνούσαν την θεραπεία αρνήθηκαν να συνεχίσουν και έφυγαν από τα εργαστήρια για να συμμετέχουν σε ομάδες που χρωμάτιζαν πεταλούδες και παραδείσια πτηνά. Δημοσιογράφοι μιλούσαν για οτιδήποτε τους ενδιαφέρει αληθινά και έβρισκαν ανταπόκριση. Πολιτικοί αναγκάζονταν να εμπιστευτούν στον κόσμο τις επιπτώσεις που θα έφερνε μια λαϊκίστικη απόφαση, οπότε τους βοηθούσαν να πάρουν την καλύτερη απόφαση. Ακόμα και στον επαγγελματικό χώρο, ξεχώρισαν οι άνθρωποι που πρόσφεραν λίγα αλλά ουσιαστικά από αυτούς που έδιναν πολλά και κούφια. Οι άνθρωποι της εποχής αναγκάστηκαν να αγκαλιάσουν μια στάση ειλικρίνειας προς όλους και προς όλα.

Και είχαν ξεκινήσει όλα από έναν ιό που δυνάμωσε από την ασυνήθιστη ένταση του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Το τέλος της ιστορίας δεν το ξέρουμε, συνεχίζουμε να το ζούμε. Ευγνωμονούμε όλοι τους μακρινούς προγόνους μας, που βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια άγνωστη ίωση και διάλεξαν να την αντιμετωπίσουν σαν αφορμή για να αλλάξει ο κόσμος. Αλλά τους καταλαβαίνουμε όλο και λιγότερο: γιατί χρειάστηκε να αρρωστήσουν για να αποφασίσουν τα προφανή; Δεν θα έχουμε ποτέ μια σίγουρη απάντηση. Θα έχουμε μόνο τον ανοιχτό δρόμο προς τα μπρος.

Μπαμπάκης

Ετικέτες


Permalink για το "Ανθεκτικές ιώσεις ..."