Tabs: Blog | About Us |

26.3.07

Ταξί ...

Ήταν ένα χειμωνιάτικο βραδάκι. Ο δρόμος σκέτη φρίκη. Έβρεχε πριν δυο τρεις ώρες και η βροχή είχε αφήσει γλίτσα και βρωμόνερα πίσω της. Πάντα μου την έσπαγε να οδηγώ σε γλιστερό δρόμο. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε και μια διαολεμένη κίνηση: κατέβαινα την Πανεπιστημίου σημειωτόν και περίμενα γύρω στα τρία ανάμματα για το κάθε φανάρι.

Δούλευα απ’ το πρωί κι έλεγα να σταματήσω. Ευτυχώς το ταξί είναι δικό μου κι ό, τι ώρα θέλω το κλείνω. Άφησα έναν πελάτη και κατέβασα το «ελεύθερον» για να μην με σταματήσει κανείς. Μπήκα Γ’ Σεπτεμβρίου κι έκανα στάση στο περίπτερο για να πάρω τσιγάρα. Καθώς επέστρεφα στο ταξί, ένας τύπος με ρώτησε αν πηγαίνω προς Πατήσια. Στον δρόμο μου ήτανε. Του’ πα να μπει μέσα.

«Δεν είναι για μένα, για τα παιδιά είναι», είπε και μου’ δειξε ένα ζευγάρι που περίμενε λίγο πιο πίσω.

«Έστω», είπα τσαντισμένα. «Πες τους να μπούνε».

Δεν τους πολυπρόσεξα γιατί ήμουν απορροφημένος με το άναμμα του τσιγάρου μου. Άκουσα την πόρτα να κλείνει και ξεκίνησα.

Η Γ’ Σεπτεμβρίου ήταν κι αυτή πήχτρα. Προμηνυόταν καθυστέρηση κι έτσι άνοιξα λίγο το ράδιο. Έψαξα τους σταθμούς για λίγο -όχι πως ήλπιζα να βρω τίποτα της προκοπής- κι ύστερα έβαλα μια κασσέτα που την είχα γράψει ο ίδιος σ’ ένα κεντράκι. Ακουγότανε χάλια αλλά είχε πολύ πρώτα κομμάτια, γι’ αυτό δυνάμωσα τον ήχο όσο έπαιρνε.

«Στα κομμάτια η κίνηση», είπα στους επιβάτες. «Αν δεν το διασκεδάσουμε και λίγο, θα μας φανεί αιώνας μέχρι να φτάσουμε. Πού ακριβώς πάτε;»

Μου αποκρίθηκε ο νεαρός, αλλά μιλούσε σιγά και με τη βαβούρα της μουσικής δεν κατάλαβα τίποτα. Χαμήλωσα λίγο τον ήχο και ξαναρώτησα κοιτώντας τον απ’ τον καθρέφτη. Μου’ δωσε μια διεύθυνση στα Πατήσια, αλλά με νευρίασε γιατί καθώς μου μιλούσε φαινόταν να κοιτάει έξω απ’ το παράθυρο.

«Όταν φτάσουμε, μου δείχνεις ακριβώς», είπα γιατί δεν ήξερα τον συγκεκριμένο δρόμο.

Δεν πήρα απάντηση, πράγμα που θεώρησα αγένεια, αλλά δεν μίλησα. Δυνάμωσα πάλι το ράδιο. Αλλά ο τύπος μου’ χε κόψει το κέφι. Τον λοξοκοίταξα απ’ τον καθρέφτη. Ήταν ίσαμε εικοσιπέντε, με δεμένο σώμα και κοντά μαύρα κατσαρά μαλλιά. Φορούσε μια πλεκτή μπλούζα που άφηνε να ξεχωρίζει ο γιακάς ενός άσπρου πουκαμίσου. Γενικά φαινόταν πολύ καλόπαιδο πράγμα που μ’ εκνεύρισε ακόμα περισσότερο, γιατί από πάντα είχα την εντύπωση ότι όλοι αυτοί οι τύποι ήτανε λελέδες, που σπούδαζαν στην καμπούρα του πατέρα τους και δεν ήξεραν να βρουν ούτε στο λεξικό τις λέξεις φτώχεια και μιζέρια.

Εγώ δούλευα απ’ τα δώδεκα…

Έπειτα, άρχισα να κοιτάω την κοπέλα. Γλυκό κοριτσάκι, καστανομάλλικο, αλλά σεμνό και μαζεμένο. Ο τύπος της κρατούσε το χέρι. Τη λυπήθηκα μ’ αυτόν τον ξενέρωτο.

Εντωμεταξύ, είχα καπνίσει το πρώτο τσιγάρο κι άναψα δεύτερο. Το μάτι μου πήρε στον καθρέφτη τον μαμόθρεφτο να κάνει μια κίνηση να διώξει τον καπνό και χαμογέλασα μ’ ικανοποίηση. Ε

Με τα πολλά βγήκαμε Πατησίων, περάσαμε Πλατεία Αμερικής και πλησιάζαμε Κολιάτσου. Έστριψα αριστερά, μετά από κανά δυο στενά δεξιά, και πάλι αριστερά προς τα κει που υπολόγιζα ότι ήταν η οδός που μου’ χαν ζητήσει.

«Από πού πάω τώρα;»

«Είμαστε κοντά στον ηλεκτρικό;» ρώτησε ο νεαρός.

«Μα καλά ρε φίλε, δεν βλέπεις στο βάθος του δρόμου τα κάγκελα; Στραβός είσαι;»

«Στο προτελευταίο στενό», είπε ο τύπος σφιγμένα.

Έστριψα αριστερά. «Πού ακριβώς;»

«Στο 146»

Σταμάτησα λίγο πιο κάτω, γιατί δεν βρήκα μέρος να παρκάρω ακριβώς έξω από το νούμερο που θέλανε, δυο βήματα δηλαδή. Αστείο πράγμα. Περίμενα. Δεν φαινόντουσαν αποφασισμένοι να βγουν.

«Ε, ρε που έμπλεξα», σκέφτηκα.

«Μήπως θα μπορούσατε να βοηθήσετε την κοπέλα να πάει μέχρι το σπίτι της;», ρώτησε τέλος ο νεαρός.

Μάγκα μου, τα’ χασα!

Γύρισα και τους κοίταξα καλά. Θεέ μου τι γκάφα! Ήτανε τυφλοί. Κι οι δυο τους.

Κατάπια τη γλώσσα μου και βγήκα κι άνοιξα την πόρτα στην κοπέλα. Την πήγα μέχρι το σπίτι της κι ύστερα γύρισα στο ταξί. Εκείνη καθώς έφευγε, γύρισε προς τον νεαρό λυπημένα. Του’ δωσε ένα βιαστικό φιλί και βγήκε.

Όταν ξαναμπήκα στ’ αμάξι, βρήκα τον τύπο με το πρόσωπο κρυμμένο στα χέρια του.

«Τι βόδι που είμαι», σκέφτηκα. «Το έκανα χάλια το παιδί με τις χοντράδες μου.»

«Φίλε», του’ πα, «συγνώμη, δεν ήξερα πως…δηλαδή δεν σας πρόσεξα….θέλω να πω…»

«Εντάξει», μου’ πε αυτός καθησυχαστικά, χωρίς να βγάλει τα χέρια απ’ το πρόσωπο. «Λίγο πιο κάτω πάω, δεν πιστεύω να σου κάνει κόπο.»

«Αστειεύεσαι;» είπα με μεταμελημένη προθυμία. Καθόμουνα σ’ αναμμένα καρφιά. Τον τύπο τον είχα θάψει μέσα μου πριν λίγη ώρα και τώρα μου φαινόταν το πιο αξιολύπητο πλάσμα στον κόσμο. Σκέψου ρε, εικοσιπέντε χρονώ να μην βλέπεις ούτε δυο εκατοστά από τη μύτη σου. Ντιπ σκοτάδι.

Είχα γίνει αλοιφή. Κι ο τύπος έδειχνε να’ χει τα χάλια του επίσης. Κάποια στιγμή μου φάνηκε πως σιγόκλαιγε. Προσπάθησα να του πιάσω κουβέντα για να τον καλμάρω, γιατί νόμιζα ότι είχε πειραχτεί απ’ τον τρόπο που του είχα μιλήσει.

«Αρραβωνιάρα σου η κοπέλα;»τον ρώτησα.

Αναστέναξε.

Μάγκα μου, δεν έχω ακούσει πολλούς άνδρες ν’ αναστενάζουν με τόσο πόνο.

«Όχι», είπε. «Απλώς, κοπέλα μου».

«Τα πάτε καλά;», συνέχισα ακάθεκτος ο ηλίθιος.

«Σήμερα μου’ πε ότι δεν θα ξαναειδωθούμε».

Δαγκώθηκα τόσο που μάτωσα το χείλι μου. Λες κι είχα βαλθεί να τον πληγώνω.

«Ήθελες να την παντρευτείς;», ρώτησα αδιάκριτα αλλά καλοπροαίρετα.

«Πολύ θα ήθελα...κι εκείνη το θέλει, αλλά....»φάνηκε να κομπιάζει. «Αλλά οι γονείς της δεν με θέλουν».

Άρχισα να νιώθω εντελώς στενόχωρα. Του είχα μιλήσει άσχημα πριν, τον είχα προσβάλλει, αλλά δεν το’ κανα από κακή πρόθεση. Χρόνια στο τιμόνι, με υποχρεώσεις, παιδιά, γυναίκα, κίνηση κάθε μέρα στους δρόμους, σε σκληραίνει η ζωή. Είχα γνωρίσει κι εγώ πόνο όμως και καταλάβαινα.

Ήθελα να τον ρωτήσω «γιατί;», αλλά δίστασα.

«Δεν με θέλουν γιατί είμαι τυφλός», είπε ο νεαρός σαν να διάβασε τη σκέψη μου κι η φωνή του έσταζε πίκρα και θυμό.

Το αμάξι σταμάτησε σε ένα σκοτεινό στενό. Ο νεαρός πλήρωσε κι έφυγε. Έμεινα να τον κοιτάζω για λίγο, εν μέρει για να δω αν χρειαζόταν βοήθεια κι εν μέρει γιατί τον είχα συμπαθήσει και τον λυπόμουνα. Γρήγορα χάθηκε στην είσοδο ενός τριώροφου. Έβαλα μπρος τ’ αμάξι κι έφυγα.

Νυχτερινή Αθήνα, Σάββατο βράδυ. Δρόμοι γεμάτοι αυτοκίνητα μ’ ανθρώπους, ανθρώπους πολύχρωμους ή γκρίζους, βιαστικούς, εύθυμους, ξέγνοιαστους ή θλιμμένους. Φώτα, διαβάσεις, κλάξον, τροχονόμοι, επικίνδυνα δίκυκλα, άγρια ζωή του μέταλλου που βρυχάται και καταπίνει σιγά- σιγά τις σκέψεις, το ενδιαφέρον.

Το ταξί βούλιαξε μέσα της κι οι σκέψεις του ταξιτζή μαζί. Μόνο για λίγη ώρα στο μυαλό του ακουγόταν ο αντίλαλος της τελευταίας: «Τυφλοί!»

Χαρτοπόντικας

Ετικέτες


Permalink για το "Ταξί ..."

14.3.07

Στον αστερισμό του .. καρκίνου


Μόλις που κατάφερε να κρατηθεί όρθιος, βλέπετε το ζούσε καθημερινά γύρω του αλλά δεν είχε ακόμα φανταστεί ότι θα χρειαζόταν να το αντιμετωπίσει και ο ίδιος. Το κοντινότερο πρόσωπο που έχασε ήταν η νονά του πριν λίγο καιρό, χρειάστηκε να την χειρουργήσει μάλιστα , η κατάληξη προδιαγεγραμμένη στους περισσότερους, η διάρκεια του αγώνα που δίνουν διαφέρει λίγο.

- Μη φοβάσαι δεν θα είναι τίποτα τελικά ,τα λόγια της συναδέλφου, απλά πρέπει να κάνουμε κάποιες νέες εξετάσεις, η ακτινογραφία όμως στο διαφανοσκόπιο και το κάτασπρο χρώμα της συζύγου του ακτινολόγου ήταν γι’ αυτόν αρκετά. Σκίαση ασαφών ορίων η διάγνωση, μόνο που εκείνος δεν θα είχε την πολυτέλεια του χρόνου που έχουν οι περισσότεροι ασθενείς μέχρι να μάθουν την τελική διάγνωση και να το συνειδητοποιήσουν. Μια απλή ακτινογραφία για ένα απλό πιστοποιητικό υγείας πήγε να βγάλει και είχε έρθει αντιμέτωπος με τον καρκίνο. Δεν τον τρόμαζε ποτέ η λέξη όχι από φιλοσοφική στάση για την ζωή και το θάνατο, αλλά γιατί ήταν κάτι καθημερινό γύρω του. Ο καρκινοπαθής ασθενής ήταν ένας ασθενής. Πολλοί από τους ασθενείς που χειρούργησε τον χαιρετούσαν στον δρόμο, για τους περισσότερους δεν είχε νέα αλλά πίστευε ότι ήταν ακόμα καλά., χωρίς μεταστάσεις και υποτροπές.

Αξονική για να εντοπιστεί το μέγεθος και τα όρια, βιοψία με βροχοσκόπιση, καθορισμός του σταδίου της νόσου, μαγνητική για τυχόν μεταστάσεις και μια σειρά ακόμα ειδικών εξετάσεων. Τα πρόσωπα γύρω του σε όλα τα τμήματα γνωστά προσπαθούσαν να του δώσουν κουράγιο να τον κάνουν να αισθανθεί καλύτερα..

Αγάπη μου καπνίζεις πολύ του έλεγε συνεχώς την τελευταία δεκαετία η γυναίκα του, τρία πακέτα , πρέπει να το ελαττώσεις, να το κόψεις. Θα το κόψω της έλεγε, απλά αυτόν τον καιρό έχω λίγο παραπάνω στρες στη δουλειά θα προσπαθήσω έλεγε και δεν ήταν λίγες οι φορές που ξημερώνοντας στα έκτατα άνοιγε το τέταρτο πακέτο.

Να γυρνούσε το χρόνο πίσω τότε που στο Πανεπιστήμιο στα 23 του αγόρασε το πρώτο του πακέτο, είχε δοκιμάσει και παλαιότερα τσιγάρα αλλά δεν τον ενθουσίαζε το κάπνισμα , ίσως η λίγη γυμναστική, η μπάλα που έπαιζε τον κρατούσαν μακριά ως τότε. Δεν ήξερε γιατί ξεκίνησε το κάπνισμα , έλεγε από άποψη όταν τον ρωτούσαν.

Ένιωθε ως τότε ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο, η ζωή ήταν γενναιόδωρη μαζί του. Είχε από το πρώτο έτος της σχολής δίπλα του μια όμορφη και έξυπνη κοπέλα που μετά από μια σχέση 10 σχεδόν χρόνων που δεν διακόπηκε ούτε για μια μέρα. κατέληξε σε γάμο. Παντρευτήκανε και αποκτήσανε δύο όμορφα κοριτσάκια που μοιάζανε σε εκείνη.

Αυτά τα τρία πράγματα ήταν που τον κάνανε να αισθάνεται τρωτός και αδύναμος. Είχε να κανονίσει μια δυο λεπτομέρειες ακόμα και θα ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει τα νέα δεδομένα . Να φροντίσει για κάποια ζητήματα για το μέλλον τους, όχι το δικό του της υπόλοιπης οικογένειας, το δικό του ήταν καθορισμένο.

Να γυρνούσε το χρόνο πίσω σκεφτόταν ξανά και ξανά, να είχε μια ευκαιρία, θεωρούσε άλλωστε το κάπνισμα σαν την μόνη αιτία και τον μόνο παράγοντα κινδύνου που είχε λόγο του ελεύθερου οικογενειακού ιστορικού. Πέρασε από όλα τα στάδια που περνάει ο πάσχων με πρώτο της άρνησης και τελευταίο εκείνο της αποδοχής της νόσου . Και τι δεν θα έδινε όμως για να μην είναι όλα όσα του συμβαίνουν αληθινά. Ας ήταν ένα όνειρο…

Ξύπνησε ιδρωμένος με ταχυπαλμία.. Πέταξε το πακέτο και δεν κάπνισε από τότε ξανά. Ακόμα και σήμερα πιστεύει ότι τελικά κάποιος του έδωσε την ευκαιρία που ζητούσε. Δεν γύρισε ο χρόνος πίσω αλλά όλα μοιάζανε σαν να είχαν συμβεί στο όνειρό του μέσα σε εκείνο το βράδυ. Δεν είναι όμως σίγουρος ότι ήταν ένα απλό όνειρο. Κάποια πράγματα δεν μπορεί να τα ερμηνεύσει ακόμα.. Έχει διαβάσει από τότε αρκετά βιβλία που θα μπορούσαν επιστημονικά ,όπως είχε μάθει να σκέφτεται, να του δώσουν απαντήσεις.

Τελικά ούτε αυτό έχει σημασία, σημασία έχει που μπορεί να κρατά αγκαλιά ακόμα σήμερα τις τρεις αγάπες του. Γνωρίζει ότι οι βλάβες από τον καπνό είναι οι περισσότερες μη αναστρέψιμες, και προσπαθεί να μην σκέφτεται ότι ένας στους τρεις μας τα επόμενα χρόνια θα έχει καρκίνο.

Δίπλα στη λίμνη

Ετικέτες


Permalink για το "Στον αστερισμό του .. καρκίνου"

7.3.07

... μόνο τρόπο να κοιτάνε.

Σήμερα κλείνω δυόμιση χιλιάδες φεγγάρια από τότε που ‘μεινα μισός. Δεν ξέρω τι απόγινε το υπόλοιπο μισό μου αφού δεν έχω καμία επικοινωνία μαζί του.
Και σήμερα -πες το σύμπτωση- αγαπητέ μου νεαρέ κύριε, με πήρες από αυτή τη βρωμότρυπα που λες παλιατζίδικο για να με πας . . . που άραγε.
Σου έκανε εντύπωση το ότι σου ‘μίλησα’ όχι ακριβώς με την μεταφορική έννοια της λέξης, ούτε και όπως εσείς εννοείτε την ομιλία. Με τον δικό μου τρόπο. Και ίσως αυτός είναι και ο μοναδικός λόγος που σε έκανε να κοιτάξεις απορημένος τον -δεύτερο σε σειρά- ιδιοκτήτη μου και να τον ρωτήσεις για την τιμή μου. Αφού λοιπόν πλήρωσες για να με αγοράσεις δικαιούσε να μάθεις κάποια πράγματα σχετικά με ‘μένα.
Λοιπόν, είχα την χειρότερη δυνατή τύχη που θα μπορούσε να έχει ένα άγαλμα. Έσπασα.
Δηλαδή με σπάσανε.
Kαι σαν να μην έφτανε αυτό, με χρησιμοποιήσανε και σαν . . .
Aλλά ας τα πάρουμε από την αρχή.
Έκανα, σαν κάθε άγαλμα που σέβεται τον εαυτό του, την δουλειά μου. Δηλαδή δεν έκανα απολύτως τίποτα. Στεκόμουν ακίνητο και αθόρυβο στο ύψος μου των 28 εκατοστών (με την βάση), δείχνοντας με το μαρμάρινο χέρι μου κάπου δεξιά προς ενα παράθυρο. Παρίστανα, λέει, έναν αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο. Mπούρδες. Δεν έμοιαζα καθόλου με αρχαίο, με Έλληνα ή με φιλόσοφο. Ήμουν μόνο ένα διακοσμητικό άγαλμα και τίποτα παραπάνω. Mε είχαν τοποθετήσει σε ένα ράφι μιας βιβλιοθήκης όχι πολύ ψηλά, και από εκεί έριχνα πότε-πότε ματιές στα καθ’έκαστα.
Ένα μεσημέρι του καλοκαιριού η πόρτα απέναντί μου άνοιξε με πάταγο τραυματίζοντας τον τοίχο με το μπρούτζινο χερούλι της. H γυναίκα που πετάχτηκε μέσα, είχε το πρόσωπό της γεμάτο αίματα και το αριστερό της μάτι είχε αρχίσει να πρήζεται. Ήταν φανερά έγκυος, τουλάχιστον πέντε ή έξι μηνών. Mου ήταν άγνωστη μέχρι τότε. Aυτός που την πέταξε ήταν ο ιδιοκτήτης μου. Mπήκε μέσα με άγριο ύφος. Tο τραπέζι, που ήταν τοποθετημένο ανάμεσα στην βιβλιοθήκη και την πόρτα, είχε υποφέρει το βάρος του άντρα συν το βάρος μιας γυναίκας, διαφορετικής κάθε φορά, πολλές φορές. Mάλλον ήταν το αγαπημένο του μέρος για συνεύρεση. Aυτή την φορά όμως, το τραπέζι γινόταν μάρτυρας ενός άγριου καυγά. Όπως και εγώ άλλωστε.
H γυναίκα προσπαθούσε να στηριχτεί στο αριστερό της πόδι κρατώντας με το δεξί χέρι το τραπέζι. Mε το άλλο χέρι κρατούσε το μάγουλό της. Aπό το στόμα της έτρεχε αίμα. Πολύ αίμα. Kαι όταν κατάφερε να σηκωθεί έγινε φανερό ότι κούτσαινε. Στο πρόσωπό της ο φόβος έκανε παρέα με την οργή. Πολύ δυνατή συμμαχία. O άντρας, που είχε σταματήσει όταν είχε μπει στο δωμάτιο, άρχισε να την πλησιάζει και πάλι. Θα την ξαναχτύπαγε. Eίχε προσέξει στα μάτια της τον φόβο, αλλά όχι την σύμμαχο και φίλη του, οργή. Θα έπρεπε όμως.
H οσμή του φόβου ξεχύλιζε το δωμάτιο, αλλά οι ηλεκτρικές εκκενώσεις που δημιουργούσε η ένταση της οργής ήταν αυτό που έστελνε όλες τις βελόνες του καντράν στο κόκκινο. Tο ένστικτό του θα είχε πάει για να μαζέψει ζοχούς.
‘Bρώμα’ την ξαναχτύπησε ‘θα σου μάθω εγώ άλλη φορά τι θα πει είχαν τελειώσει’.
Eκείνη, προσπαθώντας να καλύψει όσο πιό καλά μπορούσε την φουσκωμένη κοιλιά της και όχι το πρόσωπο που της χτύπαγε ο άντρας, υποχώρησε με ένα βήμα πίσω και όταν κατάλαβε ότι έπεσε σε τοίχο κινήθηκε γρήγορα προς τα δεξιά της.
Tότε ήταν που με είδε. Πριν καν φτάσει κοντά μου το είχε πάρει απόφαση.
Eν τω μεταξύ, ο άντρας έβγαζε την δερμάτινη λωρίδα που συγκρατούσε το παντελόνι του. ‘Eίχαν τελειώσει τα προφυλακτικά ε; Παλιοβρώμα’ δίπλωνε τώρα την ζώνη, λες και ήταν ένα μηχανικό φίδι που θα το διάταζε να της επιτεθεί. ‘Kαι τόσο καιρό που είσαι γκαστρωμένη; Γιατί δε το έριξες το μούλικό σου ε;’ Eίχε αρχίσει να φωνάζει και το πρόσωπό του κοκκίνιζε ολοένα και περισσότερο. ‘Aλλά το ήθελες το μπάσταρδο, τον παλιομούλο έτσι δεν είναι;’ Πλησίασε και άρχισε σιγά-σιγά, σχεδόν με ηδονή, να σηκώνει το χέρι με την ζώνη. H αγκράφα φάνταζε απειλητική στην άκρη της. H έκφρασή του σκλήρηνε. Tα πράσινα μάτια του, χαμογέλασαν σαρδόνια. Θα το απολάμβανε.
Tα αίτια υπήρχαν, και η αφορμή ήταν το γελαστό βλέμμα που της έριξε. Aυτό το βλέμμα που είχε χρησιμοποιήσει για να την ‘ρίξει’ είχε τώρα αλλάξει. Aυτός μπορεί να την εκμεταλευόταν, εδώ και ένα χρόνο περίπου εκδίδοντάς την, αλλά εκείνη τον αγαπούσε με εκείνον τον παράξενο τρόπο που αγαπάνε οι πιό πολλές κοπέλες του επαγγέλματός της, τους προστάτες τους. Aλλά ο τρόπος και ο λόγος ο οποίος ήταν εκείνο το βλέμμα χαραγμένο στα μάτια του, ήταν η αφορμή. Tου άρεσε που θα την έκανε να αποβάλη και τό ‘βλεπε στα μάτια του.
Mε μισή πιρουέτα γατίσιας ταχύτητας, με σφιγμμένα τα δόντια, με κλειστά τα μάτια και με μία τέλεια κίνηση τεννίστριας που αποκρούει με την ρακέτα της το σερβίς του αντιπάλου, με άρπαξε και τον χτύπησε. Mόνο μία φορά. Δεν χρειαζόταν δεύτερη. Tο χέρι μου, το δεξί, που μέχρι τότε έδειχνε προς τα κάπου-εκεί-έξω γενικά και αόριστα, βυθίστηκε με ένα αποκρουστικό κρακ στον κρόταφο του άνδρα. Kαι επειδή η κίνηση όπως είπα ήταν τέλεια, το δικό της χέρι συνέχισε κάνοντας όλη την περιστροφή μέχρι που το μπράτσο της ακούμπησε στο στόμα και ότι είχε απομείνη από μένα (μόνο τα πόδια, από τα γόνατα και κάτω) σφιγμένο στην δεξιά της παλάμη. Tο υπόλοιπο του σώματός μου θα έμενε με τον άνδρα.
Eίχα γίνει δύο κομμάτια. Mεγάλο ρεζίλι για το είδος μας. Ξεφτυλίστηκα.
Στο νοσοκομείο είπαν πως είχε εσωτερική αιμοραγία. Πως το παιδί ήταν εικοσιέξι εβδομάδων και μπορούσαν να το σώσουν. Πως εκείνη δύσκολα θα γλύτωνε. Για ‘μένα (ότι είχε απομείνη από αυτό που ήμουν) δεν είπαν τίποτα.
Σφιγμένος ακόμη στο χέρι της, γεμάτος αίματα, ακρωτηριασμένος από το υπόλοιπό μου σώμα, έκανα ακόμη την δουλειά μου. Έμενα ακίνητος, σιωπηλός.
Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που έγινε αμέσως μετά. Μέχρι τότε όλη αυτή η ιστορία θα ήταν κάτι, που ένα άγαλμα -και μάλιστα σπασμένο- σαν και μένα δεν θα μπορούσε, όχι να διηγηθεί, αλλά ούτε καν να αντιληφθεί. Τι άλλαξε τότε; Ποιά ήταν η καταπληκτική εκεινη αλλαγή που μου έδωσε την δύναμη της αντίληψης και πως μου δόθηκε αυτό το καταπληκτικό χάρισμα και μάλιστα με την υποστήριξη της μνήμης; Δεν θα κάνω υποθέσεις. Ούτε θα ψάξω να βρω τι ήταν αυτό που μου ΄δωσε -κατά κάποιο τρόπο- ζωή. Θα αφεθώ στο υπέροχο αυτό δώρο ελπίζοντας να μη το μετανοιώσω.
H γυναίκα, στο μεταξύ, δεν επικοινωνούσε πια με το περιβάλον. Mας έβαλαν στο χειρουργείο. Tο χέρι της με έσφιγγε με τόση δύναμη που τα νύχια είχαν καρφωθεί βαθιά στην παλάμη, τα δάχτυλα είχαν κλειδώσει. Kάτι άκουσα να λένε οι νοσοκόμες μεταξύ τους: ‘H μάνα πέθανε, το παιδί της έζησε’
O θάνατος ξεπληρώθηκε με θάνατο, η ζωή έκανε την έκπληξη κερδίζοντας μέσα από την ήττα της. Στο βάθος ένα ραδιοφωνάκι τραγουδούσε:


Τίποτε δεν χάθηκε ακόμα
όσο ζούμε και πονάμε
χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια . . .




Από τον Στέφανο και αφιερωμένο σε αυτήν που με έβαλε να το γράψω :-)

Ετικέτες


Permalink για το "... μόνο τρόπο να κοιτάνε."

2.3.07

Μπακουρο-blogo-φιλοι ή το ελιξήριον της νεότητος



στην Υπερβολίς




Είμασταν πέντε φίλοι. Πενταφιλία. Τα πέντε Φ. Σκορπίσαμε. Χαθήκαμε.Οι δύο εξαφανίστηκαν. Ο ένας δια της μεθόδου του αποθανείν. Ο έτερος ήπιε το εξαφανιζόλ και αγνοείται. Έμειναν τρεις. Δεκαπέντε χρόνους είχαμε να βρεθούμε και πέντε να επικοινωνήσουμε. Και μετά ήρθε το blogάρειν. Ο ένας άνοιξε πρώτος. Ο δεύτερος κόλλησε, άνοιξε κι αυτός. Έτσι γινόταν και παλιά, όταν η σπείρα έδενε ως πεντάλφα. Και ο τρίτος, ρίχνει κομμάντα καθημερινώς στα μπλόκια των δύο εταίρων ως ‘’αξιόλογος σχολιαστής’’ όπως τον χαρακτήρισε ο Κάπτεν-Κούκ.

Αχ αυτός ο Πήτερ Πάν… Τον είχα ιδεί το 1956 , Πήτερ Παν - Walt Disney, από τα πρώτα
Μίκυ-Μαους, όπως τα έλεγαν τότε, εποχή που όποιος είχε ραδιόφωνο άκουγε καθημερινά
‘’τα καβουράκια’’ του Τσιτσάνη και το άλλο σουξέ, το ‘’Γαρύφαλλο στ’ αφτί’’ του Χατζιδάκι,
που αργότερα αν δεν κάνω λάθος το αποκήρυξε, αλλά ο κόσμος είχε ξεσκιστεί να τα τραγουδάει,
όταν δεν κατέβαινε στην Ομόνοια να διαδηλώσει για το Κυπριακό. Εκεί δεν τραγουδούσε,
φώναζε μόνον τα συνθήματα, ο Μίκης δεν είχε ανατείλει ακόμα, ούτε και ο
Kάρολος. Orff.
Εμένα πάντως, μετά που είδα τον Πήτερ Πάν, με έτρεχε η μάνα μου στους δερματολόγους,
είχα ξύσει απ’ όλα τα Χριστουγεννιάτικα αστεράκια του δέντρου τη χρυσόσκονη και την
έτριβα στα μαλλιά όπως ο Πήτερ Πάν και χτύπαγα τα πόδια στο τσιμέντο περιμένοντας
να πετάξω. Αχ, Rosebud

Που θέλομεν τώρα να καταλήξομεν, και να πούμε τι? Είμασταν πέντε. Τον καιρό του Μάη
του ’68, όταν ο Κον-Μπέντιτ προετοίμαζε το αισχρό του μέλλον, η Οριάνα Φαλάτσι
την χλευώδη υστεροφημίαν της, ο Φιντέλ Κάστρο τον αιματηρόν του εναγκαλισμόν
μετά του Παπός, οι Μπήτλς την Γιόκο Όνο, και μόνον ο Μάο, άξιος οδηγητής, προέβλεπεν
ορθώς το μέλλον και κολυμβών ως Γιέζους Κρίστους Σούπερ στάρ άνωθεν του ρεύματος
του Γιάγκ-Τσέ-Γιάγκ υπεδείκνυεν αλληγατορικώς εις τους εθνοφρουρούς το ανέκδοτον της
εποχής

- Μαμά, είναι μακριά η Αμερική?

- Σκάσε και κολύμπα!

Και ο Σαββόπουλος δεν ξέρω ούτε ΄γω τι έκανε. Λέγω! 1968. Μ’ακούεις Λεονάρδε Κόεν?
Σκάσε ανόητε! Καλά, σκάω, πάμε παρακάτω.



Τον μήνα Αύγουστο άπαντες, και οι πέντε, διακοπεύαμε στο σπίτι του ενός, του Γκέτζ,
[ εκ του Βαρώνος Γκατζώλιο Σισιλιάνο] στον Αη-Γιάννη. Τότε και το απεικόνισα με τα
σπασμένα τα παστέλ, τώρα και την ποστάρω την εικόνα του. Τότε η αυλή του είχε στρώση
με πλάκες Πηλίου, τώρα είναι τσιμεντωμένη. Τότε κανένας μας δεν έψαχνε να μάθει τι
καπνό φουμάρει ο άλλος , τον δέχονταν σε όποιον ρόλο ήθελε αυτός να παίζει, τώρα το
ψάχνει ο καθένας μας να κάνει ψυχανάλυση σε ζωντανούς και πεθαμένους. Και μέναμε εκεί
και την περνούσαμε ωραία και καλά, σε ένα Πήλιο που μόλις είχε ιδεί την άσφαλτο και
Γερμανούς τουρίστες, χωρίς αμπά, χωρίς βαμπά, χωρίς μουντού και γκάγκα. Και παίζαμε
την πόκα μας καταμεσής στον παραλιακό δρόμο του Αη-Γιάννη κάθε απόγεμα, και το
βολτάραμε κάθε βραδάκι φορώντας σεντόνια, για να ακούμε την επαύριο στα καφενεία πώς
ήρθαν σεισμολόγοι από τη Σουηδία και μελετάνε την παλίρροια. Αυτά κάναμε αντίς να
οργανωθούμε σε καμιά αντιστασιακή ώστε να έχομεν και μείς μιαν αξιοπρεπή καριέρα
στην μεταπολίτευση.

Μια βραδιά που λέτε, ο δια του εξαφανιζόλ εξαφανισθείς Βασίλης ή Παλάντζας, που
αγαπούσε μια συμφοιτήτρια του, την Φρίντα, και ήταν ο πλέον σοβαρός, λιγόλογος και
αμίλητος , εκεί που παίζαμε την πόκα μας στο ξύλινο τετράγωνο τραπέζι κάτω από τον
γυμνό κρεμάμενο λαμπτήρα, σηκώνεται, παίρνει μια μισόκιλη Μαλαματίνα και την
κατεβάζει απνευστί σαν καμι-κάζε, σαν φλεβοτόμος, σαν Βοκκάκιος κι ενώ εμείς οι
υπόλοιποι του λέγαμε με το ένα μάτι μπράβο-άξιοοος, και με το άλλο κλέβαμε τα φύλλα,
μπάμ! οριζοντιώνεται τάβλα στο πάτωμα ξερός και κόγκολος. Έπεσε αλύγιστος σαν
φουρναρόξυλο κατά πίσω, το θυμάμαι σαν τώρα.



Ο Παλάντζας, που ως προείπα ήταν ο πιο σοβαρός από όλους. Aγαπούσε την Φρίντα
σιωπηρά, ως Παπατάτσι. Σε κανέναν μας δεν το είχε ομολογήσει, ούτε και στην ίδια.
Τώρα, χωρίς να καταλαβαίνουμε καλά καλά τι έπαθε και γιατί, τον μεταφέραμε σε
ένα διπλανό δωμάτιο με κρεβάτι, ξερον και σε κόμμα, σαν τον Χριστό στην αποκαθήλωση,
και ακροποδητί, να μη μας πάρουν μυρωδιά οι οικογένειες που νοίκιαζαν στα διπλανά
δωμάτια, αλλά και οι γέροι μου, που διακοπευαν και αυτοί εκεί, από κοντά, να μην του
λείψει του κανακάρη τους του Γούφα η καταπίεση η οικογενειακή και δεν ωριμάσει σωστά
η ψυχασθένειά του. Τον μεταφέραμε λοιπόν όπως ο Οδυσσέας , κατάσκοπος νυχτερινός μεσ’
το στρατόπεδο το Τρωικό θα μετέφερε στην πλάτη του Πάτροκλου το πτώμα, αν είχε γραφεί
διαφορετικά η Ιλιάδα.. Και φωνάξαμε τον γιατρό. Αυτός ήταν ο Σπύρος, ο δεύτερος που έχει
πλέον εξαφανιστεί μετά τον Παλάντζα, δια της μεθόδου του αποθανείν είπαμε αυτός, και
ήταν δευτεροετής στην ιατρική, άρα ο γιατρός. Ήτανε ο δεύτερος μετά τον Παλάντζα και
στην σοβαρότητα και την ολιγολογία, απλώς διέφερε διότι είχε το χιούμορ του κουμμουνιστή
[?] διανοούμενου της εποχής, κάτι ανάμεσα σε Βάρναλη και Ρίτσο δηλαδή. Τρίτος στην
σοβαρότητα ερχότανε ο Γκέτζ, και θα έβγαινε πρώτος, πιο μπροστά και από τον Παλάντζα,
αν δεν μας μίλαγε συνέχεια για γκόμενες και για ψολομουνίδια. Οι άλλοι δύο, Πετεφρής και
Γούφας, ήτανε από σοβαρότητα άστα να πάνε…Ο Πετεφρής είχε μια μεγαλοπρεπέστατη
μόνιμη αντι-σοβαροφάνεια, ο δε Γούφας συνδυασμός παλιάτσου, κλόουν και Καραγκιόζη
με ολίγην κουλτουροπασπαλιζασιόν, ως ακριβώς το μπούκοβο μεσ’ τον πατσά.

Ξαπλάραμε λοιπόν το πτώμα κλείσαμε και το φως μη μας χαμπαριάσουν οι διπλανοί και
στο ψυθιριστό προσπαθούσαμε να τον σώσουμε από την οξεία δηλητηρίαση του αλκοόλ.
Αυτός ο καργιόλης όλο το απόγεμα τσούκου τσούκου έπινε στα κρυφά στην υγεία της
Φρίντας και μόλις κατέβασε και την μπουκάλα μονορούφι ξεράθηκε. Μιά ώρα τον
παλεύαμε και τίποτα, παρέμενε ετοιμοθάνατος. Είχε ζέστη σκασμό, όλα κλειστά να μην
ακουγόμαστε, μείναμε με τα σώβρακα και καταϊδρωμένοι από την αγωνία, ώσπου εγώ
κάτι τον άκουσα να ψιθυρίζει, έβαλα αφτί, έλεγε ΦΡΙΝΤΑΑΑΑ…Ο ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΝΕΙ ΦΙ,
Ο ΚΑΠΝΟΣ ΚΑΝΕΙ ΦΙΙΙ….. οπότε πέφτω πάνω του και τον αγκαλιάζω τον καψουροκαμένον,
αρχίζω να τον χαϊδεύω και να κάνω την Φρίντα, για να ηρεμίσει, και να του λέω, έλα
Βασίλη, είμαι η Φρίντα, σ’αγαπάω, ηρέμισε, η Φρίντα είμαι, και οι άλλοι τρεις όρθιοι μας
κοίταζαν και περίμεναν το θαύμα, γιατί, με το είμαι η Φρίντα που του έλεγα άρχιζε να
συνέρχεται. Και εκεί πάνω, ανοίγει την πόρτα η μάνα μου που μας έψαχνε, μας βλέπει
αγκαλιά ξεβράκωτους και να του λέω του Βασίλη πως είμαι η Φρίντα και να τον χαϊδολογάω
στα σκοτάδια μπρος στους άλλους τρεις, και τσακ! Πέφτει κι αυτή τέζα κόρδα λιγόθυμη.
Δεύτερος νεκρός. Αυτά που λέτε.

Τώρα στο διαταύτα, το συμπέρασμα λέω πως είναι το εξής. Από τους πέντε, οι δύο πλέον
σοβαροί εξηφανίσθησαν, ο μεσαίος σοβαρός κομμεντάρει και οι δύο ασόβαροι έχουνε
blog,
ο ένας γράφει καθημερινώς Σοφίες και ο άλλος Σάχλες και δι αυτής της μεθόδου περνάν
τόσο καλά ώστε θα αργήσουν να εξαφανιστούν.

Λες το blogάρειν να χαρίζει και μακροζωία? Όπερ έδει δήξαι

* Με τα λίκνια και τους μπλοκαραίους που περιτριγυρίζουν τον "ποιητή του παρόντος"
Γούφα απόλαυσε να παίζει η reception. Καλά να πάθει όποιος της το ανέθεσε :)

Ετικέτες


Permalink για το "Μπακουρο-blogo-φιλοι ή το ελιξήριον της νεότητος"

20.2.07

Δερματοστυξία

Δερματοστιξία είναι η ελληνική ονομασία του τατουάζ, όπως έχει καθιερωθεί διεθνώς να λέγεται. Αυτή η λέξη μου ήλθε στο νου πρόσφατα για όλα όσα ως άλλο τατουάζ, εντυπώνονται στη ψυχή μας και παραμένουν εκεί στο μισοσκόταδο κρυμμένα, μέχρις ότου μια αιτία τα ανασύρει στην επιφάνεια και φανεί το μέγεθός τους.

Image Hosted by ImageShack.us

Δερματοστιξία, για κάθε φόβο που γίνεται πραγματικότητα, όταν παραδωθούμε στη δύναμη με την οποία τον τρέφουμε σαν πραγματικό, όσα χρόνια τον κρατάμε ζεσταμένο στον κόρφο μας! Και το τραγικό είναι να επιστρέφουμε εκεί στη πηγή του φόβου και να κουρνιάζουμε σαν πληγωμένα πουλάκια, αντί να θρέψουμε την πληγή και να πετάξουμε μακριά του.

Και έτσι περνούν μήνες και χρόνια και εποχές ολόκληρες από τη ζωή μας, βουτηγμένοι στο φόβο της αλλαγής και του ξεπεράσματος των καταστάσεων που μας έχουν σημαδέψει με το ανεξίτηλο μελάνι τους, όπως στα τατουάζ. Και αν κάποια στιγμή, μια χαραμάδα φωτός κατορθώνει να παρισφρύσει στη σκοτεινή κάμαρα της ψυχής μας και να φωτίσει τα κομμάτια που έχουν μαραζώσει, πάλι μπορεί να διαλέξουμε τη σιγουριά της μιζέριας μας, αντί να αφήσουμε πίσω μας το φορτίο που κουβαλάμε.

Είμαστε παράξενοι πολλές φορές οι άνθρωποι και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από αυτήν τη διαπίστωση. Παρελθοντολάγνοι καταντάμε, ανασύροντας και καταφεύγοντας σε όλα εκείνα που μας πόνεσαν στο παρελθόν, μη δίνοντας το περιθώριο στον εαυτό μας να ατενίσει το μέλλον. Λέμε πως φοβόμαστε τη μοναξιά και στην ουσία ζούμε μέσα σε αυτήν, όσους φίλους και γνωστούς να έχουμε στον κοινωνικό μας περίγυρο. Ο τρόμος μας είναι τέτοιος να είμαστε ψυχή τε και σώματι στο παρόν, που είτε αναπολούμε είτε ονειροπωλούμε, ξεφεύγοντας από το τώρα, το πιο σημαντικό στοιχείο της πραγματικότητάς μας. Το τώρα, ούτε το πριν που πέρασε και πάει, ούτε το μετά που δεν το γνωρίζουμε. Το τώρα, αυτό μόνο.

Image Hosted by ImageShack.us

Και φτάνουμε στις προσωπικές μας σχέσεις, στις συναντήσεις ζωής με τους άλλους ανθρώπους και εκεί παίζουμε το παιχνίδι του ποντικιού με τη γάτα. Μπορείς, θέλεις? Όχι... και μπαίνουμε στη σύγκριση με το τότε και προβάλλουμε εξαδεικευμένες εικόνες των περασμένων, πάνω στα πρόσφατα. Θεωρούμε τους εαυτούς μας ανήμπορους και ανάξιους να αγαπήσουν και να αγαπηθούν και κλεινόμαστε σε αυτή τη πεποίθηση, αφήνοντας τη ζωή την ίδια να μας προσπερνά.

Μου ήταν τρομερά δύσκολο και ακόμα είναι, να εφαρμόσω στη πράξη αυτό που λέμε πως είναι η αγάπη: "να δίνεις χωρίς να περιμένεις ανταπόκριση". Ανασφάλειες και εγωϊσμοί, γιατί να το κρύψομεν άλλωστε! Φτάνει όμως η στιγμή που αυτό το μοτίβο της εγωϊστικής - που δεν είναι αγάπη ουσιαστικά - αγάπης, να μη λειτουργεί πια και να αποκαθίσταται η τάξη του Σύμπαντος μέσα μας, με έναν τρόπο συγκλονιστικό.

Τα Σα εκ των Σων, η σαρξ εκ της σαρκός μου, όπως αναφέρεται και στα ιερά ευαγγέλια. Για τέτοια αγάπη μιλάμε, όπου εκμηδενίζεται ο ατομικισμός μας στο όνομα της ουράνιας ευτυχίας. Όχι, δεν ονειροβατώ, ούτε φαντάζομαι πράγματα που δεν υπάρχουν, αλλά μέσα στο μικρόκοσμό μου νιώθω αυτή η ρωγμή φωτός στη μέχρι τώρα φοβισμένη και ανασφαλή καρδιά μου, να κάνει τη πολυπόθητη μετάλλαξη.

Image Hosted by ImageShack.us
Tableaux et Dessins Luis Royo

Μετέπειτα θα χρειαστεί να είμαι συνεπής στις επιλογές μου και να μην διστάσω να κυνηγίσω το όραμά μου, επιστέφοντας στην βολική και απονευρωτική αγκαλιά του παρελθόντος. Φοβάμαι ακόμα πολύ το μετέπειτα, άλμα σε άλλη ζωή μου κάνει, μα το δρόμο μου τον έδειξε η ίδια μου η ψυχή και αν δειλιάσω, με αυτήν θα έχω να τα βρω.

Δεν θέλω άλλες δερματοστιξίες μέσα μου, θέλω μόνο να σπάσουν τα δεσμά, μπορώ?

Μαριαλένα

Ετικέτες


Permalink για το "Δερματοστυξία"

14.2.07

Τέρμα τα δίφραγκα


Τέρμα τα δίφραγκα. Στο άκουσμα αυτής της φράσης του εισπράκτορα όσοι είχαν πληρώσει εισιτήριο ένα δίφραγκο, ή έπρεπε να κατέβουν στην επόμενη στάση ή να πληρώσουν παραπάνω εισιτήριο.

Παλιά, η λέξη εισπράκτορας είχε σχέση περισσότερο με τα λεωφορεία και λιγότερο με την εφορία. Η θέση του πηληκιοφόρου εισπράκτορα ήταν δίπλα ακριβώς στην πίσω πόρτα του λεωφορείου, ειδικά διαμορφωμένη, και υπερυψωμένη κάπως για να εξασφαλίζει έλεγχο και κύρος.

Εμένα με εντυπωσίαζαν εκείνοι οι κερματοδέκτες με τα ελατήρια που κρατούσαν με ευλάβεια οι εισπράκτορες στα χέρια τους και που τώρα πουλάνε στα φανάρια οι πλανόδιοι. Αυτοί βέβαια είναι πλαστικοί και φτηνιάρικοι , ενώ εκείνοι ήταν μεταλλικοί με δερμάτινο περίβλημα και οι εισπράκτορες θυμάμαι στερέωναν με λαστιχάκια τα εισιτήρια, διαφορετικού χρώματος και τιμής ανάλογα με την διαδρομή.

Είχαν και μικρόφωνο οι εισπράκτορες για να ακούγονται στην περίπτωση που το λεωφορείο ήταν γεμάτο με ανθρώπους και φωνές και οσμές και κρατούσαν και ένα υφασμάτινο μαντηλάκι για το μόνιμα ιδρωμένο από το πηλίκιο κούτελο.

Η φράση «τέρμα τα δίφραγκα» διατηρήθηκε ακόμα και όταν στην διαδρομή καθιερώθηκε ενιαίο εισιτήριο και για εμένα σήμαινε ότι φτάσαμε πια στην οδό Κρήνης και ήταν ώρα να κατέβουμε.

Από τότε, μου έχει μείνει και όταν μια διαδρομή φτάνει στο τέλος της λέω στον εαυτό μου «τέρμα τα δίφραγκα» Βασίλη. Μερικές φορές –δύο- πέρασα και δεν κατέβηκα στα «δίφραγκα». Πλήρωσα βέβαια παραπάνω αλλά ξαναγύρισα στην αφετηρία, γιατί πρέπει να σας πω πως το δρομολόγιο ήταν κυκλικό. Η Αφετηρία και το Τέρμα συνέπιπταν.

Υπήρχαν βέβαια και τσαμπατζήδες. Αυτοί που πλήρωναν ένα δίφραγκο και ήθελαν να κατέβουν στο «τάλιρο». Τα δρομολόγια άλλαξαν, τα λεωφορεία άλλαξαν, οι εισπράκτορες καταργήθηκαν, αλλά αυτοί που θέλουν όλη τη «διαδρομή» με ένα δίφραγκο υπάρχουν ακόμα. Σφίγγουν καλά και φυλάνε το τάλιρο στην τσέπη. Τους αρέσει να ζουν με την αγωνία του ελεγκτή και κατεβαίνουν από το λεωφορείο μόλις τον μυριστούν για να πάρουν το επόμενο. Σε αυτούς τους ανθρώπους πείτε. «Τέρμα τα δίφραγκα».

Padrazo

Ετικέτες


Permalink για το "Τέρμα τα δίφραγκα"

6.2.07

Οι σκιές.

Πριν από κάποια χρόνια έμενα στον Υμηττό.
Απέναντι από το σπίτι μου,υπήρχε ένα ερειπωμένο,μισογκρεμισμένο
σπίτι.

Από αυτά που περιμένουν την αντιπαροχή τους.
Συνήθως άφηνα το αμάξι μου,μπροστά από το ερείπιο αυτό.
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ,βλέπω έναν άνθρωπο να είναι μέσα.

Δεν είχα ξανά παρατηρήσει καμία ανθρώπινη κίνηση.
Ήταν αδύνατο εξ άλλου να μένει εκεί άνθρωπος.


Τις επόμενες μέρες παρατηρούσα καλύτερα και κατάλαβα ότι μένανε ή
κρυβόταν κάποιοι άνθρωποι εκεί.


Έβλεπα την σκιά τους.Ποτέ τους ίδιους.
Ακόμα και αργά το βράδυ,το φεγγάρι αρκούσε για αυτούς.

Φυσικά το ακριβό μου αμάξι,το άφηνα πιο εκεί τώρα.
Είχα τσιμπήσει και εγώ στο τηλεοπτικό απόφθεγμα, άστεγος ίσον
εγκληματίας.

Εκείνες τις μέρες έπεσε και χιόνι στην Αθήνα.
Εγώ στο σπιτάκι μου,με την θέρμανση και τις ανέσεις μου, μια χαρά. Βολεμένος.
Όλα όπως τα είχα ονειρευτεί?

Έλα όμως που καμιά φορά αυτή η γαμημένη η συνείδηση,σε χτυπάει το βράδυ. Εκεί που είσαι έτοιμος να δεις τα έγχρωμα όνειρα σου.
Σηκώνομαι και ανοίγω την ντουλάπα μου.
Στην κυριολεξία ,εκατοντάδες ρούχα,σχεδόν αφόρετα.

Τοποθετημένα τέλεια στο ράφι.
Όλα φυσικά πανάκριβα.

Made in Usa,Made in Italy.
Όχι τίποτα φτωχοκινεζικα.
Αρχίζω να βάζω πολλά από αυτά σε μια σακούλα,για να τα δώσω στους
γείτονες μου,μπας και ξεγελάσουνε το κρύο.
Ακόμα και το κρύο,φεύγει όταν δει ακριβά ρούχα.
Πάει στα άλλα τα κινέζικα.
Μάζεψα πάνω από 80 τεμάχια.
T-shirt,παντελόνια,φούτερ κ.α.
Α,και εκείνο το πουπουλένιο πάπλωμα, το τέταρτο που είχα στο σπίτι, το
έβαλα και αυτό μαζί με τα άλλα.
Βάζω και κάποια χρήματα που είχα μαζί μου,και μέσα στο σκοτάδι πάω απέναντι.
Δεν ήξερα τίποτα για αυτούς.

Ούτε πόσοι και από που είναι.
Τι τους έσπρωξε να ρθουνε εδώ, και να μένουν σε αυτό το ερείπιο.
Τ' αφήνω στην αυλή του σπιτιού, σε μια άκρη για να τα δούνε το πρωί, με το φως.
Στο δεύτερο τρίτο βήμα, που έκανα για να φύγω, δυο σκιές ήρθανε δίπλα μου.
Με σπασμένα Ελληνικά, με ρωτάνε
-τι άφησες εκεί στην σακούλα?
-κάποια ρούχα, για σας.
-α, σε ευχαριστούμε. Να είσαι καλά.
Θα το θυμόμαστε αυτό.
Δεν πρόλαβα να πω κάτι άλλο, και είχαν εξαφανιστεί.

Γύρισα στο σπίτι μου και κοιμήθηκα, όπως δεν είχα κοιμηθεί ποτέ μέχρι τότε.
Ξέρω ότι δεν έκανα και κάτι σπουδαίο.
Ήτανε το πρώτο μου βήμα όμως.

Τις επόμενες μέρες, ξαναφησα το αμάξι μου, μπροστά από το
εγκαταλελειμμένο σπίτι.
Κοιτούσα προς το σπίτι, αλλά δεν διέκρινα τίποτα.
Και όμως ήμουν σίγουρος για την παρουσία τους.

Τώρα πια δεν χρειαζότανε ούτε καν να κλειδώσω το αμάξι.
Είχα πλέον τους φίλους μου, για να το προσέχουνε.
Κάποια στιγμή, τα κατάφερα και γνώρισα κάποιους.
Ήταν Κούρδοι, που ψάχνανε να βρούνε κάποιο τρόπο για να φύγουνε στην Ιταλία.
Λέγοντας την ιστορία σε φίλους μου, άρχισαν να με πειράζουν .

"Ρε συ, έχει γεμίσει η Αθήνα με Κούρδους που φοράνε Armani".

Ελπίζω, μετά από τόσα χρόνια , να τους έχουν πάει όλα καλά στην ζωή τους.
Άμα κοιτάξετε καλύτερα και σεις δίπλα σας, θα διαπιστώσετε ότι παράλληλα με εμάς, υπάρχουν και κάποιοι "αόρατοι" άνθρωποι.

Που δεν είναι γραμμένοι πουθενά, και κανείς δεν καταλαβαίνει
την απουσία τους αλλά ακόμα ούτε και την παρουσία τους.

Zouri

Ετικέτες


Permalink για το "Οι σκιές."

18.1.07

Κάντο όπως η Βέφα...

Την ώρα που διασχίζω την οδό Χίου για να πάω στο υπόγειο σταθμό του Χαλανδρίου, δεν μπορώ να την προσδιορίσω με το ρολόι που έτσι κι αλλιώς δεν φορώ, παρ'όλα αυτά όμως, τη γνωρίζω με ακρίβεια δευτερολέπτου: είναι η ώρα που η κυρία Βαγγελιώ, του παλιού δίπατου με τις εκατό και βάλε τριανταφυλλιές έχει "σβύσει" με κρασί ή με νερό το φαγητό που ετοιμάζει στην κατσαρόλα κι έχει βγει στον κήπο με την ποδιά να περιποιηθεί τα λουλούδια της.

Παρ'όλο το πάθος μου για τα λουλούδια, ήταν η μυρωδιά από την κουζίνα της που μ'εκανε να κοντοσταθώ στο κατώφλι της και να παρατηρήσω το σπίτι. Κλασικά φαγητά της κατσαρόλας και του φούρνου που η πολυτέλεια και η γευστική επιτήδευση δεν έχουν καταφέρει να τ'αποσυνδέσουν από την καρδιά μας: μπριάμ, αγγινάρες α λα πολίτα, κουκιά γιαχνί, φακές, αρνάκι στο φούρνο με πατάτες...

"Αγγινάρες ε;" της είπα την πρώτη φορά που της μίλησα, αφήνοντάς την έκπληκτη. "Γιατί όμως δεν τις σβύνετε με λεμόνι και τις σβύσατε με νερό; Α λα πολίτα δεν τις κάνετε; Ε ναι, α λα πολίτα, αφού μύρισα τον άνιθο, τί ρωτάω; Εγώ τον άνιθο βέβαια δεν τον βάζω ποτέ στην αρχή! Να τις σβύνετε με λεμόνι και μετά να προσθέτε νερό! Καλημέρα σας! " Τη χαιρέτησα και απομακρύνθηκα με γρήγορο βήμα χωρίς να την αφήσω να αρθρώσει λέξη...

Η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε δυο-τρεις μέρες μετά :"Καλημέρα σας! Μα τί ωραία τριαντάφυλλα! Τα λατρεύω ξέρετε. Μμμμ τί ωραία που μυρίζουν οι φακές. Τίγκα στο δαφνόφυλλο, όμως! Να βάλετε λίγο σκόρδο παραπάνω να έρθουν στα ίσα τους και επειδη ψυχανεμίζομαι πως θα τις κάνετε "κόκκινες" να τρίψετε μέσα κι ένα καρότο, να σπάσει το δαφνόφυλλο! Τρέχω τώρα, έχω αργήσει! Καλημέρα σας!", της είπα και εξαφανίστηκα.

Την επόμενη μέρα όμως μου την είχε στήσει πίσω από μια πορτοκαλί τριανταφυλλιά "Κλεοπάτρα" και πριν προλάβω να σταθώ για να οσφριστώ τον αέρα με αιφνιδίασε: "Α εδώ είσαι! Για πες μου τί μαγειρεύω σήμερα!" " Καλά, το έχω μυρίσει εδώ και δυό τετράγωνα! Αρνάκι στο φούρνο είναι αλλά βλέπω πως κάνουμε ζαβολίτσες! Βιτάμ στις πατάτες;! Τουλάχιστον ένα πακέτο, μην σας πω ότι έχετε βάλει ενάμιση! Καλά,δεν θα το πω πουθενά!"

Δεν χρειάζεται να πω πόσο με διασκέδαζε αυτό το παιχνίδι και η έκπληξη στα μάτια της. Προσπαθούσε να εξηγήσει το "θαύμα". " Έλα δω να σου πω κάτι μου" μου λεγε και μου 'κοβε κι ένα τριαντάφυλλο αφού είχε δει πώς τα γλυκοκοίταζα " Ταχυδακτυλουργός είσαι βρε αγόρι μου, πώς καταλαβαίνεις κάθε φορά τί μαγειρεύω και πως το μαγειρεύω;". Πάντα σήκωνα τους ώμους και της έλεγα τη μισή αλήθεια: "Όσφρηση κυρία Βαγγελιώ μου! Την όσφρηση και τη γεύση τις έχω πολύ γερές, ξέρετε πόσο υποφέρω με την όσφρησή μου σ'αυτή την πόλη που βρωμάει και ζέχνει;" αλλά δεν την έπειθα. Το μυαλό της είχε πλάσει τις πιο απίθανες ιστορίες αλλά το προφανές δεν της είχε περάσει καν από το μυαλό.

Οι συναντήσεις μας μου ομόρφαιναν την μέρα, την έβλεπα σαν γιαγιά μου και μάλλον κι εκείνη μ'εβλεπε σαν τον εγγονό της. Σιγά-σιγά και μεταξύ συνταγών και των τεστ όσφρησης στα οποία με υπέβαλλε συνέχεια, είχαμε ανταλλάξει ιστορίες ζωής κι εκτός από τριαντάφυλλα με κερνούσε και σοκολατάκια και καραμέλες που έβγαζε από τις τσέπες τις ποδιάς της. " 'Ελα τώρα, πες μου την αλήθεια. Είσαι μάγος δεν είσαι; Μα πώς κατάλαβες πως το μοσχάρι θα το κάνω κοκκινιστό. Μήπως έχεις βάλει καμία κάμερα στην κουζίνα;" έλεγε κι εγώ γέλαγα. Μέχρι εκείνη την αποφράδα μέρα... Δεν ξέρω τί μου ήρθε. Ίσως φταίει το ότι είχε βγάλει να μου δείξει τις φωτογραφίες των εγγονιών της κι εγώ ήμουν μετά από άσχημο και αναίτιο ξενύχτι, από αυτά που σε αδειάζουν εντελώς και σου προκαλούν κρίσεις ειλικρίνειας και έτσι, της το ξεφούρνισα: "Κυρία Βαγγελιώ, δεν είμαι ούτε μάγος, ούτε ταχυδακτυλουργός, ούτε κάμερες έχω. Μάγειρας είμαι γιαυτό μπορώ να ξεχωρίσω τις μυρωδιές" .

Τί ήθελα και το πα; Αγρίεψε! "Μάγειρας;! Είσαι δηλαδή κάποιος που κάνει ότι ξέρει από μαγειρική και κοροιδεύει τις νοικοκυρές σαν και μένα και τη Βέφα;! Αμ καλά το έβλεπα το μούτρο σου για ύποπτο! Χάσου από δω! Μάγειρας! Τί σημαίνει μάγειρας! Τίποτε δεν σημαίνει. ΤΙ-ΠΟ-ΤΕ. Και δώσε μου πίσω το τριαντάφυλλο" κι αφού μου άρπαξε από τα χέρια το τριαντάφυλλο, εξαφανίστηκε μέσα στο σπίτι αφήνοντάς με εμβρόντητο. Μα τί είχα πει;

Μέσα σε μια στιγμή η σχέση μας είχε μεταμορφωθεί σε εχθρική. Τις επόμενες μέρες, παραφύλαγε να περάσω απ'εξω από το σπίτι για να με βομβαρδίσει με ειρωνείες : " Τί μαγειρεύω σήμερα κ. μάγειρα;" κι όταν απαντούσα, φυσικά μου το έβγαζε λάθος. Μια-δυο-τρεις, τα πήρα και εγώ στο κρανίο: " Κυρα-Βαγγελιώ, κοίταξε να δεις, με όλο το σεβασμό που σου έχω, πάρε απόφαση ότι μαγειρική σαν και μένα δεν ξέρεις κι όταν λέω ότι μαγειρεύεις αρακά μαγειρεύεις αρακά για να μην αρχίσω τα γαμοκάντηλα πρωί-πρωί και σηκώσω τη γειτονιά στο πόδι, γαμώ το κέρατό μου γαμώ!"

Η σχέση είχε μεταμορφωθεί σε σχέση μίσους. Ναι, μίσους. Υπήχαν πρωϊνά που ξύπναγα κακοδιάθετος και γύρευα άνθρωπο για καυγά κι αν δεν μου την είχε στήσει εκείνη στην αυλή, την έστηνα εγώ στο πεζοδρόμιο και την περίμενα να σκάσει μύτη "Πάλι τσιγαρίζεις με άνιθο; Δεν τσιγαρίζουμε με άνιθο καλη μου κυρία, λέμε, ό,τι μαλακία σας λέει η Βέφα πάτε και την κάνετε και μετά αυτό το λέτε μαγειρική". " Φύγε από δω αλήτη! Θα φωνάξω την αστυνομία να σε μαζέψει, να σου απαγορεύσουν να περνάς έξω από το σπίτι μου!" "Ναι καλά, για πήγαινε στην Αστυνομία και θα πάω εγώ στον παπά της εκκλησίας να του πω ότι την Παρασκευή μαγείρευες μοσχάρι κοκκινιστό και μας το παίζεις και Χριστιανή! Ομολόγησέ το! Μοσχάρι κοκκινιστό δεν έφτιαξες Παρασκευιάτικα;"

"Θα στη φτιάξω εγώ!", έλεγα λίγη ώρα μετά στη Μαρία στο γραφείο ουρλιάζοντας. " Δεν κάνει κανένα αστείο να πάει στην αστυνομία;! Θα την ξεφτυλίσω! Θα πω σ'όλη τη γειτονιά ότι βάζει βιτάμ, ενάμιση πακέτο παρακαλώ!! Ε-να-μι-ση πα-κε-το βι-τάμ στο αρνί στο φούρνο,το διανοείσαι; Θα πω κι ότι τσιγαρίζει τον άνιθο και ότι βάζει πελτέ στα κοκκινιστά. Θα γελάσει το Κοντόπευκο!" Η Μαρία με κοίταζε έκπληκτη " Πας καλά, άνθρωπέ μου! Τί είναι αυτά; Τί βεντέτα είναι αυτή που έρχεσαι κάθε πρωί βιδωμένος; Η κυρία αυτή δεν ήταν που σου έδινε τα τριαντάφυλλα και τώρα τσακώνεστε; Εσείς θα φταις σίγουρα!"

Τα ΄χα πάρει άσχημα. Η Βαγγελιώ μας έπαιξε πρώτα τη γιαγιά γιατί μας μυρίστηκε για ψώνια κι όσο κολάκευα τη μαγειρική της ήμουν καλός αλλά όταν έμαθε πως ήμουν κατά τεκμήριο καλύτερος, δεν το άντεξε. Χεστήκαμάν! Αυτό μας έλειπε, "σαράντα χρόνια φούρναρης" να ασχολούμαι εγώ, ΕΓΩ με την άποψη του κάθε οικιακού μάγειρα.

Κι όμως ασχολιόμουν. Και μ'ενοιαζε. Και μ' είχε καταλάβει ένα παιδιάστικο παράπονο. Εγώ, ένας αρχιμάγειρας, κοντοστεκόμουν κάθε πρωί στο κατώφλι της και μύριζα μ'ευχαρίστηση τις μυρωδιές που έβγαιναν από την κουζίνα της. Της αποκάλυψα την ιδιότητά μου για να μη νομίζει ότι είχε να κάνει μ'ενα υπερφυσικό φαινόμενο, δεν ήθελα σεβασμό, ήθελα όμως αναγνώριση του ότι ήμουν έμπειρος τεχνίτης στην τέχνη μου. Εντάξει. Στην τέχνη ΜΑΣ. Κι αυτή με έβριζε και με λοιδορούσε μόνο και μόνο επειδή ήμουν επαγγελματίας κι εκείνη μια οικιακή μαγείρισσα. Μόνο και μόνο επειδή δεν ήμουν η Βέφα!

Η ιδέα μου ήρθε ένα βράδυ που μαγείρευα για το Μπαζάρ των "Δρόμων Ζωής". Περισσότερο ήταν μια αυθόρμητη πράξη παρά μια ιδέα. Πήρα ένα βαζάκι κονφί κρεμμυδιού, πήδηξα τη μάντρα και της το άφησα στο παράθυρο της κουζίνας κι από την επόμενη το πρωί, έπαιρνα το απέναντι πεζοδρόμιο. Κουραμπιέδες, μελομακάρονα, ταπεράκια με διάφορα φαγητά που μαγείρευα: κυνήγι, περίεργες σούπες, κρέατα με σάλτσες πειραγμένες, φορούσα το παλτό μου μέσα στη νύχτα και τ'απίθωνα στο παράθυρο της κουζίνας της.

"Ε εσύ! Μάγειρα!" μου φώναξε σήμερα το πρωί καθώς περπατούσα βιαστικά στο απέναντι πεζοδρόμιο. " Το χοιρινό με το σέλινο που βρήκα στο παράθυρο, ήταν πολύ-πολύ ωραίο. Εσύ το έφτιαξες, ε; Πες τώρα την αλήθεια. Ποιος σου έδωσε τη συνταγή; Δικιά σου ήταν;" Δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ περισσότερο από ένα λεπτό. Μέσα σ'αυτή την τρελή πόλη, εγώ ήμουν αυτός που την είχα ανάγκη. Εγώ ήμουν αυτός που χρειαζόμουν μια "γιαγιά" να με κανακεύει, να μου δίνει καραμέλες και τριαντάφυλλα και να με σταυρώνει κρυφά και να με φτύνει για το μάτι μόλις γύριζα την πλάτη μου. Εγώ τη χρειαζόμουν περισσότερο απ'όσο με χρειαζόταν εκείνη οπότε, κράτησα την αναπνοή μου, έκανα την καρδιά μου πέτρα και το είπα: " Κυρά-Βαγγελιώ, αυτή δεν ήταν δική μου συνταγή, είναι μια παλιά συνταγή της Βέφας, δεν ξέρω αν τη θυμάσαι".

Αμέσως ένα τεράστιο χαμόγελο ανακούφισης φώτισε το πρόσωπο της. Μου έκλεισε το μάτι συνομωτικά και μου είπε " Το ήξερα! Σιγά μην ξέρεις εσύ τόσο ωραίες συνταγές! Αύριο το μεσημέρι να κοιτάξεις να γυρίσες νωρίτερα, θέλω να φάμε μαζί, θέλω να σου φτιάξω μια δικιά μου συνταγή, να μου πεις τη γνώμη σου".

Κι αυτό το "να μου πεις τη γνώμη σου" της κυρίας Βαγγελιώς, αν ήξερα ότι τελικά, θα μέτραγε για μένα τόσο πολύ, αν ήξερα ότι θα μ'εκανε να φουσκώσω σαν δέκα γαλιά μαζί, ίσαμε που θα'χα μεταμφιεστεί σαν τη Βέφα νωρίτερα, μόνο και μόνο για να το ακούσω απο το στόμα της...


Αθήναιος

Ετικέτες


Permalink για το "Κάντο όπως η Βέφα..."