Tabs: Blog | About Us |

30.6.07

Κλείσε τα μάτια για να δεις

Με κούρασες. Κάθε φορά που ανοίγεις τα μάτια σου ένα αόρατο χέρι κλείνει τα δικά μου. Έτσι όπως περπατάς, με φούρια και βιασύνη, ο κόσμος στο πέρασμά σου αλλοιώνεται, θολαίνει και παραμορφώνεται μέχρι που για σένα από την πολλή ταχύτητα μεταμορφώνεται σ’ ένα ολόλευκο σεντόνι. Όχι όμως και για μένα. Τα χρώματα τούτου του κόσμου που τόσο καιρό σε παρακαλώ γονατιστή να δεις, πλέον δεν σε συγκινούν. Στάσου λίγο ακίνητος. Μην τρέχεις. Πες μου παραμύθια όπως παλιά. Αυτά για την αγάπη, για τη σωτηρία μας, μη φεύγεις. Μίλα μου. Πες μου γι’ αυτά που σ’ έχουν κάνει να τρέχεις μακριά από εμένα. Έτσι όπως μ’ αφήνεις στο σκοτάδι μ’ ένα παλιό τρελό όνειρο μέσα μου κι μια χλωμή φωτογραφία στο χέρι θα τρελαθώ. Μη φεύγεις, δεν μπορώ να σε προφτάσω. Τα άκρα σου έχουν γίνει μια μηχανή που τη λαδώνει η βαβούρα της πόλης. Τρέχουν όλοι, τρέχεις κι εσύ για να μη λέν’ πως έχεις μείνει πίσω και είσαι τόσο ακούραστος που με πονάς. Τσάκισα τα γόνατά μου, έχω ματώσει, δεν μπορώ άλλο πια, με κούρασες, αλλά συνεχίζω μαζί σου. Με σέρνεις πίσω σου σαν το ενοχλητικό χαρτί που κόλλησε στο παπούτσι σου και που προσπαθείς να ξεφορτωθείς. Έτσι με βλέπεις, σαν μια αδυναμία, ένα ελάττωμα που αδυνατείς να κρύψεις. Όσο τρέχεις φθείρομαι, μικραίνω. Τόσο πολύ έχω μικρύνει που πλέον δεν με βλέπεις. Έτσι όπως πορεύεσαι βιαστικός με τόσες σκοτούρες και τόσα βάσανα στο μικρό σου κεφάλι, που να με δεις έτσι μικρή που στέκομαι απέναντί σου. Όλο φεύγεις, όλο τρέχεις, όλο με ξεχνάς παρατημένη, έχοντας και τους φόβους σου εμπρός μου να στέκονται σαν βουνά ανυπέρβλητα που πρέπει εγώ να σκαρφαλώσω μόνη μου για χάρη σου.

Με γέλασες πάλι. Όταν μιλάς η φωνή σου κατεβαίνει μέσα μου σαν τροφή και με χορταίνεις. Όταν μ’ ακούς παύω να φοβάμαι και βρίσκω την ανάσα μου για λίγο. Μερικές φορές μιλάμε και τότε, μόνο τότε, υπάρχω εγώ για σένα. Με σκέφτεσαι, άρα υπάρχω. Ύστερα πάλι με ξεχνάς μονάχη. Όπως τότε στο σινεμά που γελούσαμε αγκαλιά, θυμάσαι; Θυμάσαι εσύ τι έκανες μετά; Με πήγες σπίτι και με κλείδωσες πάλι επ’ έξω. Αυτή η ελαφρότητα του γέλιου που μας ύψωσε στον ουρανό για μια στιγμή, αυτή να ξαναβρούμε. Δεν γελάς πιά. Με τα χάλια μου γελάς καμιά φορά έτσι όπως μ’ έχεις καταντήσει. Δεν μιλάς. Διαβάζεις την εφημερίδα σου στον καναπέ του σαλονιού με ανοιχτή την τηλεόραση. Αλήθεια, τόσες φορές σου ‘χω πει πως με ζαλίζει αυτό το χαζοκούτι. Κι αυτές οι λέξεις, τόσες λέξεις και πόσο μελάνι για να φτιαχτούν και πόσα χαρτιά για να γατζωθούν πάνω τους. Ξέχασες τι ήταν κάποτε για σένα μια εφημερίδα; Κάποτε ήταν καραβάκι που αρμένιζε στο γάργαρο ρυάκι και μαζί την ακολουθούσαμε με τα κλαδιά στα χέρια διασχίζοντας το δάσος. Άλλες φορές γινόταν αεροπλάνο που έπεφτε από ψηλά στο πεζοδρόμιο κι εμείς γελούσαμε με τους περαστικούς. Μετά πάλι έφτιαχνες καπέλα και μάσκες και βγάζαμε τις γλώσσες μας από τις τρύπες για να φιληθούμε. Τώρα διαβάζεις την εφημερίδα κι εμένα που σε τραβάω από το χέρι μου δίνεις μια και πέφτω στο κρύο πάτωμα. Μακάρι να ‘κανες το ίδιο σε αυτές τις ανόητες λέξεις που σε πολιορκούν, να πέσουν επιτέλους στο πάτωμα να παγώσουν και να σπάσουν. Δεν θυμάμαι πότε ήταν που η εφημερίδα πήρε τη θέση μου στα χέρια σου, το ξέχασα. Αλλά άκου. Ήρθαν οι φίλοι σου. Άφησέ τους να μπουν μέσα. Αφού δεν μιλάς μ’ εμένα πιά, τουλάχιστον μίλα με αυτούς. Μίλα τους κι αν έχεις διάθεση άκουσέ τους κιόλας. Μπορεί να θυμηθείς πολλά που ‘χεις ξεχάσει. Ίσως κι εμένα.

Είμαι γυμνή στο πάτωμα κάθε φορά που φεύγουν. Μετά μαζεύω τα ρούχα μου, ντύνομαι σιωπηλά και πέφτω στο κρεβάτι μαζί σου κουβαλώντας την ντροπή μου. Δεν μ’ ακούς που σιγοκλαίω για χάρη σου. Τότε εσύ χαμογελάς, το είδα αυτό το χάραγμα στα χείλη σου που μοιάζει με το φως καθώς εισβάλλει τα πρωινά μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Προσπαθώ να περάσω το χέρι μου γύρω από την πλάτη σου κι εσύ γυρνάς πλευρό και κοιμάσαι. Ποτέ όμως δεν μπορείς να με αποφύγεις. Πάντα είμαι στο μυαλό σου και το ξέρω καλά αυτό κι ας μην το εξομολογείσαι. Είμαι ακόμα δική σου, μην το ξεχνάς, όσο κι αν δεν το θέλεις, όσο κι αν δεν το θέλω, θα με έχεις, όσο κι αν με πονάς. Πόσες φορές ευχήθηκα να μην ξημερώσει. Πόσες φορές είπα να φύγω καθώς εσύ κοιμάσαι. Άλλες τόσες παρακάλεσα να με θυμηθείς όταν ξυπνήσεις. Κοιμάσαι και ξυπνάς ίδιος και απαράλαχτος. Ανοίγεις τα μάτια, κλείνεις τα μάτια και η ζωή σου σε προσπερνάει. Κάτι πρέπει να κάνω. Πρέπει να σε φροντίσω, να σε νοιαστώ, να σε οδηγήσω εκεί που ήμασταν παλιά. Αυτό θα κάνω. Έστω και με το ζόρι.

Ανοίγεις τα μάτια σου. Προσπαθώ να μείνω δυνατή. Δεν μιλάω. Σηκώνεσαι νωχελικά, μπαίνεις στο μπάνιο και σε ακολουθώ. Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Σφίγγω τα δόντια μου και αρχίζω.
- Ποιος νομίζεις πως είσαι;
Σιωπή. Φόβος με κυριεύει στο σκληρό σου βλέμμα που αντανακλάται στον καθρέφτη και πέφτει στα μάτια μου.
-Βούλωσέ το πρωί πρωί. Δεν βλέπεις τα χάλια σου, που θα μιλήσεις κι από πάνω;
Θυμώνω. Εσύ με έκανες έτσι άθλιε. Εσύ φταις για όλα. Εσύ που δεν με νιώθεις πια. Αυτά θα ήθελα να πω αλλά δεν τολμώ να μιλήσω. Η έκφραση του προσώπου μου όμως με προδίδει. Σηκώνεις τη γροθιά σου και την προσγειώνεις δυνατά στον καθρέφτη, που ραγίζει και σπάζει. Πέφτεις με τα μούτρα μέσα στο νιπτήρα. Κλαις. Για πρώτη φορά στη ζωή μου σε βλέπω να κλαις. Τώρα πονάω ακόμα πιο πολύ. Μαζεύεσαι, σηκώνεσαι πάλι όρθιος και κοιτάς το είδωλό μου μέσα από τον κατεστραμμένο καθρέφτη.
-Ήρθε η ώρα να φύγεις από εδώ.
Στο άκουσμα αυτής της φράσης δεν πρόλαβα να αντιδράσω. Χαχανίζοντας υστερικά αρπάζεις ένα μεγάλο κομμάτι γυαλιού από το σπασμένο καθρέφτη. Το σφίγγεις στη χούφτα σου και το αίμα κυλάει πάνω στη γυάλινη επιφάνεια. Με μια απότομη κίνηση γυρίζεις προς το μέρος μου και καταφέρνεις ένα γρήγορο χτύπημα μέσα στο μάτι μου. Μετά στο άλλο μάτι. Σβήνω.

Η πόρτα σπάζει με κρότο και δυο αστυνομικοί με τα όπλα παρατεταμένα μπαίνουν στο διαμέρισμα. Κάποιος είχε ακούσει κραυγές και κάλεσε την αστυνομία. Σε βρίσκουν στο πάτωμα γυμνό, λυπόθυμο, γεμάτο αίματα. Ο γείτονας μιλώντας στους αστυνομικούς αποκαλύπτει ότι σε είχε από καιρό φοβηθεί, όταν σε είχε πιάσει μερικές φορές να ανοίγεις την πόρτα για να μπουν στο σπίτι οι δήθεν φίλοι σου και μετά με τις ώρες κουβέντιαζες μαζί τους στο άδειο διαμέρισμα έχοντας ανοιχτή την τηλεόραση. Ποτέ δεν είχες πει μια καλημέρα στους γειτόνους σου, αντικοινωνικό κάθαρμα, τόσα χρόνια που ζεις μόνος σ’ αυτή την πόλη χωρίς φίλους, χωρίς γκόμενα και χωρίς έναν άνθρωπο να αλλάξεις μια ζεστή κουβέντα.
Σε εγκατέλειψα τελικά. Σε άφησα μόνο. Εγώ, η ψυχή σου, η φωνή της λογικής σου. Με κούρασες και τελικά σε βαρέθηκα. Το πήρα απόφαση και πέρασα στην άλλη πλευρά για να ηρεμήσω. Έχω κλειστά τα μάτια για να μπορώ να δω καλύτερα τις ωραίες μέρες, τότε που ακόμα είμασταν παιδιά. Δεν θα γυρίσω κοντά σου και το ξέρεις καλά αυτό. Τώρα είσαι μέσα στο ασθενοφόρο, τυφλός και πιο τρελός από ποτέ. Σου έχουν δέσει τα μάτια με γάζες. Τα χέρια σου είναι δεμένα στο φορείο. Σε οδηγούν στο ψυχιατρείο. Αύριο, ποιος ξέρει που.


του Τοιχωρύχου

Ετικέτες


Permalink για το "Κλείσε τα μάτια για να δεις"

30.5.07

MIΚΡΗ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕ ΣΙΝΙΚΗ ΜΕΛΑΝH

Οι γυναίκες τον αποφεύγουν
οι άντρες τον εχθρεύονται·
φυλάσσουν τ’ αγόρια τους

απ’ το ν’ ακούσουν τα λόγια του
τα κορίτσια τους

απ’ το να δουν τα μάτια του.
Σχεδόν εξαθλιωμένος
περιφρονούμενος σκληρά
όμως σκληρότερα περιφρονώντας
αυστηρός
με τις πράξεις του σημαίνει
την ευγενή αλητεία της ποίησης.



© Θεοδόσης Βολκώφ

Ετικέτες


Permalink για το "MIΚΡΗ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΜΕ ΣΙΝΙΚΗ ΜΕΛΑΝH"

22.3.07

In αλλαγή προγράμματος we trust

Η οθόνη έγραψε ιντερμίσσιον κι άναψαν τά φώτα, κάνοντάς με νά βάλω γρήγορα γρήγορα τά παπά καί νά κουμπώσω τήν περισκελίδα μου, προσέχοντας μή μέ δεί η μου εκλεκτή συντροφιά.

Εσκέφθην νά (τής) πώ κάτι – τί λένε σέ αυτές τίς περιστάσεις; όλοι τήν βλέπουν Δανίκες· κυρίως τήν στιγμή μετά από τό Le Fin όταν άπαντες έχουσιν σηκωθεί αποχωρούντες – αλλά είχα μιά ναρκίλα καί οι λέξεις μου δέν ήσαν λέξεις, ήσαν μιά πιότερο βύθισις είς τό βελουτέ κάθισμά μου.

- Θέλεις καμιά σουμαδίτσα;

Κάτι τέτοιο πρόλαβα ν’άκούσω, αλλά αυτιστικώ τώ τρόπω φερόμενος, τής γύρισα τήν πλάτη, σταυροποδιάστηκα καί καρφώθηκα δι’ενός ξεκούρδιστου βλέμματος, στό πράσινο σήμα “WC” μερικά μέτρα πιό κάτω.

Συνέλαβα κάποια υπόκωφα, γοβίδια βήματα πρός τό κυλικείον κατευθυνόμενα καί προσπάθησα νά φανταστώ αυτές τίς γόβες ψηλά, νά κυττάν τό ταβάνι σέ πόδια ανοικτά, τρανταζόμενες καί φοβούμενες, μοναδικό στοιχείο περιβολής τής εκλεκτής παρέας μου.

Από αυτές τίς βάλσαμο σκέψεις πού μού είχαν εναποθέσει τό κεφάλι λίγο δίπλα από φερμουάρ, μέ τράβηξαν κάποιες φωνές. Έξωθεν. Έντονες φωνές, εριδίγονες. Γύρισα πίσω, η πόρτα τής αιθούσης ήτο ανοικτή, διεκρίνετο η εισβολή 15 νεαρών οίτινες άρχισαν νά πετούν φέιγ βολάν. Όλα γίναν γρήγορα, πετάχτηκα εκεί, εξίσου γρήγορα φύγαν καί οι εισβολείς.

Γύρω, υπήρχε αυτή η βεβιασμένη ησυχία πού προηγείται τής ισχυράς αναταραχής. Ο κόσμος μεταξύ του, έκανε μιά τελευταία γύρα ανέκφραστων μορφασμών πρίν φωνές εκτοξεύσει. Έσκυψα, έπιασα ένα φυλλάδιο καί επέστρεψα στήν ημισκότεινη αίθουσα πρίν νά αρχίσουν οι εξαλλοσύνες. Ξαναχαλάρωσα τά παπά μου καί κύτταξα τό φυλλάδιο:

ΣΕΒΑΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΑΦΑΝΕΙΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΕΣ – ΑΜΕΣΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥΣ!

Γύρισα σελίδα. Μπόλικες παράγραφοι:

ΧΟΛΥΓΟΥΝΤ – ΤΣΙΝΕΤΣΙΤΑ, ΙΔΙΑ ΕΙΝ’ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ!

Άρχισα νά διαβάζω:

Επ’αφορμή τού «300»

Οι 300 τού Λεωνίδα.

Η φράση, παροιμιώδης. Δέν περίμενε βεβαίως, τό 2007 καί τόν αμερικανικό κινηματογράφο, τήν απονομή ενός καί μόνον αριθμού γιά τίτλο, ώστε νά βεβαιωθούμε γιά τήν σχεδόν ταύτιση αυτού μέ τό περιστατικό*1 τών Θερμοπυλών. Τό «300», τουλάχιστον τούς έλληνες, στίς Θερμοπύλες παραπέμπει. Δυόμισυ χιλιάδες παρά δεκατέσσερα χρόνια αυτός ο αριθμός, αυτόν τόν συνειρμό σέρνει.

Ναί αλλά...

Μόνο;

Αναπόφευκτα, αυτός πού απολαμβάνει τόν ήλιο καί τήν λαμπράδα του, δημιουργεί σκιά. Αλλά καί χωρίς σκιά δέν αντιληπτοποιείται τό φώς.

700 θεσπιείς. Δέν κουβαλούν από τήν ιντελεγκέτσια τής πόλεώς των, κάποιες βαριές κι ασήκωτες επιταγές γιά τό αδιανόητο τής υποχωρήσεως, ακόμη κι όταν δέν υπάρχη καμία μά καμία ελπίς. Δέν υφίστα(ν)ται ασφυκτική στρατοκρατία. Κι όμως αυτοί, ενώ έχει αλωθή η ανοπαία ατραπός, αράζουν μαζύ μέ τόν Λεωνίδα προσμένοντας τό τέλος. Τέλος τό οποίον ίσως καί νά είχαν υποψιασθή ότι δέν θά τούς έφερνε δάφνες γιά τήν στάσιν των. Η δόξα τών Θερμοπυλών έχει σταθή στήν Λακεδαίμονα, στούς 300 καί τόν Βασιλιά Λεωνίδα αρνουμένη πεισματικώς νά νεμηθή καί στίς Θεσπιές, στούς 700, τόν Δημόφιλο.

Μιά ιστορική αδικία πολύ έντονη.

Στήν αφάνεια οι εκλεκτοί.

Κι ο εκλεκτός.

Στήν αίθουσα συνεδριάσεων/εκδηλώσεων τού ΚΚΕ στόν Περισσό, ο εκάστοτε ομιλητής έχει μπροστά του, καί πίσω, άνω τών θεατών, μεγάλα πορτοκαλί γράμματα:

ΖΗΤΩ Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ, ΖΗΤΩ Ο ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΟΣ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΣ.

Ποιός ξέρει; Ίσως νά μήν χωρούσε κι άλλο όνομα στήν ταμπέλα εκείνη αλλά παντού βλέπουμε τόν Ένγκελς απόντα από όλο αυτόν τόν θίασο. Ονομασίες κομματικών σχηματισμών, url στό ίντερνετ, βιβλιογραφίες στό τέλος τών βιβλίων, πομπώδεις παραδοχές, επιρροές σέ προσωπικές κοσμοθεωρίες... Καί βεβαίως αυτή καθ’εαυτή η ονομασία τού ρεύματος.

Υπάρχουν όμως πολλές μαρτυρίες οι οποίες υποκλίνονται πιότερο στόν Ένγκελς απ’όσο στόν Μάρξ. Ο Λένιν κάπου σημειώνει*2 τήν πρωτοπορία τού αφανούς γεννήτορα τού «Μαρξισμού» στήν εξαγωγή συμπερασμάτων γιά τήν κατάσταση τού λούμπεν προλεταριάτου, ενώ η αιτία γιά τήν επαφή τών δύο ήταν ένα άρθρο του Ε. πού εξεδώθη στα «Γαλλογερμανικά Χρονικά» καί έκανε μεγάλη εντύπωση στον Μ.. Ο Τέρρελ Κάρβερ μνημονεύει επίσης τήν καταλυτική συνεισφορά τού Ε. στήν εκλαϊκευση τών ιδεών τού «μαρξισμού», ενώ δέν πρέπει νά ξεχνάμε τήν συνεχή του εργασία η οποία συνεχίστηκε μετά από τόν θάνατο τού Μάρξ*3.

Συνεχής εργασία, μεθοδική.

Όπως μεθοδικός αναφέρεται ότι ήταν κι ο αδελφός τού Σέρλοκ Χόλμς, Μάικροφτ. Άγνωστος χαρακτήρας όμως. Στήν αρχή τού The Adventure of the Bruce-Partington Plans*4, ο ήρως τού σέρ Ντόυλ κατατοπίζει τόν Ουάτσον γιά τό ποιόν τού Μάικροφτ ο οποίος εν τώ μεταξύ, έχει ζητήσει τήν συνδρομή τού Σ. σέ κάτι. Τό λογύδριον τού Σέρλοκ σχετικά μέ τίς ικανότητες τού αδελφού του είναι χαρακτηριστικό. Καταλήγει δέ στό:

«Υπήρξαν φορές πού κι εγώ ο ίδιος απευθύνθηκα πρός τόν Μάικροφτ όταν ήθελα νά μού δώση κάποιες πληροφορίες. Σήμερα όμως; Τί νά τού συμβαίνη καί ζητάει τήν δική μου βοήθεια;»


Ο αξεπέραστος μαίτρ, ο λύσας κάθε δαιδαλώδες πρόβλημα σέ 4 νουβέλες καί 56 διηγήματα τονίζει μέ τρόπο έντονο τήν απορία του γιά τό ότι ο 7 έτη μεγαλύτερος αδελφός του, ζητά βοήθεια... Παρά ταύτα, μόνον μερικές αράδες αφιερωμένες καί ασήκωτη λήθη στόν πρωτοπόρο ενώ στόν υποδεέστερο, πηγή πλουτισμού γιά τόν δημιουργό του.

Τά παραδείγματα αυτά είναι ό,τι λιγότερο μπορεί νά επισημανθή στήν προσπάθεια αφύπνισης τών λαϊκών μαζών.

Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, οι σχέσεις αδυσώπητης αντιπαράθεσης δημιουργούν συνθήκες αποπροσανατολισμού. Η μεγάλη ανισομετρία μεταξύ διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας καί η ανελαστική πολιτική στήν ανοχή τού ισοπεδωτικού αναπόφευκτα μοιράζει τίς αγορές χωρίς κάνενα ουμανιστικό κριτήριο. Η κοινωνία πού οραματίζεται κάθε προοδευτικός άνθρωπος βάσει αγωνιστικών προδιαγραφών χωρίς δυνάμεις καταστολής καί αντιδραστικές υποβόσκουσες διαθέσεις δέν πρέπει νά μάς δημιουργή

Η κρύα υφή τού κυτιδίου τής έψα κόλα (στό σβέρκο μου) μ’απέσπασε από αυτό τό ανιαρό κείμενο μέ τήν άκρως ενδιαφέρουσα όμως κατάληξη. Τό έντονο χρώμα (σχεδόν κροκί) τού σαμαλιού (σύκ) έφτιαχνε έναν ωραίο συνδυασμό μέ τό κατάμαυρο μπλουζάκι τής φερούσης αναψυκτικό καί κοκό. Αφού μ’ενημέρωσε ότι η σουμάδα είχε τελειώσει εστράφημεν στήν οθόνη, η αίθουσα έπαιρνε νά σκοτεινιάζη. Πού μυαλό όμως γιά ταινία, τό φυλλαδιάκι με είχε αναστατώσει. Έφερνα καί ξανάφερνα στόν νού μου τήν φράση όξυνση τών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, είχα κι εγώ μιάν όξυνση 1,5 εκατοστό νοτίως τού φερμουάρ τού παντελονιού μου ήτις στήν θύμηση τού «όξυνση τών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών» δέν έλεγε νά καταλαγιάση – αντιθέτως! Θέριευε ασταμάτητα, ήταν κι αυτό τό σάμαλι πού μέ λίγωνε… Άνοιξα τό φυλλάδιο, τό ξεδίπλωσα, τό ξάπλωσα εκεί χαμηλά, έπιασα τό χέρι τής καλής μου, τό χάιδεψα, είδα ένα χαμόγελο επιδοκιμασίας καί ευαρεσκείας σέ πρόσωπο πού αρνείτο νά διακόψη τήν ταινιοπαρακολούθηση, κυττούσε μπροστά. Βυθίστηκα κι άλλο στό κάθισμα, κουβάλησα τό χέρι της σέ μένα, στήν ίδια περιοχή μέ αυτήν πού προφύλαττε πού κάλυπτε πλέον τό φυλλάδιον, ήθελα νά μοιραστώ τίς γνώσεις πού είχα προσεταιρισθή πρό ολίγου. Η χείρ της ήτο φιλομαθής. Μπήκε γρήγορα στό νόημα καί είδα νά μήν έχη πρόβλημα στήν παράδοση. Ανέλαβε η ίδια τήν ανάλυση τών καινοφανών ιδεών διά τού ρητού επανάληψις μήτηρ μαθήσεως · ναί σέ ρυθμόν υπαγορεύσεως η συνεχής κι επαναλαμβανομένη κίνησις πάνω στήν μέ επιρροές τού όξυνση τών ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών ανατομία μου. Κι όταν στήν μεγάλη οθόνη φάνηκε ο Λεωνίδας νά λέη ότι απόψε θά γευματίσωμε στού κάτω κόσμου τίς τραπεζαρίες, εξέλαβα τούτο ώς παρασύνθημα. Ταχέως απέλασα τό πολυπράγμον χέρι, τάχιστα τακτοποίησα τό σώβρακο, σφαλιαρίζοντας τό μόριό μου μπάς καί μινιμαλίσει ολίγον τι. Ηγέρθην, εκινήθην κι εστάθην στόν διάδρομον. Κάργα αγενώς φώναξα καλύπτοντας τίς από τήν οθόνη πολεμικές ιαχές, πρός τήν παρέα μου:

- Γιά κάμ! Μέ έχει κατακυριεύσει μιά έκ καθέδρας διάθεση νά μεταδώσω σοφίες! Δέν θά είναι κρίμα νά αφήσουμε αμέτοχο τής τρικυμίας πληροφοριών, τό αλμυρό σου σημείο;

Κι άκουσα πάλι τόν οικείον θόρυβον γόβας, προοικονομία συριανού λουκουμιού.


*1 πώς θά χαρακτήριζε αλήθεια,ο συρφετός τών συγγραφέων τού βιβλίου τής 6ης δημ. τήν έν λόγω ρουμελιώτικη μάχη;

*2 Απόφευγμα αυτής της περιόδου ήταν η μπροσούρα με τίτλο Κατάσταση της εργατικής τάξης της Αγγλίας για την οποία ο Λένιν είχε γράψει "Πρώτος ο Ένγκελς είπε ότι το προλεταριάτο δεν είναι μόνο μια τάξη που υποφέρει, ότι ίσα -ίσα η επαίσχυντη οικονομική κατάσταση του προλεταριάτου το σπρώχνει ακατάσχετα προς τα μπρος και το αναγκάζει να παλεύει για την τελική του απελευθέρωση. Και το αγωνιζόμενο προλεταριάτο θα βοηθήσει μόνο του τον εαυτό του...".

*3 Μάρξ 1818 - 1883 Ένγκελς 1820 - 1895

*4 Στήν σειρά Η Τελευταία Υπόκλισις.



Vangelakas

Ετικέτες


Permalink για το "In αλλαγή προγράμματος we trust"

13.3.07

Estelle

Γεννήθηκε σε μια κωμόπολη κοντά στο Bordeaux. Ήταν πάντα η ασχημούλα, η μέτρια μαθήτρια, η σχεδόν αντικοινωνική. Κοντή, κακοσούλουπη, με μικρά κόκκινα γυαλιά, κοντά κακοκουρεμένα μαλλιά και εκκεντρικό ντύσιμο που δεν της ταίριαζε. Έτσι ήταν από παιδί.

Το χειρότερο, όμως ήταν πως ήταν ανεπιθύμητη. Από τη μητέρα της.
H μητέρα της δεν την ήθελε, από την στιγμή που την ένιωσε στην κοιλιά της, γιατί δεν ήθελε τον πατέρα της. Λίγο μετά την γέννησή της, άλλωστε, χώρισαν.

Όλη της η παιδική ηλικία ήταν μια αλληλουχία από παρατηρήσεις, καβγάδες και απόρριψη. Από τη μητέρα, από τη δασκάλα, από τις συμμαθήτριες, από τα αγόρια.

Έφυγε στα 17 για την πόλη. Έκανε διάφορες μικροδουλειές, πήρε κι ένα δίπλωμα, και εξακολουθούσε να ζει μες την απόρριψη. Τα έβγαζε πέρα δύσκολα, οι άντρες την παράταγαν ή δεν την ήθελαν αρκετά.

Σιγά-σιγά, χωρίς καν να το καταλάβει, της έγινε δεύτερη φύση η κακομούτσουνη φάτσα, το ξινό ύφος, η αυθόρμητη άρνηση σε όλα. Αντιπαθούσε τους άλλους μόλις της τους συνέστηναν, προεξοφλώντας έτσι την δική τους αντιπάθεια. Ζούσε στο περιθώριο, περνώντας τον άπλετο ελεύθερο χρόνο της, τον κενό από συναναστροφές, παρακολουθώντας σεμινάρια μαγειρικής και καλαθοπλεκτικής, κάνοντας μακρούς περιπάτους στο δάσος και αναζητώντας τρόπους να ξοδέψει την ζωή της.

Εντελώς τυχαία, βρέθηκε σε μιαν άλλη χώρα, με ένα παιδί - προϊόν διαζυγίου. Με ένα παιδί που δεν ήθελε. Εντελώς τυχαία, βρέθηκε κάποια στιγμή σε θέση ισχύος. Με αναπάντεχα πολλά χρήματα, με μια αναπάντεχα καλή δουλειά που της έδινε μια θέση στην κοινωνία και με την δυνατότητα να εκδικηθεί στο πρόσωπο του παιδιού της για τα μίζερα παιδικά της χρόνια και σε εκείνο των υφισταμένων για την μίζερη ενήλικη ζωή της.

Το παιδί ήταν μεγάλο αγκάθι. Σαν να της είχε σκαρώσει μια ακατανόητη φάρσα το πεπρωμένο, η κόρη της ήταν όμορφη, έξυπνη και κοινωνική. Και όσο μεγάλωνε, τόσο περισσότερους φίλους είχε και τόσο πιο καλά έδειχνε να τα καταφέρνει στην σχολική κοινότητα. Μα, πώς γινόταν αυτό, η ίδια δεν θα ήξερε να πει. Την εξόργιζαν οι επιτυχίες της κόρης της στο σχολείο, οι παρέες της, τα ρούχα της, το καλοφτιαγμένο της σώμα. Και δεν έχανε ευκαιρία, φυσικά, να της δείχνει την απαξίωσή της, να της απαγορεύει όσα μπορούσε να της απαγορεύσει και να την επικρίνει γιατί φορούσε κίτρινο φόρεμα ή ήθελε να κόψει τα μαλλιά της αγορίστικα.

Τώρα πια, διοχέτευε τον άπλετο ελέυθερο χρόνο της, όχι μόνο στα σεμινάρια καλαθοπλεκτικής, αλλά και σε μακρινά ταξείδια σε χώρες του τρίτου κόσμου. Έγινε μέλος μιας "ανθρωπιστικής οργάνωσης", που διοργάνωνε ταξείδια αναψυχής στην Καμπότζη, το Μπενίν και το Λάος. Οι συνδρομές των μελών παραχωρούνταν στις χώρες αυτές, ως μορφή ανθρωπιστικής βοήθειας, αλλά όταν τα μέλη ταξείδευαν σε αυτές, δεν επιτρεπόταν να μεταφέρουν προμήθειες στους ντόπιους, "για να μην τους κάνουν να νιώσουν μειονεκτικά".

Μετά από ένα τέτοιο ταξείδι αναψυχής και φιλανθρωπείας, της ανέθεσαν να υποδεχτεί την καινούρια συνάδελφο. Μια κακή συγκυρία την έβαλε σε αυτή την θέση -εκείνη που συνήθως υποδεχόταν τους καινούριους απουσίαζε λόγω ασθενείας.

Η καινούρια ήταν το ακριβώς αντίθετο από αυτήν. Χαρούμενη, χαμογελαστή, πρόθυμη, εργατική και, το χειρότερο, συμπαθητική. Φάνηκε από την αρχή πως δεν θα τα πήγαινε καλά μαζί της, γιατί η καινούρια είχε βαλθεί να δημιουργήσει καλές σχέσεις με όλους. Τους καλούσε για καφέ, διηγιόταν διάφορες ιστορίες, έλεγε αστεία και, κυρίως,προσπαθούσε να γνωρίσει. Δεν ήταν αδιάκριτη, όχι, αυτό δεν μπορούσε κανείς να της το καταλογίσει. Αλλά όταν τις Δευτέρες, διηγιόταν πώς πέρασε το Σαββατοκύριακο, δεν ήταν σαν να προσκαλούσε και τους άλλους να κάνουν το ίδιο; Όταν αναφερόταν στην καινούρια ταινία που είδε, δεν ήταν σαν να σε ρώταγε "εσύ είδες τίποτα καλό στο σινεμά;".

Το πιο εκνευριστικό από όλα ήταν πως η καινούρια ήταν φρεσκοπαντρεμένη και δεν έχανε ευκαιρία να υπονοεί πόσο ερωτευμένη ήταν και πόσο καλά της φερόταν ο αγαπημένος της. Σκέτη φρίκη. Εκείνη τι να απαντούσε δηλαδή; Πόσο απαίσια της φερόταν η κόρη της, που συνεχώς κατάφερνε να της υπενθυμίζει ότι η δική ζωή ήταν άδεια και πληκτική;

Ευτυχώς που είχε ανώτερη θέση από την καινούρια, γεγονός που της έδινε την δυνατότητα να της κάνει ένα σωρό παρατηρήσεις, όταν έφτανε με 7 λεπτά καθυστέρηση στο γραφείο ή όταν χειριζόταν κάποιο θέμα με λάθος τρόπο. Κι αυτό όμως, σπάνια συνέβαινε, γιατί η αναθεματισμένη η καινούρια ήταν κι έξυπνη και τα κατάφερνε πολύ καλά. Το μόνο που κατάφερνε, ήταν να της δίνει λάθος υποδείξεις, για να πέσει σε παγίδες και να ρεζιλευτεί στους ανωτέρους, αλλά σιγά-σιγά, η τακτική της δυστυχώς υπέπεσε στην αντίληψη της προϊσταμένης, η οποία την επέπληξε πολύ άσχημα.

Όταν η καινούρια -που δεν ηταν πια και τόσο καινούρια- ανακοίνωσε πως ήταν έγγυος, η Estelle κατάλαβε πως είχε έρθει η στιγμή να κάνει αίτηση για μετάθεση.

διά χειρός Krotkaya

Ετικέτες


Permalink για το "Estelle"

11.3.07

Σκόρπιες σκέψεις ..


Άντε να γράψεις τώρα κάτι που θα μείνει σαν ένα στίγμα ένα ίχνος σου, όπως λέει και η Οίστρος!
Και τι είναι οι γραφές , σάμαλι είναι ; Που ο καθένας βάζει το χέρι του και παίρνει ένα κομμάτι; Που μάθαμε τώρα όλοι μας, άλλος 5 άλλος 10 αράδες γράμματα και πήραμε φόρα και γράφουμε το μακρύ μας και το κοντό μας σαν να ‘μαστε γραφιάδες μεγάλοι και τρανοί; Χορτάτος είναι ετούτος ο τόπος από λογάδες μπόλικους, οι συγγραφείς μας λείπανε! Σαν χτες θυμάμαι -δεν έχουν περάσει δα και πολλά χρόνια καμιά 20αρια όλα και όλα, που ο λόγος ειπωμένος με μαεστρία έφτανε για να ξεχωρίσεις από τα λιμά, τους παρακατιανούς και τους αγράμματους, κι ας μην έφτιανες τίποτα απ όλα αυτά που 'σερνες και μολογούσες! Έτσι και σήμερα, με μόνη διαφορά που ο λόγος έγινε γραφή , που η σύνταξη και η ορθογραφία μετράνε περισσότερο και από το περιεχόμενο, που η έξυπνη ατάκα γραμμένη αυτή την φορά φτάνει να καλύψει την γύμνια των περισσοτέρων από εμάς. Και όσο περνάν τα χρόνια τόσο περισσότερο βυθιζόμαστε στην ερημιά μας και στην παράλληλη- πάντα παράλληλη- πραγματικότητα μας σε σχέση με τους άλλους. Μα και με τον εαυτό μας δεν πάμε και καλύτερα! Και πως να πάμε δηλαδή με τα φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες που του τσαμπουνάμε. Που τον γεμίζουμε με "ανάγκες" και απαιτήσεις ....για τους άλλους!! Που ζητάμε στυλ, λες και το έχουμε εμείς τρομάρα μας-που ζητάμε κατανόηση και ανάθεμα εαν κατανοούμε τα μισά απ αυτά που κάνουμε- που ζητάμε αγάπες και δοσίματα, λες κι είμαστε κι εμείς έτοιμοι να δώσουμε και να δοθούμε -που ζητάμε ...κι αν δεν ζητάμε δηλαδή!!
Υ.Γ Και να ‘μασταν εμείς, έστω, αυτοί που γράφουν πάει στο διάολο. Ψευδώνυμα γεμάτο ο κόσμος-το ΙΝΤΕΡΝΕΤ γιατί αυτό λογίζεται ως κόσμος σήμερα- ίσως γιατί ψευδώνυμα σκεφτόμαστε και γράφουμε ....να όπως καλή ώρα και εγώ τώρα!

Καπετάνιος

Ετικέτες


Permalink για το "Σκόρπιες σκέψεις .."

9.2.07

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ

(κόσμια)

Άντε τώρα να κάτσω να κάνω λογοτεχνία με όλα αυτά τα υψηλά πράγματα που πάνε και της κοτσάρουν χωρίς να παρεκτραπώ. Είχα σκεφτεί να γράψω μια ιστορία για ένα επίσημο γεύμα με δολοφόνους και ευγενείς κάπου στις Αγγλίες σε τίποτα πύργους με υπηρέτες. Αλλά δεν γίνεται να μην αναφέρω το εθνικό γλυκό, το spotted dick. Θέλω δε θέλω, την πηδάω την κουλτούρα κανονικά. Οι σπιλωτοί μπούτσοι απαγορεύονται. Αλλά πώς να γίνει, πρέπει να είσαι ιστορικά correct για να κάνεις λογοτεχνία.

Παρεκτός κι αν γράψεις τίποτα φανταστικό με μάγους, νεράιδες, νάνους και precious δαχτυλίδια. Που και πάλι, αν δεν σφυρίξεις κάνα μπούτσο, αρχίδια λογοτεχνία έκανες. Το πολύ πολύ να σου βγει κάνας Χάρι Πόττερ, να γουστάρουν τα πιτσιρίκια αλλά οι θεούσοι δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσουν να ψάχνουν πίσω από «σύμβολα» πού κρύβεται ο μπούτσος.

Είπα να γράψω συνομωσιολογίες σε μορφή μυθιστορήματος βασισμένες σε αληθινά γεγονότα και τίποτα κρυφές οργανώσεις που συναντιούνται μυστικά και κρίνουν την τύχη του κόσμου. Πείτε μου εσείς μια σοβαρή οργάνωση που συναντιέται κρυφά, που θέλει να παραμείνει μυστική, που απ΄αυτήν κρίνεται η τύχη του κόσμου και που δεν κάνει παρτούζες. Εμ, εγώ φταίω;

Για να κάνεις «κόσμια» λογοτεχνία πρέπει να είσαι λογοτέχνης. Πάει και τελείωσε. Αντί ας πούμε να πεις «παρτούζα», να ξέρεις να πεις τίποτα δύσκολα του τύπου «ιδρωμένα παθιασμένα κορμιά, μπλεγμένα σφιχτά να πάλλονται στην έκσταση των αιώνων». Που μια χαρά κουλτούρα είναι αλλά σε παρτούζα δε φέρνει με την καμμία. Και υποτίθεται ότι η γκάβλα της λογοτεχνίας είναι να αφήνει πράγματα στην φαντασία σου, όχι να σου σπάει τ΄αρχίδια της φαντασίας σου και να την κάνεις λάστιχο για να φανταστείς μια παρτούζα της προκοπής!

Σιχτήρ. Μαλακία. Δε γράφω τπτ.

X - Ψιλικατζού

Ετικέτες


Permalink για το "ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ"

1.2.07

ΟΙ ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΜΗΝΕΣ


...σαν παραμύθι, με λυπημένο τέλος...

Αλκυόνη (Kingfisher)


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα μικρό γαλάζιο πουλί. Mια χαϊδεμένη κόρη του Ανέμου, που τη λέγανε Αλκυόνη.

Η Αλκυόνη ζούσε στο Καλοχώρι, σε μια γκρίζα βιομηχανική ζώνη. Ζούσε ολομόναχη, εκεί που κάποτε υπήρχε ένας υδροβιότοπος με μυριάδεςπουλιά. Πλάι της είχε μιά δολοφονημένη θάλασσα, όπου κάποτε κολυμπούσαν αμέτρητα ψάρια και χαρούμενα παιδιά, αλλά τώρα κείτονταν εκεί νεκρή και παντέρημη. Παραδίπλα βρίσκονταν τ’ απομεινάρια του Δενδροπόταμου, ενός πεθαμένου ποταμού, χωρίς νερά στην κοίτη του, χωρίς δέντρα στις όχθες του. Χωρίς πουλιά.







Εκεί μεγάλωνε η Αλκυόνη τα παιδιά της, ανάμεσα στις λάσπες και στα βιομηχανικά απόβλητα .

Σάς είπα στην αρχή ότι η Αλκυόνη ήταν πουλί. Η αλήθεια όμως είναι πως η Αλκυόνη ήταν βέβαια πουλί, αλλά τον καιρό εκείνο δεν έμοιαζε και πολύ με πουλί, όχι πιά: είχε ξεχάσει να πετά, είχε μεταλλαχτεί εντυπωσιακά, χάνοντας τα φτερά της, το ράμφος της και τα πούπουλά της, και είχε γιγαντωθεί αφύσικα, έτσι που τελικά να μοιάζει πολύ με μιά τεράστια γκριζογάλανη κυλινδρική δεξαμενή. Μια ζωντανή δεξαμενή όμως, που τρέφονταν με απόβλητα, που ρουφούσε αχόρταγα διάφορα δηλητήρια, και που φούσκωνε, κι όλο φούσκωνε, κι όλο ρουφούσε, κι όσο πιο πολύ ρουφούσε, τόσο πιο πολύ φούσκωνε. Με τον καιρό, είχε πιά φτάσει στο μέγεθος ενός μεγάλου κτιρίου: δεν ξεχώριζε από τις μεγάλες δεξαμενές πετρελαίου των γύρω διυλιστηρίων.



Γύρω της ζούσαν και μεγάλωναν τα παιδιά της, μεταλλαγμένα κι αυτά. Όλη μαζί η Οικογένεια Αλκυόνης έμοιαζε λοιπόν τόσο πολύ με διυλιστήριο, που οι άνθρωποι την άφηναν στην ησυχία της, γιατί την μπέρδευαν με τα γύρω διυλιστήρια, αυτά που είχαν σκοτώσει τον ποταμό και τη θάλασσα, αυτά που με τα δηλητήριά τους είχαν προκαλέσει τη μετάλλαξη και τον γιγαντισμό της Αλκυόνης, αυτά που την έτρεφαν με τα απόβλητα και με τις αναθυμιάσεις τους κι αυτήν και τα παιδιά της.

Τον καιρό εκείνο οι ομίχλες όλο και πύκνωναν στην περιοχή. Οι μετεωρολόγοι έλεγαν ότι οι ομίχλες ήταν φυσικό φαινόμενο, που προέρχονταν από το ποτάμι. Κανείς βέβαια από τους μετεωρολόγους που το έλεγαν αυτό δεν ήξερε ότι ποτάμι πιά δεν υπήρχε - δεν μπορούσαν να το ξέρουν, γιατί άνθρωποι δεν κυκλοφορούσαν πιά στο Καλοχώρι εκείνες τις μέρες, παρά μόνο όσοι δούλευαν εκεί, κι αυτοί μετακινούνταν όσο γινόταν λιγότερο, κλεισμένοι μέσα σε κάτι τσίγκινα κονσερβοκούτια που έπιναν πετρέλαιο και έφτυναν μαύρους καπνούς. Μόνο κάτι κυνηγούς έβλεπες πού και πού να τριγυρίζουν, με το μάτι τους να γυαλίζει για φόνο, παραφυλώντας τα περαστικά πουλιά, που ήταν σπάνια πιά .

Κι έτσι, μ' αυτά και με αυτά, κανείς δεν ήξερε ότι αληθινή αιτία της βρωμερής ομίχλης ήταν η Αλκυόνη και τα παιδιά της. Η Αλκυόνη, που τρέφονταν με αναθυμιάσεις, με σκουπίδια, με μπάζα, με σάπια λάστιχα αυτοκινήτων, με απόβλητα εργοστασίων, κι όλο πάχαινε και θέριευε και φούσκωνε, κι όσο πιό πολύ φούσκωνε, τόσο πιο πολύ, πώς να σάς το πω... "αερίζονταν". Δηλαδή τί αερίζονταν και σαχλαμάρες, έκλανε, κανονικότατα και μεγαλοπρεπέστατα, σε επίπεδο μνημειώδες. Το ίδιο και τα παιδιά της.

Όταν έκλανε η Αλκυόνη και τα παιδιά της, παράγονταν τόσες αναθυμιάσεις που θάμπωνε η ατμόσφαιρα: αυτή ήταν η αληθινή αιτία της ομίχλης. Η μπόχα ήταν φυσικά ανυπόφορη, πολλά χιλιόμετρα μακριά από το Καλοχώρι, αλλά κανείς από τους περαστικούς δεν νοιάζονταν, γιατί την εποχή εκείνη όλοι το θεωρούσαν τελείως φυσικό να βρωμάνε οι Δενδροπόταμοι και τα Καλοχώρια. Κι έτσι οι περαστικοί έτρεχαν να φύγουν όσο γίνονταν πιο γρήγορα από το Καλοχώρι, χωρίς να σκοτίζονται για την αιτία της μπόχας και της ομίχλης.

Κι έτσι η Αλκυόνη γλύτωνε από τους ανθρώπους, ακόμα και από τους κυνηγούς, που μέσα στην θαμπή ατμόσφαιρα, την περνούσαν όπως είπαμε για δεξαμενή πετρελαίου.

Μια μέρα όμως που είχε φυσήξει Βαρδάρης, και το Καλοχώρι είχε κάπως καθαρίσει από την ομίχλη, μια παρέα από ροζ φλαμίγκο, που πήγαιναν για την Αφρική, λοξοδρόμησε κυνηγημένη από τους κυνηγούς, και πέρασε ακριβώς επάνω από την Αλκυόνη, που εκείνη την ώρα ρουφούσε αμέριμνη ολόφρεσκο διοξείδιο του θείου.

Βλέποντας τα φλαμίγκο η Αλκυόνη, θυμήθηκε που κάποτε ήταν κι αυτή πουλί, κόρη του Ανέμου, και πετούσε ελεύθερη στον ουρανό.

Την πήρε το παράπονο, κι άρχισε να κλαίει, και να κλαίει, όλο και πιό σπαρακτικά, όλο και πιο δυνατά. Ξαφνικά όλος ο κόσμος γέμισε από το βαθύ και σπαρακτικό κλάμα της Αλκυόνης.

Ξέχασα να σάς πω ότι τον καιρό εκείνο οι άνθρωποι νόμιζαν πως είχαν γίνει Θεοί, και νόμιζαν πως εξουσίαζαν κάθε τί στον κόσμο, ζωντανό ή άψυχο. Αλλά τώρα δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ήταν αυτό το ανατριχιαστικό μουγκρητό που άκουγαν, κι έτσι αναστατώθηκαν πάρα πολύ, πολλές χιλιάδες άνθρωποι, πολλά χιλιόμετρα μακριά. Γιατί κανένας Άνθρωπος-Θεός δεν μπορούσε να εξηγήσει τί συνέβαινε, κι αυτό είναι πολύ ενοχλητικό για έναν Θεό, να μην ξέρει τί τού συμβαίνει.

Όταν όμως τελικά οι Άνθρωποι-Θεοί εντόπισαν την Αλκυόνη και κατάλαβαν επιτέλους, συμμερίστηκαν τον πόνο της, και την λυπήθηκαν. Ίσως γιατί πολλοί από αυτούς θυμόταν ακόμα τον καιρό, τον πολύ παλιό εκείνο καιρό, που δεν είχαν γίνει ακόμα Θεοί, τότε που ούτε καν ήθελαν να γίνουν Θεοί, τον καιρό που οι άνθρωποι ήθελαν απλά να γίνουν κι αυτοί πουλιά, και να πετούν ελεύθερα, όπως πετούν τα φλαμίγκο, όπως πετούσε κάποτε κι η κακομοίρα η Αλκυόνη...

Κάθησαν λοιπόν οι πιό Σοφοί Άνθρωποι-Θεοί και σκέφτηκαν, κι όλο έψαχναν να βρουν κάποιον τρόπο να βοηθήσουν την Αλκυόνη, να δώσουν ένα τέλος στα βάσανα της. Μετά από πάρα πολλές συζητήσεις, βρήκαν επιτέλους τη λύση: Ένας από αυτούς, ο πιο θαρραλέος, θα την πλησίαζε όσο ήταν δυνατόν, και θα της πετούσε ευσπλαχνικά ένα αναμμένο τσιγάρο.

Έτσι κι έγινε.

Αμέσως οι αναθυμιάσεις από τις κλανιές της Αλκυόνης και της φαμίλιας της πήραν φωτιά. Η Αλκυόνη λαμπάδιασε ολόκληρη μέσα σ'αυτήν την εξαγνιστική Πυρά, μαζί με όλα τα παιδιά της.

Ο πατέρας της ο Άνεμος, βλέποντας τη μοίρα της Αλκυόνης, πρόσταξε τα Σύννεφα να μην ξαναβρέξουν ποτέ πιά στο Καλοχώρι, για να μη σβήσει ποτέ η φωτιά της. Κι έτσι, η φλόγα καίει ακόμα, εκεί στο Καλοχώρι, και φαίνεται από πάρα πολύ μακριά.

Το παρανάλωμα της Αλκυόνης παράγει τόση θερμότητα, που από κείνη την χρονιά ο Χειμώνας δεν ξαναγύρισε πιά στο Καλοχώρι. Μάταια τον περιμένουν τα ξερά δηλητηριώδη χωράφια, μάταια τον περιμένουν οι όλο και πιο ανήσυχοι κι όλο και πιό δηλητηριώδεις άνθρωποι-Θεοί. Ο Χειμώνας δεν ξανάρχεται, ούτε στο Καλοχώρι, ούτε πουθενά. Και δεν βρέχει πιά. Και τα Καλοκαίρια, είναι πολύ πιο ζεστά από πριν.

Οι ζεστοί και στεγνοί μήνες που πήραν την θέση του Χειμώνα ονομάστηκαν Αλκυονίδες Μήνες, σε ανάμνηση της Αλκυόνης και των παιδιών της. Όμως την θλιβερή της ιστορία πολύ λίγοι την θυμούνται πιά. Οι περισσότεροι άνθρωποι-Θεοί την έχουν ξεχάσει, κι όλο περνάνε τους καπνούς από την φωτιά της για ομίχλες, κι όλο γκρινιάζουν για την θαμπή ατμόσφαιρα και για τη μόλυνση του αέρα, και για τις αλλαγές στο κλίμα, μα δεν θυμούνται ότι τις προκάλεσαν αυτοί, τρέφοντας την Αλκυόνη με τα εργοστάσιά τους, κι ανάβοντας την φωτιά της, τη νεκρική της Πυρά, της ίδιας και των παιδιών της.

Κι οι άνθρωποι, αν και Θεοί, είναι όλο και πιο δυστυχισμένοι, κι ούτε που ξέρουν τί τους φταίει. Και ζούνε αυτοί φρικτά, κι εμείς χειρότερα…







Flamigos στο Καλοχώρι, στο βάθος ο Χορτιάτης
φωτό: Mαύρος Γάτος (c)
(κλικ στις δύο τελευταίες φωτό για μεγάλη μεγέθυνση )

.

Ετικέτες


Permalink για το "ΟΙ ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ ΜΗΝΕΣ"

22.1.07

Τυχερή Μικέλα!


Η Γαρουφαλιά σφουγγάρισε το τελευταίο σκαλοπάτι, άφησε σφουγγαρίστρα και κουβά δίπλα στην πόρτα και βγήκε να ξαποστάσει στην πρασιά της πολυκατοικίας. Κάθισε σ’ ένα πεζούλι κι έβγαλε ένα πακέτο Καρέλια από την τσέπη της ρόμπας της. Άναψε ένα τσιγάρο και λιαζόταν μέχρι να στεγνώσει η σκάλα και να μπορέσει ν’ ανέβει. Τρεις φορές την εβδομάδα έκανε τη σκάλα αυτής της πολυκατοικίας. Είχε άλλες επτά και τα έφερνε βόλτα. Τώρα πια δεν είχε ανάγκη από πολλά πράγματα, χρειάζονταν όμως λίγα ένσημα ακόμα για να βγει στη σύνταξη. Αυτασφάλιση έκανε, πάλι καλά που της είχε ανοίξει τα μάτια εκείνη η δικηγορίνα και θα έπαιρνε μια ψευτοσυνταξούλα σ’ ένα χρόνο.

Η Μικέλα εμφανίστηκε φορτωμένη σακούλες από το σούπερ μάρκετ. Ήταν η φιλιππινέζα οικιακή βοηθός της κυρίας του πέμπτου. Ήδη 40 χρονών, αλλά δεν έμοιαζε πάνω από 25. «Τι άτιμη φάρα», σκέφτηκε η Γαριφαλιά, «δε γερνάνε οι ρουφιάνες!»

«Έλα εδώ, μωρή Μικέλα, έχω σφουγγαρίσει, μη μου γεμίσεις τον τόπο πατημασιές. Κάτσε εδωνά, δίπλα μου. Κάνε τσιγάρο. Κάνε λέω, δεν είναι εδώ η κυρά σου να σε μαλώσει, μη φοβάσαι, δεν θα το πω πουθενά. Τι θα μαγερέψεις σήμερα? Εγώ έκανα ψες βράδυ κοτόπουλο με τις μπάμιες, αρέσει στο γέρο μου. Φάγαμε ψες, θα φάμε και σήμερα το μεσημέρι. Για το βράδυ έχει ο Θεός, κάτι θα του ψήσω. Είναι λιχούδης ο γέρος μου, κάθε μέρα θέλει κι άλλο φαΐ.

Ααααχ, μ’ έχει πεθάνει η μέση μου, με σακατεύουν οι σκάλες. Αλλά τι να κάνω? Βλέπεις, τόσα χρόνια στα ξένα χέρια, δουλικό απ’ τα δεκαπέντε μου, και καμιά από τις κυράδες μου δεν φρόντισε για τα γεράματά μου. Εγώ δεν ήξευρα, ζώο ήμουνα, απ’ το χωριό του πατέρα μου κι απ’ την αγκαλιά της μάνας μου μπήκα στο πρώτο σπίτι. Αλλά αυτές? Οι κυρίες του κόσμου, οι μορφωμένες? Δεν ήξευραν για ΙΚΑ μίκα και λοιπά? Ήξευραν, Μικέλα, αλλά έκαναν τα παγώνια. Κοίταζαν να βγάλουν απ’ τη μύγα ξύγκι. Κι εγώ ήμουνα η μύγα. Εσείς σήμερα την έχετε καλά. Σας ντύνουνε, σας ταΐζουνε, σας ποτίζουνε, έχετε τα ρεπά σας, σας παίρνουνε στις εξοχές, ζάχαρη περνάτε. Εμένα ρώτα να σου πω, πώς περνάγαμε τότε. Του λιναριού τα πάθη τα ξεύρεις? Ε, αυτά περνάγαμε!

Κι έχετε και τόσες ευκολίες: στιρέλες, σκούπες ‘λεκτρικές, ένα σωρό αυτόματα πράματα για την κουζίνα. Να σε δω, μωρή Μικέλα, έτσι πού ’σαι μια σταλιά, να κουβαλάς τον πάγο για το ψυγείο. Να σε δω να παγαινοφέρνεις τα ταψά με τα κρέατα στο φούρνο της γειτονιάς και να σου πέφτουνε τα χέρια και η μέση από το βάρος. Να σε δω να σφουγγαρίζεις στα τέσσερα όλο το σπίτι, δυο φορές τη μέρα. Να σε δω με τα χέρια πληγιασμένα από τις αλισίβες και τις κόλες για τα πουκάμισα. Τυραννία και ταλαιπώρια, Μικέλα. Τυραννία και ταλαιπώρια.

Πρώτη να ξυπνάς στο σπίτι και τελευταία να κοιμάσαι. Και να μην έχεις αναπαμό όλη τη μέρα. «Γαρουφαλιά εκείνο… Γαρουφαλιά το άλλο…. Γαρουφαλιά κι ετούτο…». Ούτε να φαρμακώσω δε μπόραγα. Τρώγανε όλοι στην τραπεζαρία κι εγώ στην κουζίνα, μπας και τους μολύνω το τραπέζι. Αλλά κι εκεί στην ησυχία μου δε μ’ αφήνανε. Πότε με φωνάζανε για νερό, πότε για κρασί, πότε για συμπλήρωμα, μια ο κύριος να πεταχτώ στο περίπτερο να του πάρω την Ακρόπολη, μια η κυρία να πάω στη Σταθούλα την κομμώτρια να της πω να περάσει να της φρεσκάρει το χτένισμα. Σαν το Βέγγο στις ταινίες έτρεχα ολημερίς. Τον ξέρεις το Βέγγο, μωρή Μικέλα? Ε, σαν αυτόνε.

Όλη μέρα να τους φροντίζω, να τους γνοιάζομαι σαν εδικούς μου, να τους μαγερεύω, να καθαρίζω τις βρωμιές τους, να σκεπάζω τις πομπές τους, να είμαι κερί αναμμένο. Κι αυτοί ποτέ δε με κοιτάξανε στα μάτια. Παράπονο τόχω, μωρή Μικέλα, μια φορά, μόνο μια να με βλέπανε σαν άνθρωπο. Μιλάγανε για μένα σα να μην ήμουνα μπροστά, σα να μην άκουγα, σα να μην είχα αισθήματα. Και ξες ποιο με φαρμάκωνε περισσότερο απ’ όλα? Το ότι δε μου επιτρέπανε να μπω στο μπάνιο του σπιτιού, παρά μόνο για να το καθαρίσω. Στο πλυσταριό με στέλνανε για το ψιλό και το χοντρό μου και για να πλυθώ. Στο πλυσταριό στην ταράτσα, ακούς? Να ’ναι χειμώνας τώρα, να βρέχει και να χιονίζει κι εγώ να πρέπει να ανεβαίνω νυχτιάτικα στις ταράτσες. Το σκυλί στο σπίτι τα ‘κανε και τα μάζευα, αλλά εγώ έπρεπε ν’ ανεβαίνω στο πλυσταριό. Ά, βρε Μικέλα τυχερή, που κάνεις και αφρόλουτρα!

Και το βράδυ, πια, έπεφτα κατάκοπη στο κρεβάτι μου και ξεραινόμουνα. Στο πιο μικρό και σκοτεινό δωμάτιο του σπιτιού. Αλλά δε μ’ ένοιαζε, ήτανε δικό μου και τις νύχτες, τουλάχιστο, μ’ αφήνανε ήσυχια. Αν και ξεύρω ότι άλλες δεν τις αφήνανε ούτε τις νύχτες. Αν καμιά μας ήτανε ομορφούλα και φρέσκια, τη βατεύανε τ’ αφεντικά, πατεράδες και γιοι. Ευτυχώς, εγώ τέτοια ρεζιλίκια δεν έπαθα, αλλά ξεύρω άλλες που τα περάσανε. Και σπείρανε και μούλικα στα ορφανοτροφεία, αγνώστου, λέει, πατρός. Μωρέ τι αγνώστου, του κύρη τους ήτανε. Και μετά τις λέγανε πουτάνες και τις πετούσανε στο δρόμο. Ε, οι περισσότερες αυτό γίνανε στο τέλος. Λυπησιάρικες ιστορίες, Μικέλα. Λυπησιάρικες κι αληθινές.

Μέχρι το ’70 ήμουνα εσωτερικιά σε σπίτια. Μετά παντρεύτηκα το γέρο μου και με σταμάτησε. Δούλεψα πάλι στα σπίτια αλλά μεροκάματο. Καλύτερα ήταν έτσι, το απόγεμα ήμουνα εγώ κυρά στο σπίτι μου. Μόνο αυτά τα ένσημα, που δε μου κολλάγανε, να μην ήτανε… Θάχα βγει στη σύνταξη εδώ και χρόνια. Αλλά δε βαριέσαι, κοντεύω, ένας ψωριάρης χρόνος έμεινε, θα τον φάω. Και μετά να δεις μεγαλεία, μωρή Μικέλα. Θα πάρω το γέρο μου και θα πάω στο χωριό. Εκεί να πεθάνουμε βλέποντας τον ήλιο να κρύβεται πίσω απ’ το βουνό. Ομορφιές, Μικέλα, ομορφιές!

Άντε, πάμε, στέγνωσε η σκάλα, πρέπει να πάω και στη διπλανή πολυκατοικία. Δωσ’ μου δυο σακούλες να σε βοηθήσω. Δωσ’ μου λέω, αντέχω ακόμα. Σε ζάλισα με δαύτες τις ιστορίες γι’ αγρίους, ε? Για λέγε, λοιπόν, τι θα μαγερέψεις σήμερα? Εγώ έχω κοτόπουλο με τις μπάμιες από ψες.»


Composition Doll

Ετικέτες


Permalink για το "Τυχερή Μικέλα!"