Tabs: Blog | About Us |

16.3.07

το νυν μέσα στο αεί

το νυν μέσα στο αεί

Στην εποχή που όλα φαίνεται να έχουν ειπωθεί, αισθάνομαι την ανάγκη να πω τα πάντα. Ίσως αυτή να είναι και η ουσία της Ποίησης. Να θέλει, και τελικά να μπορεί, να ξαναπεί τον κόσμο απ’ την αρχή. Να δει τον ένδον κόσμο και τον έξω αντεστραμμένους, ή απλά να διαπιστώσει πως διαφορά μεταξύ τους δεν υπάρχει. Να αναδιατάξει τα υλικά τους. Κάπου εκεί ανάμεσα στο τι και στο πώς ξαναστήνεται το παιχνίδι.

Δεν τον είδα · τον οσφριζόμουν όμως στον αέρα,
τον γεύτηκα στο νερό.
Ήταν εκεί,
παντού,
μέσα τους,
εντός μου.
Με την ελάχιστη πνοή νεκρού περιπλανήθηκε
μέχρι το πλήρωμα της βέβαιης ενσάρκωσης.

Αυτό που αρχικά ανασαίνει κανείς, όταν εισέρχεται στην επικράτεια της Ποίησης, είναι η απόλυτη συμπαντική μοναξιά. Σαν για πρώτη φορά να χτίζεις το σύμπαν ή σαν το σύμπαν να χτίστηκε για να το ανακαλύψεις εσύ μόνο. Δεν έχει σημασία αν δίνεις ή αν λαβαίνεις · σημασία έχει να αγγίζεις με γυμνά χέρια τις πυρωμένες έννοιες, να χαϊδεύεις τις ιδέες, να δαγκώνεις σφιχτά τους φθόγγους.

Θα τον κοιτάξω
θα τον ξαναβρώ
και στ’ άχτιστά του μέλη
θα χτίσω ανάστημα.

Η δημιουργική δύναμη, ξαναγεννιέται και ξαναγίνεται. Από σένα ζητάει κάθε φορά μόνο την άγραφη συνείδηση των τριών σου χρόνων, την περιέργεια του άγουρου και τη γαλήνη της αγάπης. Η αγάπη για τα πράγματα γεννιέται και πεθαίνει μαζί μας και τα πράγματα τα ίδια την ακολουθούν. Όταν κολυμπάς μέσα στην Ποίηση, έχεις την αίσθηση πως όλα ακούγονται για πρώτη φορά, επειδή ο ίδιος τα ακούς καθαρά, έχεις την πεποίθηση ότι γίνεσαι ένας κρίκος στην αλυσίδα της διάρκειας, επειδή δωρεάν έλαβες και δωρεάν θα δώσεις. Ο χρόνος ακινητεί κι όλο το πριν και το μετά συμπυκνώνονται σ’ ένα ολόδικό σου τώρα.

Πέρασαν όλοι με την ορμή της αγάπης τους.
Λιγοστός αέρας και χώμα
και μια, πάντα, απορία.
Μοιράστηκαν τη γη, κληρονόμοι πεσμένου ουρανού.
Τους πήραν οι καιροί τους.
Κι η νίκη;
Άνθρωποι που μετρούν ακόμη κύματα.

Ύστερα έρχεται το σμίξιμο. Τα ίχνη των άλλων παίρνουν τα σημάδια απ’ τα δικά σου ίχνη, έτσι που βάζεις τα δάχτυλά σου πάνω στα δικά τους.

Πόσες δυνάμεις εκλύονται,
όταν το φως αναβλύζει
μπροστά μας
τόσο φυσικά ανεξήγητα.
Ο γενέθλιος τόπος της νόησης –
εκεί ο προορισμός.
Επανάληψη
και το λυτρωτικό σφάλμα
της δημιουργίας
σε ασύλληπτη καθαρότητα.
Αντλώ τα ύδατα
από την αχειροποίητη στέρνα,
παλίνδρομη κίνηση
που διδάχτηκα.
Τόσες φωνές δικαιωμένες εντός μου
γίνονται το αναπόδραστο σχέδιο.


Εκεί είναι που δεν ακούς παρά μονάχα ό,τι αφουγκράζεσαι. Δεν έγινε παρά μονάχα ό,τι κοιτάζεις. Κι άλλο τίποτα δεν είναι πέρα απ’ αυτό, γιατί το είναι και το υπάρχει το ορίζεις εσύ. Είναι ωραία τα πράγματα έτσι καθώς γεννιούνται και πεθαίνουν μαζί μας.
Λυτρωτική αλαζονεία.

Στο τέλος ο απόηχος του γέλιου της αρκεί πως κάποτε υπήρξες,
έξοχο τώρα λίπασμα της μνήμης.


Γιάννης Ευθυμιάδης

Ετικέτες


Permalink για το "το νυν μέσα στο αεί"

4.3.07

Θαλασσινά τοπία - το Θινί


Υπάρχουν τοπία, πάντα θαλασσινά, γιατί η παιδική μου ηλικία
είναι άμεσα συνυφασμένη με την θάλασσα, που επισκέφθηκα
παιδί και ποτέ δεν επέστρεψα.
Προτιμώ να μείνουν στην μνήμη μου ανέγγιχτα, αγνά κι'
ηλιόλουστα,ξεχασμένα από τον Θεό και τους ανθρώπους.
Προτιμώ να σκέφτομαι πως έχουν παραμείνει έτσι ακριβώς
όπως τα έζησα. Σαν ένα όνειρο. 

Ενα όνειρο όπου ο πατέρας μου και άλλοι αγαπημένοι
νεκροί ακόμα υπάρχουν, εγώ είμαι παιδί και τους
κοιτάω με θαυμασμό, παρακολουθώντας το στόμα τους
να μην χάσω λέξη, παρακολουθώντας τις κινήσεις τους
για να μάθω το πως θα γίνω κι'εγώ ένας θαλασσόσκυλος.

Και γυρίσαμε πολλές θάλασσες, νομάδες γινόμασταν τα
καλοκαίρια,ερημονήσια, κολπίσκοι όπου η πρόσβαση
γινόταν μόνο μέσω θαλάσσης,βράχια κοφτερά κι'
απέραντες χρυσαφένιες αμμουδιές που τα πεύκα
έφταναν ως το νερό.

Κι' έζησα θάλασσες άγριες και ήμερες σαν το λαδάκι
του καντηλιού που ανάβω κάποιες φορές, να μένουν
οι μνήμες ζωντανές, μην τις ξεχάσω.Φόρος τιμής
αυτές οι θάλασσες που κυλούν στο αίμα
μου, ένα μ'εκείνο όσων πέρασαν από την ζωή μου και
τους αγάπησα. Πόσα ταξίδια, μακάρι να τα θυμόμουν
όλα, αλλά ήμουν μικρή.

Κάθε φορά που φτάναμε κάπου βιαζόμασταν με τον αδελφό
μου να ρίξουμε την άγκυρα και πέφταμε στην θάλασσα
για να παραβγούμε ως την ακτή.
Μαγικά τοπία, όπου άλλοι άνθρωποι δεν υπήρχαν παρά
μόνο η οικογένεια μου και η εκάστοτε γελαστή και
γλεντζέδικη παρέα που φιλοξενούσαμε στο σκάφος.

Και κάθε φορά που ξεκινούσαμε να πάμε κάπου, ποτέ δεν
ξέραμε τι είχε ο πατέρας μου στο νου του, συνήθως
μαθαίναμε ή αποφάσιζε στην πορεία.
Οταν μας ρώταγε που θέλουμε να πάμε, η απάντηση ήταν
πάντα η ίδια. Και συχνά μας έλεγε πως είναι μακριά ή
πως έχει κανονίσει με παρέα σε κάποιο νησί.
«Αχ μπαμπάκα, πότε θα μας πας στο Θινί;»
Και κάποιες φορές μας έλεγε πως εκεί πάμε και μας το
φύλαγε για έκπληξη ή παρίστανε πως άλλαξε γνώμη στην πορεία.
Και άρχιζε ένα τρελλό χοροπηδηχτό, κι'εμείς τα πιτσιρίκια
εκστασιασμένα τρέχαμε πάνω κάτω στην κουβέρτα.
«Στο Θινί, στο Θινί! Πάμε στο Θινί!!»

Δυσπρόσιτο από την στεριά, η πρόσβαση γινόταν συνήθως δια
θαλάσσης. Ενας απότομος κατσικόδρομος κατέβαινε από τους
λόφους και ήθελε γενναιότητα να τον διασχίσεις.
Δυό τρεις καλύβες για τους ψαράδες και το παλιό γκρίζο
πέτρινο σπίτι του Γιώτη ήταν τα μόνα που στόλιζαν 
την αμουδιά . Και πάντα είχε ήλιο, πολύ ήλιο ή έτσι μου
φαινόταν.

Ο Γιώτης ήταν φίλος των γονιών μου, χωρισμένος με δύο παιδιά,
τον Γιάννη και την Ερασμία, τα έπαιρνε εκείνος τα καλοκαίρια.
Το σπίτι του ήταν λιγάκι ατσούμπαλο, έλειπε το γυναικείο χέρι,
έτσι ήταν διακοσμημένο με δίχτυα,καλαθούνες και παραγάδια,
είδη ψαρέματος σκορπισμένα δεξιά αριστερά, παντού παρατημένα
κοχύλια και ξεραμένοι αστερίες και το σπουδαιότερο για μένα
τότε, αμέτρητες χειροτεχνίες από πολύχρωμα καύκαλα αχινών
που έφτιαχνε κάποιος από τους εργάτες του Γιώτη.

Το Θινί ήταν ένα νταλιάνι, ένας κλειστός κόλπος που είχε πόρτες
για να μπαινοβγαίνουν τα ψάρια. Παρατηρητές ξεροψημένοι από τον
ήλιο με πλατύγυρα ψάθινα καπέλλα παρακολουθούσαν με κομμάτια
γυαλιού τα κοπάδια να μπαίνουν μέσα κι'έκλειναν τις πόρτες
εγκλωβίζοντας τα.
Ωραίοι τύποι οι ψαράδες, πλακατζήδες, άνθρωποι του μόχθου που
φαινόταν όμως να διασκεδάζουν αυτό που κάνουν. Ηταν πάντα γελαστοί, 
απίστευτα υπομονετικοί με τα παιδιά και μας έπαιρναν πάντα μαζί
τους στις μεγάλες μαύρες μαούνες.
Καθόμουν πάντα στην πλώρη και είχα τα πόδια μου στο νερό.
«Μάζεψε τα θα στα φάει κανένα σκυλόψαρο» με μάλλωνε ο Θρασύβουλος.
Είναι ο μόνος ο οποίος θυμάμαι. Κι'αυτό γιατί έβριζε και δεν
μιλούσε.Κι'εμείς σκάγαμε από τα γέλια να τον ακούμε. Οι μισές λέξεις
πουέβγαιναν από το στόμα του ήταν απαγορευμένες εκείνη την εποχή.
Και ήταν και εξαίσιος μάγειρας. Το ψάρεμα είχε τελειώσει κι'εμείς
τα πιτσιρίκια ο Γιάννης και η Ερασμία , ο αδελφός μου κι'εγώ και
κάποιες φορές και τα ξαδέλφια τους πλατσουρίζαμε στα κρυστάλλινα
νερά ή πετάγαμε κεφτέδες από άμμο ο ένας στον άλλον.
Κι'ο Θρασύβουλος λίγο πιό κει καθάριζε τα ψάρια και ετοίμαζε
την ωραιότερη κακαβιά από καταβολής κόσμου. Επαιρνε όλα τα
περισσεύματα και τα μικρά ψάρια που ήταν ακατάλληλα για την αγορά,
τα έβαζε σε ένα τεράστιο μαύρο γκαγκανιασμένο τσουκάλι κι' άναβε
φωτιά με ξύλα στην αμμουδιά.
Κι' οι μεγάλοι καθισμένοι στην αυλή με τις γκρίζες πλάκες,να
πίνουν ουζάκια και να θυμούνται τα παλιά.Λίγοι έχουν απομείνει
σήμερα και οι περισσότεροι μοιάζουν να μην θέλουν να θυμούνται πιά.
Σου αλλάζουν θέμα μόλις πας να
τους ανοίξεις κουβέντα.Είναι οι απουσίες που πονάνε πιό πολύ
από την χαρά της μνήμης.Δεν ξαναπήγα ποτέ, αν και πάντα το ψάχνω
όταν πέσει στα χέρια μουκάποιος χάρτης της περιοχής. Και ποτέ
σχεδόν δεν το ανεφέρουν.Κι'αναρωτιέμαι αν υπάρχει ακόμα ή αν
έχει αλλάξει όνομα ή ανβούλιαξε το Θινί και χάθηκε σ'εκείνα
τα βαθειά σκούρα νερά.
Δεν θέλω να δω τις συνέπειες της εξέλιξης, την καταστροφή που
φέρνουν οι σύγχρονοι άνθρωποι στο πέρασμα τους. Εξάλλου εκείνο
το παλιό θαλασσινό τοπίο θυμάμαι κι'εκείνο νοσταλγώ. Θέλω να
μείνει ζωντανό μέσα μου για πάντα,
να το επισκέπτομαι όποτε
νοιώθω την ανάγκη ... σαν να είναι όνειρο.

Ηλιόλουστος τόπος, δεν είδα ποτέ μου βροχή στο Θινί.



Ελληνίδα

Ετικέτες


Permalink για το "Θαλασσινά τοπία - το Θινί"

26.2.07

Το λαθάκι

Το πρώτο σοβαρό πάρτι ήταν στις αρχές της τρίτης γυμνασίου. Θυμάμαι το υποφωτισμένο σαλόνι και αρκετό κόσμο γύρω, χωρίς γονείς. Οι ενήλικες λειτουργούσαν σαν υπενθύμιση ότι ο χώρος (και τα αισθήματά μας) προστατεύονται. Αντίθετα εδώ πλέαμε στην ανοιχτή θάλασσα και καθένας κολυμπούσε όπως μπορούσε. Δυστυχώς είχα ήδη προλάβει να συνειδητοποιήσω πως η ζωή δεν θα μου χαριζόταν και πάλευα να εφεύρω έναν εαυτό αρεστό στα κορίτσια. Σε κάποια κορίτσια, εννοείται. Δεν είναι σίγουρο, επομένως, αν με τράβηξε η γοητεία της ή το ένστικτο ότι εδώ τουλάχιστον εξασφαλίζονταν οι όροι μιας δίκαιης αναμέτρησης.
Καθόταν χαμηλά, σχεδόν στο πάτωμα, απορροφημένη από κάτι δικό της ενώ μπροστά της μαινόταν ο πόλεμος. Πλησίασα με επιφύλαξη και κάθισα δίπλα της. Ύστερα άρχισα να αναπνέω τον κοινό μας αέρα, να δανείζομαι το στυλ της, να παίρνω το σχήμα της. Στο τέλος της απηύθυνα αυτό που υπέθετα ότι σκεφτόταν· της είπα σοβαρά: «δεν είναι πολύ ψεύτικα όλα αυτά;»
*


Παρά τα έθιμα της εποχής δεν συμφωνήσαμε ακριβώς ότι τα φτιάχνουμε γιατί τέτοια λεκτική πρωτοβουλία δεν ανέλαβε κανείς από τους δύο. Όμως μετά τα αγγλικά της, από τις οχτώ ως τις δέκα περπατούσαμε μαζί, διαγράφοντας ένα ημικύκλιο που περιλάμβανε το απομακρυσμένο πάρκο της περιοχής και μερικά σκοτεινά σημεία σε χαμηλούς μαντρότοιχους.
Στις δέκα και μισή, εξάπαντος, έπρεπε να είναι πίσω. Οι γονείς της ήταν παρόντες στη σχέση γιατί μίλαγε συνεχώς για εκείνους· στα λόγια της υπήρχε ένας ορίζοντας απελπισίας. Σπάνια γελούσε.

Μου είχε δείξει το σπίτι της- «εκείνο το διώροφο στη γωνία»- ώστε να την αφήνω σε απόσταση ασφαλείας. «Φύγε τώρα, να μη σε δουν» έλεγε κάθε φορά, κι έβαζε στην παλάμη μου έναν διπλωμένο φάκελο- το γράμμα της ημέρας. Διάβαζα τις επιστολές της στην επιστροφή, σταματώντας κάτω από τα φώτα του δήμου. Έγραφε μεγάλα συνειρμικά κομμάτια που με υπέβαλλαν. Αν τύχαινε μάλιστα να περάσουν παρέες αγοριών που συζητούσαν για ποδόσφαιρα και τέτοια, είχα τη γεύση μιας αιφνίδιας ευτυχίας- το προνόμιο της σχέσης. Τα μελαγχολικά της γράμματα, όπως και τα φιλιά της, μου θύμιζαν προπολεμικά τραγούδια. Φιλιόμασταν κάπως επίμονα, χωρίς διακοπή, για πολλή ώρα· το σάλιο της άφηνε στο τέλος μια μυρωδιά που την ανακαλούσα αργότερα σαν ένα είδος ερωτικού πένθους.

Μαζί της μεγάλωνα αστραπιαία.

Στο Λύκειο διακόψαμε- επειγόμουν να ανακαλύψω κι άλλες πλευρές της άγουρης λίμπιντο. Όμως, είκοσι τουλάχιστον χρόνια αφότου χαθήκαμε και ενώ θεωρητικά είχα ξεμπερδέψει με τους καταναγκασμούς της ενηλικίωσης, άρχισα ξανά να κόβω βόλτες κάτω απ’ το σπίτι της. Είχα μάθει από τρίτους ότι έμενε ακόμα με τους γονείς της, δέσμια κι εκείνη όπως εγώ μιας συναισθηματικής ακηδίας, και προσδοκούσα νέα συνάντηση. Ζητούσα φαίνεται να συνδεθώ με ένα παρελθόν το οποίο φαντασιωνόμουν ακόμα εκκρεμές.
Σιγά σιγά πύκνωσα τις νυχτερινές επισκέψεις, πάντα πιωμένος, ελπίζοντας να δω φως στο δωμάτιό της. Αλλά και τα πρωϊνά όταν τύχαινε, περνούσα να ρίξω μια ματιά. Άρχισα να ζω σ’ έναν κόσμο δικής μου εμπνεύσεως- έστησα μια σχεδόν δεύτερη σχέση- συνδεόμενος απλώς με ένα παράθυρο δευτέρου ορόφου. Όμως δεν έκανα τίποτα για να τη συναντήσω. Μου αρκούσε να καπνίζω κρυμμένος στα φυλλώματα, μουδιασμένος από μια συγκίνηση που εστίαζε στις γνωστές διαψεύσεις της ζωής, στο νόημα του χρόνου που περνά. Παρακολουθούσα το φως της να ανάβει και να σβήνει και ένιωθα περισσότερο ερωτευμένος από ποτέ. Με τον ποιητικό εαυτό μου, υποθέτω.
*



Όπως γίνεται πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, συναντηθήκαμε εντελώς απρόσμενα, πολύ μετά απ’ αυτή την περίοδο. Περιμένοντας στην ουρά να ψηφίσω για τις δημοτικές εκλογές, παρατήρησα μια γυναικεία πλάτη που ξαφνικά πήρε το σχήμα της. Ήξερα προτού γυρίσει ότι ήταν εκείνη γιατί και ο χώρος αλλοιώθηκε περίεργα. Προς στιγμή σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια αλλά το κράτησα. Την ακούμπησα μαλακά, - ύστερα βρεθήκαμε να περπατάμε και πάλι μαζί. Δεν κατάφερνα να συγκεντρωθώ σε όσα έλεγε. Μας κοίταζα απ’ έξω και, σε αντίθεση με τη δική μου εικόνα, εύρισκα τη δική της απίστευτα όμορφη και αγέραστη. Το κυριότερο: άλλη.

Κάτω από το σπίτι της θέλησα να εξομολογηθώ την προ πενταετίας εμμονή μου.
-«Να, εδώ καθόμουν και χάζευα το παράθυρό σου», της είπα.
Γύρισε και με κοίταξε ξαφνιασμένη, σχεδόν ενοχλημένη:
-«Τι λες παιδί μου; Το σπίτι μου είναι το άλλο, απέναντι! Γράφε τώρα το κινητό μου, να πάμε για καφέ…»
*


Παράξενο τοπίο ο κόσμος μας. Και τα ανθρώπινα, πάντα ασταθή και ευμετάβλητα.


Ετικέτες


Permalink για το "Το λαθάκι"

15.2.07

ΚΑΛΤΣΕΣ ..





Προαύλιο γηροκομείου. Μια ηλικιωμένη κάθεται στο παγκάκι της αυλής κοιτώντας με απλανές βλέμμα μπροστά της. Ένας νεαρός επισκέπτης την πλησιάζει.

1η μέρα

-Πάλι εδώ κάθεσαι γιαγιάκα;
-Ναι
-Μόνη;
-Από τότε που μ’ έφεραν
-Ποιος;
-Δεν θυμάμαι πια
-Την άλλη φορά είπες η κόρη σου;
-Κόρη μου ήταν;
-Και τα εγγόνια σου
-Ερχόντουσαν. Τώρα όχι πια
-Είχατε μεγάλο σπίτι
-Με αυλή. Και δέντρα. Και τραγούδια
-Κι εδώ έχει αυλή και δέντρα
-Αλλά όχι πια τραγούδια
-Ο άντρας σου;
-Έφυγε πια. Πάει
-Σε παράτησαν
-Τι να προσφέρω πια;
-Έρχονται συχνά;
-Είναι μακριά. Δουλεύουν. Δεν μπορούν να’ ρχονται
-Και τα εγγόνια σου;
-Τα μεγάλωσα. Δεν τους αρέσει εδώ
-Εσένα;
-Καλά είναι.
-Τι περιμένεις πάντα εδώ έξω;
-Τίποτα. Κανείς δεν θα’ ρθει πια
-Γιατί μιλάς έτσι;
-Ένας μόνο θα’ ρθει, αλλά θα με βρει όπου και να’ μαι (μορφασμός πόνου)
-Πονάς;
-Τα πόδια μου.
-Τι έχουν;
-Φουσκώνουν
-Πως σε λένε γιαγιάκα; Δεύτερη φορά κι ακόμα να συστηθούμε.
-Δεν θυμάμαι.

Δυο μέρες μετά

-Παίζουμε ένα παιχνίδι;
-Πάει καιρός που σταμάτησα να παίζω.
-Πόσος;
-Πολύς. Έπαιζα μικρή με μια πάνινη κούκλα.
-Πάνινη;
-Δεν είχαμε κανονικές τότε. Την είχε φέρει ο πατέρας μου απ’ τη Ρουμανία. Το κεφάλι της και τα πόδια της ήταν από γύψο. Μια μέρα πήγα να την πλύνω στη βρύση και την χάλασα. Δεν ήξερα, ήμουνα μικρή.
-Δεν πειράζει
-Η γιαγιά μου μ’ έσπασε στο ξύλο. Ήταν η κακιά γιαγιά αυτή. Από τότε έγινε ακόμα πιο κακιά.
-Άστα τώρα αυτά. Έλα να παίξουμε
-Τι παιχνίδι;
-Ένα τυχερό παιχνίδι
- Φέρνει τύχη;
-Αν είσαι τυχερός, ναι
-Τι κάνεις εκεί;
-Έχω δυο χαρτάκια με αριθμούς. Στο ένα θα βάλω εγώ έξι νούμερα, στο άλλο εσύ -άλλα έξι. Ο καθένας θα γράψει το όνομα του πάνω και μετά θα τα δώσουμε στο μαγαζί που είναι έξω από δω, στη γωνία.
-Θα έρθω κι εγώ;
-Μα ναι, δεν απαγορεύεται να βγαίνεις
-Πονάνε τα πόδια μου όμως. Πρήζονται.
-Επειδή κάθεσαι όλη μέρα
-Επειδή γέρασα μια ζωή
-Θα σου κάνει καλό να περπατήσεις λίγο. Έλα. Θα σε βοηθήσω εγώ.


Μια εβδομάδα μετά

-Καλώς τον
-Καλημερούδια!
-Χαμογελάς
-Ναι…
-Είσαι χαρούμενος
-Υπάρχει λόγος!
-Μπράβο. Πάντα τέτοια
-Κι εσύ θα χαμογελάσεις αν σου πω
-Εγώ ξέχασα πώς χαμογελούνε
-Κέρδισες
-Τι;
-Θυμάσαι το παιχνίδι;
-……….
-Με τα νούμερα
-………..
-Που πήγαμε έξω στο μαγαζάκι
-Θυμάμαι τη βόλτα, τα δέντρα και τους ανθρώπους
-Κι εδώ έχει ανθρώπους
-Ναι, αλλά ανθρώπους που θα σταματήσουν σε λίγο
-(Γέλιο) Τι είναι για να σταματήσουν; Μηχανές;
-Μα ναι, δεν το’ μαθες στο σχολείο; Εγώ που δεν πήγα το ξέρω
-Λοιπόν, πας να με παρασύρεις με τα θλιμμένα σου κι ήρθα με εξαίσια νέα!
-……………..
-Κέρδισες γιαγιάκα!
-Εγώ;
-Ναι, εσύ. Όχι εγώ. Τα νούμερα που συμπλήρωσες. Κέρδισαν

-Λεφτά!
-Ποτέ δεν είχαμε
-Πολλά λεφτά
-Και τα λίγα μας έφταναν. Αλλά έπρεπε να μοχθήσουμε
-Πάρα πολλά λεφτά
-Λεφτά;
-Γιαγιάκα, έγινες πλούσια. Μιλάμε για αστρονομικό ποσό!
-Πλούσια;
-Δεν καταλαβαίνεις; Ναι, πλούσια
-Δεν φέρνουν την ευτυχία
-Γιαγιάκα, μπορείς τώρα να κάνεις ό, τι θέλεις
-Μα δεν μπορώ πια
-Να ζήσεις σ’ ένα άνετο, μεγάλο σπίτι, με υπηρέτες, με ό, τι ζητήσεις
-Κι εδώ καλά είναι παιδί μου
-Με ακριβά και πλούσια φαγητά
-Έχω ζάχαρο παιδί μου
-Γιαγιάκα, καταλαβαίνεις;
-(Καταφατικό κούνημα κεφαλιού)
-Τι θα τα κάνεις τόσα λεφτά; Πρέπει να σκεφτείς
-Τα παιδιά μου
-Μα αυτοί σε παρατήσαν εδώ
-Ναι
-Και δεν νοιάζονται για σένα. Δεν έρχονται ποτέ
-Θα έρθουν τώρα
-Εσύ όμως, τι θέλεις; Υπάρχει κάτι που θα ήθελες ν’ αγοράσεις;
-Ναι, κάτι…
-Πες το κι έγινε. Με τόσα λεφτά…
-Ορθοπεδικές κάλτσες. Για να μην πονάνε τα πόδια μου. Πρήζονται παιδί μου και υποφέρω.

Αλεπού
__________________________________________________________________
Αφορμή για την παραπάνω θεατρική άσκηση, υπήρξε το δημοσίευμα της Άννας Δαμιανίδη στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 26/8/2005. Το παραθέτω αυτούσιο:

Συνήθως, οι υπερτυχεροί των λαχείων εξαφανίζονται μαζί με τα λεφτά. Κάνουν τα πάντα για να μη μαθευτεί το όνομά τους, αλλάζουν διεύθυνση, δεν ποζάρουν για φωτογραφίες, δεν δίνουν συνεντεύξεις. Φοβούνται τόσο πολύ μήπως χάσουν τα κέρδη τους, που προτιμούν να χάσουν τη δόξα, ακόμα και συγγενείς και φίλους. Αλλά το γηραιό ζευγάρι από τον Καναδά δεν φοβήθηκε να γνωστοποιήσει ότι κέρδισε πέντε εκατομμύρια ευρώ στο λαχείο. Και τι θα τα κάνει στην ηλικία αυτή, ενενήντα ετών ο καθένας, 63 χρόνια παντρεμένοι, τρόφιμοι οίκου ευγηρίας; Θα πρέπει να τα ξοδέψει όλα σε αντικαταθλιπτικά φάρμακα, σκέφτεται κανείς, γιατί το να κερδίζεις τόσα λεφτά στα ενενήντα σου, δεν μπορεί παρά να σε μελαγχολεί για όλα όσα θα μπορούσες να έχεις κάνει λίγο πιο νέος. Όμως όχι. H κ. Θέλμα, που κέρδισε το λαχείο, ξέρει τι θέλει και δεν μελαγχολεί. Δεν θέλει να αλλάξει καν οίκο ευγηρίας. Πού να τρέχει τώρα, έχει συνηθίσει εκεί που μένει. Πρέπει να είναι ωραίοι στον Καναδά οι οίκοι ευγηρίας. Δεν δηλώνει ότι θέλει να δώσει στα παιδιά της τα λεφτά, ή στα εγγόνια της, για τις σπουδές τους. Δεν έχει ακόμα σκεφτεί αν θα τους αγοράσει ακριβά δώρα. Ίσως κάτι τέτοιο να τη δυσκολεύει, να της φέρνει νύστα, ή να το ξεχνά. Αλλά δεν είναι χωρίς επιθυμίες. Θέλει ένα ζευγάρι κάλτσες για τον εαυτό της. Σίγουρα θα είναι κάλτσες ακριβές, αφού τόσο καιρό δεν μπορούσε να τις αγοράσει. Από αυτές που βοηθούν στην ορθοστασία τα πόδια, να μην πρήζονται. Θέλει να σταθεί όρθια στα ενενήντα της, η εκατομμυριούχος. Κι αν δεν τη ζηλεύει κανείς για τα εκατομμύρια, τη ζηλεύει γι' αυτό.






Ετικέτες


Permalink για το "ΚΑΛΤΣΕΣ .."

12.2.07

Η συνέντευξη που ο Μάνος δεν έδωσε ποτέ.... *

- κ. Χατζιδάκι, αν κάτι χαρακτήρισε την ζωή σας ήταν πρωτοπορία και ανατρεπτική διάθεση, ο κόσμος ωστόσο πάντοτε σας συνέδεε με την συντηρητική δεξιά...

Είμαι δημοκράτης αστός ουμανιστής και αναθεωρητής της δεξιάς. Το βέβαιο είναι πως δεν μ' αρέσουν ούτε τα δολάρια, ούτε οι Σιβηρίες!

Ποτέ δεν υπήρξα αντικομμουνιστής. Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δεν με περιέχει. Να τι εννοώ αστός. Δεν εννοώ τον έμπορο αυτοκινήτων που ξαφνικά πλούτισε και τα ‹σπάει› στα νυχτερινά κέντρα. Ως συμπεριφορά είμαι μεγαλοαστός. Ως καλλιέργεια είμαι ποιητής. Και ως βαθύτερη ιδιοσυγκρασία είμαι λαϊκός. Είμαι λαϊκός, αλλά όχι λαϊκίζων...

- Κάποτε είχατε πει ότι είστε η αριστερά της δεξιάς…


Ναι, γιατί η Αριστερά οφείλει να περιέχει κάθε άνθρωπο με ανησυχίες. Κάθε άνθρωπος που δεν συμβιβάζεται είναι αριστερός. Ο αληθινός νέος σήμερα αποκαλείται ‹αναρχικός› με την ίδια ασυνειδησία που κάποτε αποκαλείτο αριστερός....

Εμένα καμία πολιτική σκοπιμότητα δεν θα με κάνει να πω το μαύρο-άσπρο και το άσπρο-μαύρο, για αυτό και δεν είμαι το κατάλληλο στοιχείο για συμπαράσταση σε οργανωμένες καταστάσεις.

- Οι περισσότεροι όμως συνομήλικοι σας ταυτίστηκαν με τον κομμουνισμό...

Τα δικά μας «παιδιά της γαλαρίας» (από τον ομώνυμο τίτλο της ταινίας του Καρνέ) υπήρξαν κι αυτά θεατές από ψηλά, κι από την πιο ασήμαντη και φτηνή θέση, εγκλημάτων που διαδραματίζονται στην ελληνική γη, ανίκανα να ορίζουν και ν' αλλάζουν τη μοίρα των όσων έγιναν και γίνονται στον τόπο.

Μετά τον πόλεμο ξανάρθαν τα φαντάσματα κι άρχισαν να πλαστογραφούν για άλλη μια φορά την ελληνική ιστορία. Και τα παιδιά που πολέμησαν κι ονειρεύτηκαν, γίναν παιδιά της γαλαρίας, όσα δεν διώχτηκαν και δεν εξαφανίστηκαν στις φυλακές και στα ξερά νησιά του Αιγαίου.

Είναι τρισάθλια η αντίληψη πως όλα τα παιδιά της γαλαρίας υπήρξαν οπαδοί του Ζαχαριάδη και του Μάρκου.Τα παιδιά της γαλαρίας δεν ήταν φαύλα, δεν ήσαν χίτες, δεν ήσαν ανώμαλα με τον φασισμό στο 'να πλευρό τους. Δεν συμβιβάστηκαν με τους νικητές Γερμανούς, δεν υπήρξαν ‹πατριώτες› με το περιεχόμενο του χωροφύλακα και του μπράβου. Είχαν τη σκέψη όργανο, τα μάτια υγρά κι ακούραστα να βλέπουνε τον κόσμο και την ψυχή παρθενική και απροσάρμοστη, στη μεταπολεμική ελληνική αθλιότητα.

Τα παιδιά τής γαλαρίας σήμερα έχουνε γκρίζα ή άσπρα μαλλιά. Όσα απομείναν ξέχασαν τα όνειρά τους, έχουν συμβιβαστεί οριστικά με ό,τι ορίζει τη μοίρα τους έξω από αυτούς. Μονάχα μερικοί, ανάμεσα σ' αυτούς κι εγώ, με πείσμα κι επιμονή θυμούνται και εννοούν να θυμίζουν. Κι όσο βαστάξει ετούτο το παιχνίδι...

- Αυτός ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας πιστέυετε ότι έχει τις ρίζες του στην παιδική σας ηλικία?

Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Ο πατέρας μου δεν με χτυπούσε ποτέ. Μ' έδειρε μόνο μια φορά όταν μίλησα άσχημα σε μια γυναίκα του σπιτιού. Και με υποχρέωσε να της φιλήσω τα πόδια. Πιστέψτε με το 'κανα χωρίς δυσαρέσκεια, νιώθοντας πως έπρεπε να το κάνω. Από τότε σέβομαι πάντα τα αιτήματα των εργαζομένων, τον οποιοδήποτε εργαζόμενο.

Βοήθησε βέβαια και το γεγονός ότι έλαβα την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία.....

- Πολλές φορές έχετε μιλήσει με θαυμασμό για την Αττική, σπάνια όμως για την Ελλάδα...

Δεν μ' αρέσει να παριστάνω τον πολύ Έλληνα. Θέλω να είμαι όσο είμαι. Καιρός είναι η έννοια Έλληνας να δώσει τη θέση της στην έννοια άνθρωπος. Και τότες πιστεύω πως θα συνδεθούμε με μια πιο βαθιά παράδοση που, κατά σύμπτωση, είναι κι αυτή γνησίως ελληνική.

Οι παρελάσεις, τα εθνικόφρονα λογύδρια, οι παραστάσεις οι σχολικές κι όλα τα παρόμοια ενισχύουν την ιδιότυπη φασιστική μας κληρονομιά. Το περίφημον ‹πας μη Έλλην βάρβαρος›. Το ελληνικό κράτος δέχεται μόνον ότι το υπηρετεί και το κολακεύει. Υπήρξε πάντοτε αντιπνευματικό και έτσι εξακολουθεί να είναι.

Εγώ νιώθω Έλληνας αν αυτό σημαίνει Ευρωπαίος. Κι Ευρωπαίος, αν αυτό συμπεριλαμβάνει την Ελληνικότητά μου. Θα ήθελα να ελπίζω για τούς επερχόμενους ότι θα τους κυβερνήσει μια δημογεροντία του πνεύματος κι όχι η αγία κι αποστολική οικογένεια του Πρίγκηπος Φρανκενστάϊν....

- Καταλαβαίνει κανείς ότι δεν έχετε σε ιδαίτερη εκτίμηση όσους μας κυβερνούν...

Μα, διάολε, δείτε την πολιτική εκπροσώπηση αυτής της κοινωνίας και θα καταλάβετε: υπάρχει και δρα χωρίς στοιχειώδη ευαισθησία, χωρίς στοιχειώδη ευθιξία. Η νομίζετε πως όλα τα σκάνδαλα που μαθαίνουμε κάθε μέρα έγιναν ερήμην τού ελληνικού λαού;

Η μόνη ελπίδα μου είναι στο άγνωστο κοινό, στην άγνωστη νεολαία, η οποία διαθέτει ευαισθησία και δεν έχει ακόμα διαβρωθεί. Τώρα, κατά πόσον θα της επιτρέψει η πλειοψηφία να διατηρήσει αυτή της την ευαισθησία, είναι άλλο θέμα....

- Τι εννοείτε ακριβώς?

Δείτε, η εξουσία είναι μια εγωπαθής και ανεγκέφαλη κυρία που αγαπάει τους εραστές της και καταδιώκει όσους την αντιπαθούν και την εχθρεύονται. Δυστυχώς, όλοι οι αγώνες και οι επαναστάσεις καταλήγουν στην κατάκτηση της ανεγκέφαλης αυτής κυρίας. Αυτή η κατάκτηση, ως γνωστόν, δημιουργεί Δίκαιον, μακράν των ονειρικών στόχων μιας επανάστασης.

Οι άνθρωποι που προκύπτουν από μία επανάσταση, περιέχουν τα ίδια συστατικά με τους αποχωρήσαντες ή τους ηττηθέντες. Χρειάζεται ισχυρή παιδεία για ν' ανθέξει κανείς στην έννοια της Εξουσίας και της επιτυχίας.

- Γιατί τότε δεν επιδιώξατε εσείς να αποκτήσετε περισσότερη εξουσία, να φέρετε ίσως έναν «αέρα» πολιτισμού στην πολιτική?

Εγώ προσπάθησα κατά καιρούς να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο υπουργείο Πολιτισμού. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί, σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους, κατάφεραν να με νικήσουν κατά κράτος.

Οντας στο Τρίτο πρόγραμμα, πέρα από τη διεύθυνση, είχα και μια καθημερινή εκπομπή σχολιασμού. Σχόλιο με σχόλιο λοιπόν σχημάτιζα τον τρόπο, την γραφή και το επίπεδο μέσα από το οποίο έβλεπα τον νεοελλαδικό κόσμο μας και επικοινωνούσα με ένα μεγαλύτερο κοινό (διότι εγώ ποτέ δεν υπήρξα κατάλληλος να επικοινωνήσω με το πλατύ κοινό).

Φυσικά επικοινωνούσα με όλους, εκτός από τους παραδημοσιογράφους και τον αρμόδιο υφυπουργό - ανίκανους για μια οποιαδήποτε επικοινωνία. Αυτοί όμως ενοχλήθηκαν πολύ από αυτήν την μορφή επικοινωνίας και το Τρίτο σταμάτησε τη λειτουργία του. Για μιαν ακόμη φορά δυστυχώς η ποιητική συνείδηση και η έκφραση της καταδιώχθηκε και εξαναγκάστηκε στην σιωπή

- Τι θα λέγατε λοιπόν ότι σας «δίδαξε» η ζωή μετά άπο όλα αυτά τα χρόνια?

Να περιφρονώ τις συνήθειες των πολλών, τη λογική του κράτους και την ‹ηθική› των συγγενών μου. Να αγαπώ με πάθος τους κυνηγημένους, τους ανορθόδοξους και τους αναθεωρητές.

Να περιφρονώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εφησυχασμένους συνομήλικους και την κάθε λογής χυδαιότητα. Να αδιαφορώ για την δόξα, με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Είχα πει κάποτε πως είμαι ο Λαχειοπώλης του Ουρανού, μοιράζω αριθμούς σε ξωτικά και αγγέλους. Ο πρώτος αριθμός σημαίνει συνουσία. Αν ξαναρχόμουνα στον κόσμο θα ήταν για να κάνω έρωτα και για το μόνο που θα λυπηθώ όταν θα φύγω, θα ΄ναι για τον έρωτα που θα χάσω....

-Σας ευχαριστούμε κ. Χατζιδάκι, για όλα....

* Η φανταστική αυτή συνέντευξη βασίζεται εξ’ ολοκλήρου σε αγαπημενες φράσεις και κείμενα του Μάνου....

book attack

Ετικέτες


Permalink για το "Η συνέντευξη που ο Μάνος δεν έδωσε ποτέ.... *"

8.2.07

XΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ ... απ' τον Βασίλη Ρούβαλη



Οι σελίδες δεν τελειώνουν ποτέ
με αυτόν τον τρόπο συνεχίζεται ο κύκλος της ζωής,
δηλαδή η ελπίδα και η προσδοκία του θηλυκού παρόντος.
Ξεθαρρέουν τελευταία οι φωνές, γράφονται ποιήματα,
ολοκληρώνονται μυθιστορήματα ενώ μια ταινία διεκδικεί το ανάβλεμμά μου.
Δεν ξέρω να προτείνω, μόνον ν' απολαμβάνω τη διαδικασία.

Το σώμα στηρίζεται στο βλέμμα όμως; ερωτώ κι αναρωτιέμαι κοιτάζοντας τα έργα του Χρήστου Μαρκίδη
-αυτά τα τρομώδη αλλά και τρυφερά λάδια σε καμβά- κι ακούγοντας τις βαριές, μεσογειακές ανάσες των Neapolis Ensemble που τραγουδούν για τον έρωτα που φεύγει μαζί με τα βαπόρια, την μπούκα του λιμανιού και της νοσταλγίας
και παίζοντας στα ηχεία τις ηχογραφημένες μελωδίες, παλιές όσο και αυτή η αινιγματική, βρόμικη αλλά πανέμορφη Napoli, ξαναθυμάμαι την αξία της αλήθειας
ξαναμιλώ με τους ζωγράφους νοερά, στη φαντασία μου,
για την αγωνία να ολοκληρώσουν έργα σαν τη "Συμφωνία των Αγγέλων" του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου
ή εκείνη τη φοβερή "Πολυθρόνα" του Μπουζιάνη
αλλά συμφωνώ με τον Ελύτη, για την αμφιβολία ν' αλλάζει κανείς τους χρόνους στα ρήματα,
αφού μπορεί ν' αποβεί οδυνηρή περιπέτεια του νου, να οδηγηθεί σε ατραπούς άγνωστες κι αθέλητες

τι δε έρρεξα;ποι παρέβην;
όλοι μιλούν μα κανείς δεν απαντά
έτσι δεν έπραξε ο Σολωμός;
τον μεταφράζω, από τη La donna velata, την καμωμένη ιστορία που δεν πρόλαβε να στοιχειώσει σε στίχους:
"Πες μου, άξιε επισκέπτη από τον πραγματικό κόσμο, εάν η αγαπημένη μου έχει σωθεί, και το πιο λαμπερό από τα στεφάνια τ' ουρανού ας στολίζει τα μαλλιά σου, και ο ασπασμός μου, ο ασπασμός μου στα πόδια σου...".


Βασίλης Ρούβαλης

Ετικέτες


Permalink για το "XΩΡΙΣ ΛΟΓΙΑ ... απ' τον Βασίλη Ρούβαλη"

5.2.07

Είν' ακριβός ο αέρας που φτύνεις


Ειν' ακριβός ο αέρας που φτύνεις
Για την Κυριακή Μάλαμα


Ειν' ακριβός ο αέρας που φτύνεις, έτσι δε λέει Κυριακή; Θυμάσαι; Πόσες φορές αγκαλιαστήκαμε σαν μετανάστες; Αντέχει το πράγμα κι η ζωή μας πάει. Ποτέ δεν θα πούμε πολλά. Τα πεντοχίλιαρα μυρίζουν αιδοίο, έτσι δε λέει; Αφήσαμε πίσω αυτούς που μας γνώρισαν. Κι είναι πολλοί. Πόσα τα χρόνια; Εμείς αθίνγγανοι με τα παιδιά να μεγαλώνουν, νομάδες για τη δουλειά που κανένας δεν θέλει...Ανοίγω την πόρτα να ξεράσεις ονόματα. Όλοι οι καριόληδες μια εταιρία, έτσι δε λέει; Τους βλέπεις γύρω μας να πληθαίνουν κι εμείς όλο να ψάχνουμε τη ρωγμή του ήλιου. Σε λίγα χρονάκια το ξέρεις γερνάς, έτσι δε λέει. Μα κοίτα τα μάτια μας είναι ακόμα δυό φλόγες μιας άλλης ηλικίας. Μόνο κρέας και κόκκαλα θα παραδώσουμε, κι όλα τα υπόλοιπα ίχνη στο έργο. Καληνύχτα μαλάκα η ζωή έχει πλάκα, έτσι δε λέει. Πάω για ύπνο μα μην ξεχάσω να σου πω πως σ'αγαπώ κι η αγάπη νικάει το χρόνο κι η αγάπη νικάει το μακρυά...

Παιδί εγώ λέω
Παιδί εγώ λέω αυτά τα μάτια που προεκτείνουν τα όστα μου στην αλυσσίδα της σάρκας και συναντάνε εκείνα της μάννας μου...Κι όχι τις στατιστικές της υστερίας που ευνουχίζουν πωλητές και μάνατζερ. Γιατί μια μέρα ο καθένας θα βρεθεί μπροστά σ' αυτό: Τον έφερε η ερώτηση καθώς είχε αποσυρθεί να κλάψει και με ρωτούσε γι αυτό το αλμυρό νερό που γεύτηκε απ' τα μάτια του. Ο γυιός μου έμπαινε στον κόσμο που πέρα από τη γεύση αξιώνει λέξεις για να εξημερωθεί. Πως να του πεις ότι δεν τρέχουνε τα μάτια λέξεις; Πως το αλμυρό αυτό είναι ο βουβός του τρόπος να πει φορές κάτι από μέσα του που αλλιώς δεν ανεβαίνει... Πως κάποιες στο μέλλον του φορές με την αλμύρα αυτή θα λευκαίνει τα σπλάχνα του... Άλλο δεν είχα, μόνο ανατρίχιασα. Παιδί σημαίνει κάποτε να ανταλλάξεις το άφραστο με μία λέξη. Του έδωσα τη λέξη δάκρυα, του σκούπισα τα μάτια και το έστειλα πάλι στο παιχνίδι του. Κι όπως τα μάτια δεν τρέχουν λέξεις, έμεινα εκεί, στο άφραστο, με κάτι αλμυρό στα μάγουλα...

Γιώργος Μίχος

Ετικέτες


Permalink για το "Είν' ακριβός ο αέρας που φτύνεις"

27.1.07

Μάθημα στα Σπόρκα



Την δεκάτη Απριλίου του 2023,η ελληνική βουλή ή ό,τι απόμεινε από αυτήν,ψήφισε ομόθυμα έναν νόμο που καθόριζε ότι καταργείται κάθε άσυλο στην επικράτεια, ιστορικό, πανεπιστημιακό ή οτιδήποτε άλλο. Μετά την εξέγερση των 72 δόσεων και την αιματηρή της κατάπνιξη, δεν υπηρξε αντίδραση.
Πάντως γιά λόγους εξομοίωσης με την ευρωπαϊκή νομοθεσία,υπηρχε στο άρθρο 15 ένα παραθυράκι. Οι τοπικές κοινωνίες, είχαν το δικαίωμα όχι μόνον του ανθρωπολογικού και εθνωτικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά επιστρέφοντας τα όποια κονδύλια είχαν εισπράξει την τελευταία 50ετία τοκοχρεωλυτικώς, διατηρούσαν την δυνατότητα της απόλυτης διοικητικής αυτονομίας.
Δηλαδή, με απλά λογάκια, άν δεν ήθελαν σχολεία, φροντίδες δημόσιας υγείας, κράτος,αστυνομίες και λοιπά, μπορούσαν να πληρώσουν και να αυτοδιοικηθούν, χωρίς καμία παρέμβαση του δημοσίου.Υπήρχε και δεσμευτική καταλυτική ημερομηνία γιά την δήλωση αποδέσμευσης: ήταν η πρώτη Δεκεμβρίου 2023.
Γράφτηκαν και ειπώθηκαν πολλά κινδυνολογικά, πάει το έθνος, πάει το κράτος, μας εγάμησαν οι προστάτες, που είναι η ταυτότητά μας, ανόητα μεν, αλλά αρκούντως πειστικά γιά τις λοβοτομημένες εκείνες γενιές.
Η μόνη που δεν εμάσησε, ήταν η μικρή Κέραμος.Ανήμερα του Αγίου Ανδρέα, ο Σαββάκης Κούρτογλου,κοινοτάρχης, κατέθεσε την δήλωση αποδέσμευσης, συνοδευμένη από τις υπογραφές των 1434 ενηλίκων κατοίκων του νησιού και από μία επιταγή δώδεκα εκατομμυρίων, τριακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων, εξήντα τριών ευρώ. Από το 1973, αυτά τα κονδύλια είχαν εισρεύσει στην νήσο.
Τα χρήματα τα βρήκαν εύκολα, από προπωλήσεις οικοπέδων και ερειπίων σε πολυεθνικές εταιρείες, τράπεζες και μεταφορικές εταιρείες.Καθώς στην Κέραμο δεν ίσχυε κανένας απολύτως νόμος,ίσχυε αυτομάτως κάθε μορφής άσυλο.
Δεν υπήρξε αεριτζής, απατεώνας, ιδεολόγος, φιλόσοφος, ποιητής, εφοπλιστής, νεόπτωχος και αλλοδαπός, που να μη τον ελκύσει το πείραμα της Κεράμου. Ο Κούρτογλου τύπωσε ένα φυλλάδιο με τους νόμους της Κεράμου που τους πέρασε στο διαδικτυο και σε μία μεγάλη λίθινη πλάκα στο λιμάνι. Μεταφέρω το περιεχόμενο:

Η Κέραμος είναι άσυλο. Το έγκλημα επιτρέπεται. Η τιμωρία του επιτρέπεται.Υπάρχει ένας νόμος, ο νόμος της ζούγκλας και ερμηνεύεται από τον καθένα ξεχωριστά.

Το νησί, πρίν αλέκτωρ κάμει το κικιρίκου, γέμισε πονηρούς και εγκληματίες, ιδιωτικούς στρατούς που φύλαγαν τους ισχυρούς,και κυριάρχησε ένα ασύλληπτο εμπόριο κάθε τύπου και είδους.Το νησί ξεπέρασε το 2025 το εισόδημα της Ηπείρου και το 2027 το εισόδημα της Αττικής.Παραδόξως, τα εγκλήματα, τα παραπτώματα και οι κλεψιές μηδενίστηκαν. Οι 44 χιλιάδες κάτοικοι είχαν πρόβλημα στέγης, οπότε ο Κούρτογλου εφάρμοσε την λεγόμενη εξάπλωση της μάσας, πείθοντας τους κατοίκους της Χερμονήσου, των Λιφάδων και της χερσονήσου της Μπάφας, να πουλήσουν το έχει τους στην Κέραμο, οπότε το Ασυλο επεκτάθηκε.
Το πείραμα της Κεράμου ενθουσίασε την παγκόσμια οικονομική κοινότητα.Παρόμοιες νησίδες-Ασυλα κυριάρχησαν οικονομικά στην Ευρώπη.Το 2055 μετρήθηκαν και βρέθηκαν τριακόσιες, κατοικημένες από δέκα εκατομμύρια ανθρώπους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση υπέγραψε με κάθε Ασυλο προγραμματική συμφωνία. Έστελνε τους εγκληματίες της και τους διαφορετικούς γενικώς και πλήρωνε χρήματα.
Σας διηγήθηκα μιά ιστορία που δεν σας ενδιαφέρει, κωλόπαιδα,επειδή είστε κολλημένα με την ανφάρα, το καζού, την πιποπίπα, και παίζετε με τα σκαφανδράκια σας. Οι περισσότεροι δεν έχετε βγεί από την πρωτεύουσά μας, τα Σπόρκα.Αλλά ακούστε μιά φορά και λίγη ιστορία! Κι όταν περνάτε από την Στοά της Περιπέτειας, να ξέρετε ότι εκείνο το άγαλμα ενός καμπούρη, είναι ο Σαββάκης Κούρτογλου, ο ιδρυτής της Νέας Ευρώπης πρίν έξη αιώνες.
Τό΄γραψεν ο Πετεφρής, εξαίσια φιλοξενημένος του Οίστρου,Σάββατο ξημερώματα,ενός αθέατου Ιανουαρίου.

Ετικέτες


Permalink για το "Μάθημα στα Σπόρκα"